Ο Αη-Γιάννης, η ρίγανη, οι φωτιές, ο κλήδονας και άλλα έθιμα

Από τα αρχαία χρόνια υπήρχαν διάφορα έθιμα που είχαν σχέση με τις θερινές τροπές του ηλίου και που αργότερα πέρασαν στο Χριστιανικό κόσμο και συνδέθηκαν με το Γενέθλιον Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου). Κατά τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν έξι μήνες μεγαλύτερος από το Χριστό. Αφού λοιπόν η Εκκλησία όρισε τη γέννηση του Θεανθρώπου στις 25 του Δεκέμβρη, δηλαδή στις χειμερινές τροπές του ηλίου, επόμενο ήταν το Γενέθλιον του Ιωάννη του Προδρόμου να συμπέσει στις 24 του Ιουνίου, δηλαδή στις θερινές τροπές του ηλίου. Έτσι διατηρήθηκαν ορισμένες συνήθειες που έχουν σχέση με το θερινό ηλιοτρόπιο και την αντίληψη ότι κάτι συμβαίνει στον ήλιο αυτή την ημέρα και μας επηρεάζει.

Την παραμονή της γιορτής του Αϊ Γιάννη Ιωάννη, αναβιώνει και το γνωστό έθιμο με τις φωτιές: Στην πλατεία ή σε γειτονιές του χωριού στήνεται μια μεγάλη φωτιά πάνω από την οποία πηδάνε όλοι οι κάτοικοι. Σύμφωνα με την παράδοση, η φωτιά, επιφέρει την κάθαρση και οι άνθρωποι απαλλάσσονται από το κακό. Οι φωτιές που έβαζαν στους δρόμους της γειτονιάς στη γιορτή του Αγιαννιού, στις στάνες οι τσοπάνηδες και στα ψαρολίμανα ή στα ακρογιαλιά οι ψαράδες έπνιγαν με τον καπνό κάθε επιβλαβές έντομο και απομάκρυναν κάθε ερπετό, ζωύφιο ή παράσιτο.
Τις φωτιές που άναβαν στον Κλήδονα τις πηδούσαν τρεις φορές από πάνω προς την ίδια κατεύθυνση.

ce9f20ce9ace9bce97ce94ce9fce9dce91cea320cea3cea5ce97ce9d20ce9acea9ce9cce99ce91ce9ace9720021
Το νόημα εδώ της φωτιάς είναι «διαβατήρια» διότι περνάμε από την μια ηλιακή περίοδο στην άλλη. Στην αρχή πηδούσαν την φωτιά οι πιο τολμηροί και καθώς χαμήλωνε περνούσαν ο γυναίκες και τα παιδιά. Περνώντας από την φωτιά έλεγαν οι πρόγονοι μας: «έμπα καλοχρόνε και έβγα κακοχρόνε» ή «αφήνω τον κακό τον χρόνο και μπαίνω στο καλλίτερο».
Το πέρασμα πάνω από την φωτιά απέβλεπε και στην υγεία και την σωματική ενδυνάμωση. Επίσης επικαλούνταν τον Άγιο να τους βοηθήσει ή να τους θεραπεύσει, λέγοντας «Άγιε μου Γιάννη το κεφάλι μου να γιάνει» ή «σίδερο η μέση μου πέτρα το κεφάλι μου» για να αντέχουν στις κακοτυχίες του καλοκαιριού. Και οι τσοπάνηδες άναβαν φωτιές στις στάνες και όταν χαμήλωνε εντελώς η φωτιά οδηγούσαν τα ζώα των να περάσουν πάνω από αυτή.
Στις φωτιές του Αγιαννιού έκαιγαν τα βάγια, τα μαγιοστέφανα, τα σταυρολούλουδα και ότι ήταν σεβαστό όπως φωτογραφίες και καταστραμμένες εικόνες.

Επίσης ο Αϊ Γιάννης αποκαλείται και Ριγανάς, επειδή την ημέρα αυτή έβγαιναν και μάζευαν ρίγανη, η οποία έπρεπε να συλλεχθεί πρωί πρωί, πριν από την ανατολή του ηλίου, αφού πίστευαν, ότι έτσι είχε μαγική δύναμη.

Την ρίγανη αυτή την έπλεναν στο ποτάμι ή στη βρύση και την πήγαιναν στο σπίτι και την κρεμούσαν σ’ ένα σημείο που να φαίνεται επάνω από την πόρτα ή το χαγιάτι για να το βλέπει όποιος πήγαινε στο σπίτι, για να μην το βασκάνει,  δηλαδή έδιωχνε την βασκανία.

Πίστευαν επίσης πως η ρίγανη αυτή είχε και θεραπευτικές ιδιότητες σε διάφορα νοσήματα όπως πόνους στην κοιλιά, κρύωμα, πόνους στο αναπνευστικό κλπ. Η ρίγανη αυτή έμενε εκεί κρεμασμένη  μέχρι τον επόμενο χρόνο του Αγίου Ιωάννη. Δεν την χρησιμοποιούσαν στα φαγητά,  γιατί ήταν άψητη, δηλαδή δεν είχε βγάλει λουλούδι ούτε είχε καρπίσει, δεν είχε ωριμάσει. Τον Αλωνάρη, δηλαδή τον Ιούλιο μάζευαν τη ρίγανη που χρησιμοποιούσαν σαν μυρωδικό  στα φαγητά.  Το πρωί, επίσης πήγαιναν  όλοι στην εκκλησία εάν βέβαια είχε παπά  το χωριό γιατί οι παπάδες ήταν λίγοι.

Λέγεται ακόμη τ’ Αη-Γιάννη του Ριγολόγου, γιατί σε παλιότερες εποχές την περίοδο αυτή θέριζε η ελονοσία (ο “ρίγος”). Λέγεται πως όποιος δεν τηρούσε τη νηστεία την ημέρα της γιορτής του Αγίου, “τον έπιανε ρίγος”.

Ο Άι-Γιάννης λέγεται και Ριζικάρης αφού η παράδοση λέει ότι φέρνει τύχη και γι’ αυτό έπρεπε από την παραμονή οι κάτοικοι του χωριου να έχουν τακτοποιήσει όλες τις οικιακές δουλειές τους.

Το βράδυ της 23ης Ιουνίου, παραμονή του Αϊ-Γιάννη, ή στις 24 Ιουνίου, σε πολλά μέρη στην Ελλάδα τελούν το πατροπαράδοτο έθιμο του κλήδονα. Η λέξη «ο κλήδονας» παράγεται από την αρχαία λέξη «η κληδών», η οποία αναφέρεται στον Παυσανία (Βοιωτικά), Όμηρο κ.α. Κληδών ονομαζόταν ο προγνωστικός ήχος, το μαντικό σημάδι και κατ’ επέκταση το άκουσμα του οιωνισμού ή προφητείας, ο συνδυασμός τυχαίων και ασυνάρτητων λέξεων ή πράξεων κατά τη διάρκεια μαντικής τελετής στον οποίο αποδιδόταν προφητική σημασία.

Σύμφωνα με ορισμένους η λέξη «Κλήδωνας» προέρχεται από τη λέξη κλειδί που ανοίγει και κλείνει το κουτί της τύχης. Ωστόσο η σωστή προέλευση της είναι από την αρχαία λέξη «κλήδων» (με ήτα) που στον Όμηρο σημαίνει μαντικό σημάδι, προφητεία. Άλλο οι λέξεις «κλειδί, κλειδώνω κ.α.» και άλλο οι λέξεις «κληδών, κλήδονας κ.α.» Απλώς και οι δυο ομάδες αυτές των λέξεων έχουν πρόγονο την αυτή ρίζα, την ρίζα «κλε-», πρβ και: «κλείθρον = αττικά κλήθρον», κλείς = ιωνικά κληίς. Παράβαλε επίσης ότι: Κλειώ – κλείζω = εγκωμιάζω (από το κλέος) και κληδών ή κλεηδών ή κληηδών (από το κλέος και άδω) κ.α. = φημί ή καλέω, διαλαλώ, εγκωμιάζω κ.α.. Παράγωγα: κληδονίζω = μαντευομαι, κληδόνισμα = σημείο, οιωνός κ.α.

ce9ace9bce97ce94ce9fce9dce91cea3

Σε όλη την Ελλάδα σχεδόν,  το βράδυ της παραμονής, οι ανύπανδρες κοπέλες μαζεύονται σε ένα από τα σπίτια του χωριού, όπου αναθέτουν σε κάποια ή σε κάποιες από αυτές να φέρουν από το πηγάδι ή την πηγή, ή σήμερα τη δημόσια βρύση, το «αμίλητο νερό». Η κοπέλα που θα πάει πρέπει να μη μιλήσει καθόλου όσο θα παίρνει και μέχρι να φέρει το νερό στο συμφωνημένο μέρος. Επιστρέφοντας στο σπίτι όπου τελείται ο κλήδονας, το νερό μπαίνει σε πήλινο δοχείο, στο οποίο η κάθε κοπέλα ρίχνει ένα αντικείμενο δικό της (μήλο πράσινο ή κόκκινο, κόσμημα, κλειδί κ.α.), το λεγόμενο ριζικάρι. Στη συνέχεια το δοχείο σκεπάζεται με κόκκινο ύφασμα, το οποίο δένεται γερά με ένα κορδόνι , «κλειδώνεται» με κλειδωνιά σε κάποιες περιοχές και τοποθετείται σε ταράτσα ή αυλή ή άλλο ανοιχτό χώρο. Εκεί παραμένει όλη τη νύχτα, «να το δούνε τ’άστρα». Οι κοπέλες επιστρέφουν ύστερα στα σπίτια τους.

Ανήμερα του Αϊ-Γιαννού, αλλά πριν βγει ο ήλιος -ώστε να μην εξουδετερωθεί η μαγική επιρροή των άστρων-, η υδροφόρος νεαρή της προηγουμένης φέρνει μέσα στο σπίτι το αγγείο. Το μεσημέρι, ή το απόγευμα, συναθροίζονται πάλι οι ανύπανδρες κοπέλες. Αυτήν τη φορά όμως στην ομήγυρη μπορούν να συμμετέχουν και παντρεμένες γυναίκες, συγγενείς και γείτονες και των δύο φύλων, καλεσμένοι για να παίξουν το ρόλο μαρτύρων της μαντικής διαδικασίας. Ένας νέος ή νέα, κατά προτίμηση ελεύθερος-η, πριν ξεσκεπάσει το αγγείο έλεγε: «Ανοίγουμε τον κλήδονα με του Αγιαννιού τη χάρη και ο οποίος έχει ριζικό να έρθει να το πάρει».

Καθισμένη στο κέντρο της συντροφιάς, η υδροφόρος νεαρή ανασύρει ένα-ένα από το αγγείο τα αντικείμενα, που αντιστοιχούν στο «ριζικό» κάθε κοπέλας και μια άλλη, κάποια που έχει ποιητικό ή μαντικό ταλέντο απαγγέλει ταυτόχρονα τυχαίες μαντινάδες. Σχετικά πρόσφατα χρησιμοποιούσαν τα στιχάκια απο παλιά ημερολόγια.  Η μαντινάδα που αντιστοιχεί στο αντικείμενο (ριζικάρι) της κάθε κοπέλας θεωρείται ότι προμηνάει το μέλλον της και σχολιάζεται από τους υπόλοιπους, που προτείνουν τη δική τους ερμηνεία σε σχέση με την ενδιαφερόμενη.

Προς το σούρουπο, όταν τελειώσει η μαντική διαδικασία, η κάθε κοπέλα γεμίζει το στόμα της με μια γουλιά αμίλητο νερό και στέκεται μπροστά σε ανοιχτό παράθυρο, ή πηγαίνει αμίλητη στο δρόμο έως ότου ακούσει το πρώτο ανδρικό όνομα. Αυτό πιστεύεται ότι θα είναι και το όνομα του άνδρα που θα παντρευτεί.
Μετά που θα βγουν όλα τα ριζικάρια από το υδροφόρο αγγείο, η υδροφόρος νεαρά χύνει το νερό του αγγείου μέσα σε ένα πηγάδι σταυρωτά και στη συνέχεια το σκεπάζει με ένα κόκκινο πανί. Το μεσημέρι ή τα μεσάνυκτα οι κοπέλες, ενίοτε και νεαροί, σηκώνουν προσεκτικά το πανί, ώστε να μη δει φως το νερό του πηγαδιού, και βάζουν μέσα το κεφάλι τους. Συνάμα η υδροφόρος με ένα καθρέπτη κατεβάζει τις ακτίνες του ήλιου ή του φεγγαριού μέσα στο πηγάδι και οι κοπέλες ρίχνοντας με ειδικό τρόπο μια – μια τα ριζικάρια τους μέσα στο πηγάδι και εκεί στα κύματα του νερού του πηγαδιού οι παριστάμενοι βλέπουν υπερφυσικά ή μεταφυσικά φαινόμενα, τα οποία επεξηγούν μετά οι μεγαλύτερες και μυημένες γυναίκες, όπως επίσης και αγαπημένα πρόσωπα που έχουν πεθάνει ή το πρόσωπο που θα παντρευτούν κ.α.

Λέγεται επίσης ότι ανάλογο με το πρώτο πρόσωπο που θα δουν αυτοί που είχαν σκύψει το πηγάδι μετά που θα βγάλουν έξω το κεφάλι τους, ανάλογο θα είναι και π.χ. το παιδί που θα γεννηθεί, δηλαδή αν δουν άντρα, αγόρι θα είναι το παιδί που θα γεννήσει μια γυναίκα έγκυος, ή το ίδιο όνομα θα έχει εκείνος που θα παντρευτούν κ.τ.λ.

Σημειώνεται ότι:
α) Όσοι παρακολουθούν την εν λόγω ιεροτελεστία πρέπει λέει να είναι με αυτοσυγκέντρωση, αλλά και μύηση, γιατί υπάρχουν και μυστικά για την παρούσα ιεροτελεστία.
β) Αν το πηγάδι δεν έχει καθάριο και πόσιμο νερό δεν γίνεται να γίνει κλήδονας

Παρόμοια διαδικασία γινόταν και στον Πόντο. ενώ στη Στενήμαχο είχαν μια επιπλέον λεπτομέρεια, τη νυφούλα Καλλινίτσα που τραβούσε τα ριζικάρια

Στην Κεφαλονιά έπαιρναν αμίλητο νερό και έχυναν μέσα λιωμένο μολύβι- μέταλλο. Όπως έπεφτε το λιωμένο μολύβι μέσα στη λεκάνη με το κρύο νερό, κρύωνε απότομα και έπαιρνε διάφορα σχήματα. Η παλιότερη, η γηραιότερη από την παρέα των κοριτσιών, η «εξηγήστρα», μελετούσε τα σχήματα και έδινε διάφορες εξηγήσεις, δηλαδή καταλάβαινε ποια θα είναι τα μελλούμενα του κοριτσιού που του είχαν ονοματίσει «τη ριξιά» του μολυβιού

ΙΣΤΟΡΙΑ – ΑΡΧΑΙΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Ο Κλήδωνας είναι ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Στην εποχή του Ομήρου, χρησιμοποιούσαν τη μαγεία του Κλήδωνα για να μαντέψουν τα μελλούμενα. Ο Παυσανίας (Βοιωτικά, 11, 7), σχετικά με τον κλήδονα, αναφέρει τα εξής: «Στη συνέχεια του Ηρακλείου (της Θήβας) υπάρχει γυμνάσιο και στάδιο, που και τα δυο έχουν το όνομα του Θεού. Πέρα από το Σωφρονιστήρα λίθο υπάρχει βωμός του Απόλλωνα του επονομαζόμενου Σποδίου. Ο Βωμός του Απόλλωνα σχηματίστηκε από τη στάχτη των σφαγίων. Εδώ συνηθίζεται μαντική από κληδόνων («μαντική δε καθέστηκεν αυτόθι από κληδόνων»), την οποία ξέρω ότι τη χρησιμοποιούν οι Σμυρνιοί περισσότερο απ’ όλους τους Έλληνες και οι Σμυρνιοί έχουν πάνω από τη πόλη, έξω από το τείχος, ιερό των κληδόνων («κληδόνων ιερόν»). Παλιά οι Θηβαίοι θυσίαζαν ταύρους στον Σπόδιο Απόλλωνα». Στα χρόνια του Βυζαντίου συναντάμε το έθιμο σαν λατρεία του Ήλιου. Φωτιές ανάβονται και ο λαός πηδά πάνω απ΄ αυτές για να εξαγνίσει το κακό, όπως και σήμερα. Με τα χρόνια ο Κλήδωνας χάνει το χαρακτήρα της γενικής μαντικής και περιορίζεται στους ερωτικούς χρησμούς. Η θεά Κλήδωνα αποσύρεται σιωπηλά και δίνει τη θέση της στον Αϊ Γιάννη, του οποίου τη χάρη επικαλείται ο λαός.

Στους βυζαντινούς χρόνους, όπως αναφέρεται στο «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» του Φ.Κουκουλέ στο κεφάλαιο για το 12ο αιώνα (τόμος Α2, σ. 170, Αθήνα, 1948), την παραμονή του Αγίου Ιωάννη, οι άνθρωποι συναθροίζονταν σε κάποιο σπίτι ή στη γειτονιά, όπου γινόταν τραπέζι σαν να επρόκειτο για γαμήλιο δείπνο. Εκεί παρευρισκόταν κάποιο νεαρό κορίτσι ντυμένο νύφη. Στο τέλος της βραδιάς, ο κάθε παριστάμενος έριχνε ένα αντικείμενο σε ειδικό αγγείο με νερό, από όπου το ανέσυρε στη συνέχεια η «νύφη» υπό μορφήν κλήρου ως απάντηση στην ερώτηση του καθένα για το τι επιφύλασσε το μέλλον.

Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρει αφενός ότι ο κλήδωνας και οι μαντείες υπήρχαν επί εποχής εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο, ήτοι το 1500 π.Χ., και αφετέρου ότι είναι πράξεις καταδικαστέες, πρβ: «τα γαρ έθνη ταύτα, ους συ κατακληρονομείς αυτούς, ούτοι κληδόνων και μαντειών ακούσονται, σοι δε ουχ ούτως έδωκε Κύριος ο Θεός σου» (Δευτερονόμιο 18,14)

Ο Πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών κατά το β’ μισό του 12ου αιώνα, σχολιάζοντας τους Κανόνων της Πενθέκτης Συνόδου (691-2) σχετικά με τις νουμηνίες, τις φωτιές και τον κλήδονα, παραθέτει περιγραφή του εθίμου το οποίο προσομοιάζει με βακχική τελετή συνδεδεμένη με το Σατανά και για το λόγο αυτό το θεωρεί καταδικαστέο, πρβ: «Κατά την εσπέραν της κγ’ του Ιουνίου μηνός, ηθροίζοντο εν ταις ρυμίσι και εν τοις οίκοις άνδρες και γυναίκες, και πρωτότοκον κοράσιον νυμφικώς εστόλιζον μετά γονυ το συμποσιάσαι και βακχικώτερον ορχήσασθαι και χορεύσαι και αλαλάξαι, έβαλλον εν αγγείω συστόμω χαλκώ θαλάττιον ύδωρ, και είδη τινά εκάστω τούτων ανήκοντα – και ώσπερ της παιδός εκείνης λαβούσης Ισχύν εκ τον Σατανά προμηνύειν τα ερωτώμενα, αυτοί μεν περί τούδε τίνος αγαθού ή και αποτροπαίον ανεβοών ερωτηματικώς· το δε κοράσιον από των εν τω αγγείω εμβληθέντων ειδών το παρατυχόν εξαγαγόν υπεδείκνυεν· και λαμβάνων ανόητος τούτον δεσπότης, επληροφορείτο τάχα τα επ’ αυτώ συνενεχθήναι μέλλοντα, ευτυχή τε και δυστυχή. Την επαύριον δε μετά τυμπάνων και χορών συν τω κορασίω εις τους αιγιαλούς απερχόμενοι, και ύδωρ θαλάττιον αφθόνως αναλαμβανόμενοι, τας κατοικίας αυτών έρραινον και ου μόνον ταύτα ετελούντο παρά των ασυνετωτέρων, αλλά και δι’ όλης της νυκτός από χόρτον πυρκαΐας ανάπτοντες, επήδον υπεράνω αυτών και εκληδονίζοντο, ήτοι εμαντεύοντο περί ευτυχίας και δυστυχίας και άλλων τινών δαιμονιωδώς. Τας δε ένθεν κακείθεν εισόδους αυτών και το δωμάτιον, εν ώ ετελείτο η κληδών, συν τοις παρακειμένοις υπαίθροις, χρυσίζουσι πέπλοις και σηρικοίς κατεκόσμουν υφάσμασι· αλλά μην και φυλλάσι δένδρων κατεστεφάνουν, εις τιμήν και υποδοχήν, ως έοικε, του οικειωσαμένου αυτούς Σατανά».

Ωστόσο, παρ’ όλη την αρνητική στάση της Εκκλησίας, το έθιμο του κλήδονα επιβίωσε μέχρι σήμερα, όμως με κάποιες παραλλαγές σε σχέση με τα βυζαντινά δρώμενα. (Συγχρόνως, η έκφραση «αυτά τα λεν στον κλήδονα», με την έννοια ότι αυτά που λέγονται δεν είναι σοβαρά, πιθανόν να εκφράζει την εκκλησιαστική άποψη ως προς τη μαντική πρακτική, ή απλώς μια λαϊκή δυσπιστία.)

πηγές και επιλεγμένα αποσπάσματα απο τα άρθρα:

http://www.krassanakis.gr/klidonas.htm

Οι φωτιές του Αϊ Γιάννη του Κλήδονα: Tο δημοφιλέστερο έθιμο του καλοκαιριού 

http://paterikos.blogspot.gr/2012/06/24.html

http://www.monemvasia.gr/el/cultural-activities/festivals-a-events/the-custom-of-klidonas-revives-in-agios-nickolaos-voion-and-metamorfosi

http://users.sch.gr/ntinos_psilop/index.php?option=com_content&view=article&id=569:ithi-ethima-vrises-aigiannis-klidonas&catid=119:ithi-kai-ethima-vrises&Itemid=367

http://pitharipandoras.blogspot.gr/2014/06/blog-post_23.html

Βυζαντινοί ναοί σε Εύβοια και Άνδρο

Στη σημερινή ανάρτηση σας παραθέτω δύο τεκμήρια και εργασίες αναφορικά με παλιούς βυζαντινούς ναούς στα νησιά μας Άνδρο και Εύβοια. Καλή μελέτη!

ΠΑΣΧΑΛΗΣ, Δημήτριος Π.. Χριστιανική Άνδρος (Andros sacra). Παλαιαί εκκλησίαι της νήσου Άνδρου. Δελτίον Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, [S.l.], p. 3-50, Απρ. 2013. ISSN 2241-2190. 

taxiarxis2bmelidas2b01
βυζαντινός ναός του Ταξιάρχη Μελίδας στην Άνδρο (πηγη)

ΖΩΓΡΑΦΟΣ, Παντελής Γ.. Χριστιανική Εύβοια. Δελτίον Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, [S.l.], p. 3-13, Απρ. 2013. ISSN 2241-2190. Διαθέσιμο από: <http://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/deltion/article/view/4874/4648>. Ημερομηνία πρόσβασης: 15 Νοέ. 2016 doi:http://dx.doi.org/10.12681/dchae.1332.

ce2e35697156cb3bce0fc32444302719
πηγη

Επαγγέλματα που χάθηκαν: Ο λούστρος

 

Λούστρος ή λουστραδόρος ονομάζεται ο πλανόδιος που το επάγγελμα του είναι να γυαλίζει παπούτσια περαστικών. Στη δουλειά του λούστρου χρησιμοποιείται κασελάκι που μέσα έχει τα βερνίκια και βούρτσες για το γυάλισμα των παπουτσιών. Σε αρκετές περιπτώσεις, ιδιαίτερα παλαιότερα (όπως φαίνεται & σε ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου), οι λούστροι ήταν επί το πλείστον παιδιά ή έφηβοι.

Τα μαύρο δερμάτινο ή καφέ σκούρο παπούτσι ή σκαρπίνι ήταν status για τον άνδρα της γύρας και έπρεπε πάντα να είναι λουστραρισμένο και να δείχνει στο μάτι ,κυρίως σε μια εποχή που τα παπούτσια λέρωναν εύκολα και σκονίζονταν από τους χωματόδρομους.

18892932_1444739542251681_6614855031383558694_n
Πάτρα 1930.

«Ο πελάτης άπλωνε το πόδι του στο στη μπρούτζινη συνήθως βάση απ’το κασέλι και όλα τα άλλα τα αναλάμβανε ο λούστρος. Δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα. Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με πανί και με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν.

cebbcebfcf85cf83cf84cf81cebfcf82
Μερικοί λούστροι έκαναν επίδειξη της δεξιοτεχνίας τους προσφέροντας δωρεάν θέαμα στο κοινό, πετώντας τις βούρτσες στριφογυριστά στο αέρα, σαν ζογκλέρ, ή χτυπώντας τες ρυθμικά στο κασελάκι.
Ο λούστρος μπορεί να ήταν και πλανόδιος κάποιες φορές όταν κουράζοντας από το σκαμνί του.

loustros209
Περνούσε από τα καφενεία κυρίως όπου σύχναζαν οι μόρτηδες οι σκαρπινάτοι.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο πελάτης του καφενείου με νεύμα του τον καλούσε για λουστράρισμα ενώ ο ίδιος απολάμβανε τον ελληνικό του διαβάζοντας την εφημερίδα του. Εγώ ως γραφών την έζησα αυτή τη σκηνή σε καφενείο με πελάτη το θείο μου. Ο πελάτης όσο φτωχός κι αν ήταν έδειχνε αρχοντικός στη διάρκεια του λουστραρίσματος κυρίως στο καφενείο και πολλοί το ζούσαν ως αρχόντοι του ενός λεπτού.
Φυσικά οι λούστροι δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης από την υπόλοιπη κοινωνία , όσο φτωχή κι αν ήταν τα χρόνια εκείνα.
Η λέξη «λούστρος» ήταν συνώνυμη του σημερινού γύφτου και αποτελούσε βρισιά.
Το επάγγελμα ήταν ταπεινό από τη φύση του , ο λούστρος πολλές φορές δε κοιτούσε ψηλά στον πελάτη όσο διαρκούσε η δουλειά του εκτός αν ήταν ανάγκη να του πει κάτι. Για τους λούστρους μεγαλύτερης ηλικίας η στάση του σώματος ήταν επώδυνη ανάλογα και κατα πόσο ήταν παχύς.» (πηγή)

Ο λουστραδόρος είναι ένα επάγγελμα που έχει καταργηθεί στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά υπάρχει ακόμη σε άλλες χώρες, όπως η γειτονική μας Τουρκία.

Δείτε και αλλα επαγγελματα όπως ο πωλητης πουλερικών ή ο βοσκός  , ο τσαρουχοποιός , ο χαμάλης  , ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές της Λευκάδας

20 υπέροχα Βυζαντινά δαχτυλίδια – 20 fabulus Byzantine rings

256f78fd060e6a7d6b1d2562cdc34554
Byzantine- Medieval Cross Ring Solid Gold silver, ca 10-11th century
35e95cf176658a76075f09ba1a580e41
EARLY BYZANTINE GOLD RING with cross and garnet. Circa 7th/8th C
f802c0529256d552f1665d23e23b8780
BYZANTINE GEMSTONE RING, Constantinople, 6th – 7th century

3026d9bd964eba223c3ed804892ed585

af49a6ba5bb1a2373f6b4c7dbd43982b
Byzantine Gold Doves and Cross Fretwork Ring, 9th century A.D.
49d211cda3259dd1251b43802f6ae16c
Byzantine Gold Ring with Garnets and Pearls, 14th Century
a1e6d0c054fb984159c2d05a2ef336aa
Gold Ring Set with Garnet Byzantine, 6th-7th century
8224289a397f445bcb77547abcf660d6
Byzantine Gold Ring, 6th -8th Century AD With cabochons of garnet, emerald, lapis lazuli, quartz and a central pearl.
f9969d6194640652569008dede05e61d
10th century Gold and enamel
2f178d2f173b1dcf1bc8a7d5a29a0119
CIRCA 6TH-7TH CENTURY A.D.
8a3b4d2aa48f63e50a61e59e75b7e4a5
8th-10th century Gold and enamel
265597537eb46c8cd1a86185c75508b8
CIRCA 5TH CENTURY A.D
tumblr_o60nc0dzjg1rgfuxjo1_1280
9th-12th Century AD
7b05a34ceff526480522872d31c1499f
A BYZANTINE GOLD, PEARL AND AMETHYST FINGER RING CIRCA 6TH-7TH CENTURY A.D. The exterior of the strap hoop ornamented with braided plain wire filigree, the sides of the spool-shaped bezel with a ring of pearls threaded on a wire and secured by small loops, bands of beaded wire above and below, the bezel set with a circular cabochon amethyst.
098fc49c72dba4198f6f00eae3eabb58
Byzantine Gold Spiral Openwork Ring, 7th century.
bd52367cc5a9d31a33cf6a7df740ea4c
CIRCA 6TH-7TH CENTURY A.D.
62f1f55dfac8fbaefcd43881c861437d
Early Byzantine gold and garnet ring, late 5th-early 6th century A.D.
fc226003710580c810d422d4f6ca9732
Late Byzantine gold and amethyst ring. Ca. 800 A.D. The oblong cut pyramid shaped amethyst could be a later replacement
a22716f2d55b6d5ab0467189baccc85e
BYZANTINE GOLD CROSS RING

Μήπως κάποιο από αυτά τα σχέδια σας ενέπνευσε για να φτιάξετε ένα δικό σας; Δείτε εδώ κάποιον που μπορεί να σας το φτιάξει.

Πρoστατευμένο: 20+1 ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ (δωρεάν e-book με την εγγραφή σας στο blog!)

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

11 υπέροχα βυζαντινά σκουλαρίκια στο σχήμα της ημισελήνου-11 magnificent halfmoon shape byzantine earrings

Ο σχήμα του μηνίσκου είναι συνηθισμένο στα σκουλαρίκια της βυζαντινής περιόδου.

Γενικά η μισογεμάτη σελήνη, αποτελεί ένα αγαπημένο θέμα στον βυζαντινό πολιτισμό. Στον 5ο αιώνα μ.Χ. σε νόμισμα του αυτοκράτορα Αναστασίου Ι (491-518 μ.Χ.), βρίσκουμε νόμισμα που στη μια μεριά έχει την προτομή του αυτοκράτορα και στην άλλη την ημισέληνο. Στη συνέχεια και για πολλούς αιώνες συναντούμε την ημισέληνο με πολλούς τρόπους σε απεικονίσεις στο Βυζάντιο.

hmiselinos

Δείτε εδώ έντεκα σχέδια από σκουλαρίκια βυζαντινής τέχνης στο σχήμα του μισοφέγγαρου

4ff1fb2e6a1e679dba97b4b22cc577f9
10th Century — Historical Museum of Crete
dd00bdb1fe037873f2b6592e07aed0fa
8th to 10th Century CE
945cabf1c80ee83db9aa74db2160b8d9
medieval earring 600-700 Byzantine Empire
93b42c013dad68c16fa64eb4dc9b2009
CIRCA 6TH-7TH CENTURY A.D.
aa1b9e91e99a722966099df32201f52d
Circa 6th-7th Century B.C. Each crescentic in form, composed of strips of rectangular wire arranged in various spirals and figure-8 loops, the perimeter with nine ribbed tubes through which passes a plain wire threaded with pearls, a hinged arching ear wire above
e42febcebb5d2cf95408ab4aadd38645
1080-1150 Constantinople, Byzantine cloisonne enamel and gold temple pendant and stick – Met Museum
c27e29bc93bc7a9a77396fcc87ca57e0
Byzantine Gold Earrings, 5th-7th Century AD With garnet and glass cabochons and glass beads
5f7cbe43369e9036429c78a9d1a76ac9
Bijou byzantin – Musée de Varna
920991a23fde638ed5513d12bb358929
600-700 Byzantine Empire
345c18f82272faf75fbc1099ffa2a6c0
early Byzantine period, 7th-9th Century. gold with a rock crystal bead

Μήπως κάποιο από αυτά τα σχέδια σας ενέπνευσε για να φτιάξετε κάτι αποκλειστικά δικό σας; Δείτε εδώ κάποιον που μπορεί να σας το κατασκευάσει.

gm1417
6th-7th Century AD

Οι παραδοσιακές φορεσιές Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων

Ανασκαλεύοντας στο διαδίκτυο βρήκαμε αυτή την εργασία απο τον Οδηγό Ιονίων Νήσων της Σοφίας Μπρισένιου  και του Θεόδωρου Γ. Παππά που περιγράφουν τις παραδοσιακές φορεσιές Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων. Θεωρήσαμε σωστό να αναδημοσιεύσουμε την εργασία εμπλουτισμένη με εικόνες για τους λάτρεις της ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς.

«Η λαϊκή ενδυμασία

α. Γυναικεία

Από την περίοδο της Ενετοκρατίας, οι επιρροές στο ντύσιμο των Κερκυραίων είναι πολλές. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς από τις ξενόφερτες λέξεις που χρησιμοποιούν για να ονοματίσουν τα διάφορα μέρη της ενδυμασίας τους που προέρχονται από αντίστοιχες ενετικές, όπως: rochetto, tabarro, sarza, bombascina, carpetta, taffeta κ.ά.

Οι γυναικείες φορεσιές χωρίζονται ανάλογα με τη γεωγραφική τους περιοχή. Έτσι έχουμε της Λευκίμμης, της Μέσης, του Γύρου, του Όρους, των Παξών και των Διαποντίων Νήσων. Επίσης, άλλη διάκριση των ενδυμασιών είναι σε καθημερινές, κυριακάτικες και νυφιάτικες. Σε φορεσιές κοπέλας, παντρεμένης και χήρας.

img_001
Πανηγύρι στη Βόρεια Κέρκυρα στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Διακρίνεται καθαρά ο παραδοσιακός τρόπος ένδυσης ανδρών και γυναικών (Ιδιωτική συλλογή). (πηγή)

Αντίθετα, οι ανδρικές στολές ήταν ίδιες σε όλο το νησί. Ξεχώριζε μόνο η βλάχικη που τη φορούσαν μερικοί στην Κασσιώπη, την Πλατυτέρα και την Γαρίτσα.

Οι παραδοσιακές ενδυμασίες αρχίζουν σιγά σιγά να δίνουν τη θέση τους στον σύγχρονο τρόπο ένδυσης, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη γνωστή αλλαγή στον τρόπο ζωής. Σ’ αυτό συνέβαλαν οι εύκολες μετακινήσεις, η αστυφιλία, ο τουρισμός, ο νέος τρόπος ζωής, καθώς και άλλοι παράγοντες.8

«Εμείς προφτάσαμε», λέει η Ελισάβετ-Λουλού Ι. Θεοτόκη «και φωτογραφίσαμε όσες αυθεντικές στολές βρήκαμε στην Κέρκυρα και ελπίζουμε, έτσι αρχειοθετημένες να αποτελούν στοιχεία περαιτέρω έρευνας, παραθέτουμε δε μερικές φωτογραφίες ως δείγματα του αρχείου μας και αντίγραφα από οικογενειακές φωτογραφίες διάφορων περιοχών».9

Αυτό που σήμερα λέμε «παραδοσιακή φορεσιά» διαμορφώθηκε το 17ο αι. μέχρι την επικράτηση στα μέσα του 20ού αι. των «ευρωπαϊκών ρούχων». Έτσι, άνδρες, γυναίκες, νέες, γριές, χήρες, αγρότες και αστοί, ντύνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο.

Χαρακτηριστική ήταν η γυναικεία φορεσιά της Κέρκυρας. Οι φορεσιές αυτές ήταν κεντημένες από γυναίκες της οικογένειας. Είναι εντυπωσιακά τα πολύπλοκα και πολύχρωμα σχέδια και απερίγραπτη η ποικιλομορφία αυτών ανάλογα με τον τόπο προέλευσης τους.

c81b0c3d1eb23f4480813665e13c190f
Νυφιάτικη ενδυμασία περιοχής Μέσης Κέρκυρας. Αρχές του 20ού αι. Αρχείο Δ. Κάντα.

Οι κεφαλόδεσμοι ήταν ό,τι πιο αντιπροσωπευτικό της γυναικείας κερκυραϊκής φορεσιάς, πάντα περίτεχνα και πάντα ταιριαστά με την κόμμωση. Και αυτές είναι ανάλογες από τον τόπο προέλευσης, την οικογενειακή κατάσταση, αλλά και από το αν η γυναίκα που τον φοράει είναι ελεύθερη, μικροπαντρεμένη ή χήρα.

img_037
Χαρακτηριστικός κεφαλόδεσμος με «κοκόρους». Φωτογραφία Δ. Κάντα (Η παραδοσιακή φορεσιά της Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, Κέρκυρα, χ.χ., σελ. 22). πηγη

Η μπουστίνα (από το μπούστο) σκεπάζει το στήθος και φοριέται πάνω από το πουκάμισο. Είναι φτιαγμένη από λινό, βαμβακερό ή μεταξωτό ύφασμα και έχει πολλά κεντητά ποικίλματα, όπου «καρφώνανε» τα δώρα του γάμου από χρυσό.

Το πεσελί το φορούσαν ως συμπλήρωμα της γαμήλιας φορεσιάς και ήταν προσφορά του γαμπρού προς τη νύφη. Ήταν από βελούδο σε ζωντανά χρώματα, κεντημένο με χρυσή κλωστή, με πολυσύνθετα και εντυπωσιακά σχέδια. Το στόλιζαν με χρυσά και ασημένια κουμπιά. Μετά το γάμο η γυναίκα το φορούσε στις γιορτινές ημέρες, ως καλό ρούχο.

f9e39688e59baf1f866fd905dccd6de4

Την ενδυμασία συμπλήρωναν πολύτιμα κοσμήματα. Αξιοσημείωτο είναι οι ξεχωριστές ονομασίες που χρησιμοποιούσαν για τα σκουλαρίκια –περίπου 15– και υπήρχαν ισάριθμα είδη! Επίσης στόλιζαν το λαιμό και το μπούστο με στηθοβελόνες και καρφίτσες, στη μέση φορούσαν ζώνες με πόρπες. Τους καρπούς τούς στόλιζαν με βραχιόλια (μπρατσουλέτα) ή χρυσές στρογγυλές βέργες (οκάνες), και τα δάκτυλα με ανάλογα δακτυλίδια. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα κοσμήματα τα έφτιαχναν σπουδαίοι λαϊκοί Κερκυραίοι τεχνίτες ή τα αγόραζαν από τα ασημοχρυσοχοεία που διατηρούσαν Ηπειρώτες.

Όταν μια γυναίκα χήρευε, έβγαζε τα στολίδια και φορούσε μαύρη μαντίλα ή μαύρη κορδέλα επάνω από την άσπρη μπόλια που σκέπαζε το κεφάλι.

Εκείνο που έκανε να διαφέρουν οι φορεσιές των Κερκυραίων γυναικών της αστικής τάξης ήταν ότι πλεόναζαν οι δαντέλες και τα στολίδια, καθώς και τα υφάσματα ήταν από πιο ακριβά υλικά. Την «καλή» φορεσιά τη φορούσαν τις Κυριακές και τις γιορτές, αφού την έβγαζαν από το σεντούκι ή από το φορτσέρι όπου ήταν φυλαγμένη και μοσχοβολούσε από διάφορα βότανα και μυρωδιές φρούτων.

d8abc91d4922fec56a9ad004ab2bc8f7
________________________________________
8 Ελισάβετ-Λουλού Ι. Θεοτόκη, Ενδυμασίες Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, εκδ. Δήμου Κερκυραίων, Κέρκυρα 1994, σ. 40.
9 Στο ίδιο, σ. 42.

i. Πουκαμίσες και Μπουστίνες

Κάτω από το μπούστο η Κερκυραία φορούσε το λευκό πουκάμισο ή αλλιώς την πουκαμίσα. Συνήθιζαν να δένουν πάνω σ’ αυτό το φυλαχτό και μαζί με μια πλεχτή μάλλινη φανέλα, τη μάγια, ήταν το κύριο εσώρουχο της κερκυραϊκής στολής.

Η πουκαμίσα ήταν φτιαγμένη από λινό ή βαμβακερό ύφασμα και έφτανε μέχρι το γόνατο. Τα μανίκια ήταν μακριά σουφρωτά στους καρπούς και το καλοκαίρι πιο κοντά. Είχε κεντήματα στο κάτω μέρος, στη λαιμόκοψη, καθώς και στο πάνω και κάτω μέρος από τα μανίκια. Την πουκαμίσα την ύφαιναν συνήθως οι γυναίκες στο σπίτι.

Πάνω από την πουκαμίσα φορούσαν μια άσπρη φούστα, το μισοφόρι ή ροκέττο ή κοντορόκεττο ή βελέσι, που είχε στη μέση σούρα και, συνήθως, στο κάτω μέρος ήταν κεντημένο.

Για στηθόδεσμο χρησιμοποιούσαν ένα λεπτό ύφασμα από μπατίστα, ψιλό λινό πανί ή από τούλι ή μετάξι για τις γιορτινές ενδυμασίες. Στο κάλυμμα αυτό, που το ονόμαζαν μπροστίνα ή μπουστίνα ή μπροστούρα ή πετόνι ή πετάρι έβαζαν τις γιορτινές μέρες τα χρυσαφικά τους

53bb9b8a3a798cf5cb671266b2588c97
Στολή Λευκίμμης. Από το βιβλίο της Ελισάβετ – Λουλού Θεοτόκη, Ενδυμασίες Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, Έκδοση Δήμου Κερκυραίων, Κέρκυρα 1994, σ.27.

ii. Ροκέττα και Ποδιές

Η καθημερινή φούστα που φορούσε η Κερκυραία, το ροκέττο, ήταν ριγέ με άσπρες και μπλε ρίγες. Στην περιοχή του Γύρου, οι φούστες που έβαζαν οι νύφες, ήταν από μεταξωτό ύφασμα (ταφτάς), σε χρώματα ζωηρά, όπως γαλάζιο, μοβ ή κόκκινο και ήταν πιο κοντές.

Στο νότιο συγκρότημα του νησιού, η φούστα της νύφης και αργότερα η «καλή» φούστα που φορούσε τις γιορτινές μέρες, ήταν πλισέ στο πίσω μέρος και στα πλάγια. Στο μπροστινό μέρος ήταν ίσια γιατί από πάνω φορούσαν την ποδιά. Η φούστα αυτή που λεγόταν και άμπιτο, καρπέττα ή βελέσι, ήταν μακριά και για να τη στολίσουν έραβαν στο κάτω μέρος της πολύχρωμες κορδέλες. Χαρακτηριστικές είναι οι «προξενιές», κορδέλες με λουλούδια που τις κρεμούσαν στην άκρη του ροκέττου.

Τα ροκέττα που φορούσαν τις Κυριακές ήταν όπως και τα νυφιάτικα, αλλά από μαύρο γυαλιστερό αλπακά, ενώ αυτά που χρησιμοποιούσαν καθημερινά από αλατζά.

Εκτός από τη φαρδιά κόκκινη ζώνη που φορούσαν οι γυναίκες, παρατηρούμε ότι στην περιοχή της Μέσης, οι Κερκυραίες έβαζαν ένα τριγωνικό κόκκινο μαντήλι, την τσουτσουμίδα, που πάνω της απεικονίζονταν λουλούδια και φτερά παγωνιού. Τη φορούσαν στη μέση, στην αριστερή μεριά. Οι νέες κοπέλες τη φορούσαν και σαν μαντήλι στο κεφάλι. Την τσουτσουμίδα τη χρησιμοποιούν και στους χορούς.
Νυφιάτικες, γιορτινές και καθημερινές είναι και οι ποδιές ή μπροστέλλες ή μπροστομούνες. Τις καθημερινές ποδιές τις ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες και ήταν από λινάρι.

e39566bfe6694e201ef6deec3da8ec94
ποδιά νυφική Λευκίμμης πηγή

Η νυφιάτικη ποδιά της Λευκίμμης είναι εντυπωσιακή. Χρησιμοποιούσαν ως βάση τον ταφτά σε διάφορα χρώματα και από πάνω στερέωναν με κόκκινη κορδέλα το λευκό τούλι που ήταν κεντημένο. Επίσης, περνούσαν πάνω στο τούλι κορδέλες διαφόρων χρωμάτων, κεντούσαν λουλούδια ή κρεμούσαν λεπτά σιρίτια σε διάφορους σχηματισμούς, φούντες και άλλες κορδέλες. Το χρώμα όμως που κυριαρχούσε ήταν το κόκκινο. Στο κάτω μέρος από το τούλι κεντούσαν για φινίρισμα ένα βολάν.

Στην περιοχή της Μέσης, οι νυφιάτικες και γιορτινές ποδιές ήταν από μετάξι, άλλοτε εμπριμέ, άλλοτε ριγέ ή μονόχρωμες, μακρόστενες με σούρα ή με φαρδιές πιέτες. Στους Σιναράδες, οι γιορτινές ποδιές ήταν από ποπλίνα διαφόρων χρωμάτων και είχαν κόκκινο ή ροζ κέντημα στο κάτω μέρος, ή μεταξωτές που κατέληγαν σε «κρόσσια» στο κάτω μέρος.

img_007
Καθημερινή φορεσιά Μέσης Κέρκυρας (πηγη)

iii. Τζιπούνια

Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν ένα γιλέκο. Το γιλέκο αυτό, κοντό ή μακρύ και χωρίς μανίκια, άφηνε το στήθος ακάλυπτο. Τα πέτα του ήταν σε σχήμα οβάλ και ενώνονταν στο κάτω μέρος πάνω από τη ζώνη. Στο σημείο αυτό δένονταν με κορδόνια ανάμεσα από θηλιές.

Το τζιπούνι ή κοτολί ήταν το νυφιάτικο γιλέκο που φορούσαν οι γυναίκες στην περιοχή της Λευκίμμης. Ήταν φτιαγμένο από κόκκινο βελούδο και μπροστά ήταν στολισμένο με χρυσές φάσες, τις λεγόμενες πασαμάδες, που ξεκινούσαν από τη ραφή του ώμου και κατέληγαν στη μέση, όπου και δένονταν με κορδόνια που περνούσαν μέσα από θηλιές.

Γενικά το νυφιάτικο τζιπούνι ή κοτολί ήταν φτιαγμένο όχι πάντοτε από χρώμα κόκκινο, αλλά και από μπλε, βυσσινί ή θαλασσί και, σπανίως, από μαύρο ύφασμα. Δεξιά και αριστερά από το μπούστο ήταν κεντημένο με χρυσή κλωστή και στολισμένο περίτεχνα. Άλλες φορές έραβαν τρέσες από χρωματιστές κορδέλες ή χρυσά σιρίτια. Τα σιρίτια αυτά ήταν διπλά και για τελείωμα είχαν την κομποβελονιά. Και η πλάτη ήταν με χρυσοκέντημα που κατέληγε σε μια κουφόπιετα στην οποία ήταν ραμμένοι ρόδακες από χρυσή κλωστή πάνω σε χαρτόνι. Στη μέση τους, οι ρόδακες είχαν μια κόκκινη, μπλε ή πράσινη βούλα.

img_142
Κέρκυρα, περιοχή Μέσης. Γιλέκο βελούδινο, μπλε χρώματος, με μονοκόμματο κλείσιμο. Έχει λίγο κόκκινο μεταξωτό κέντημα και είναι φθαρμένο.
Συλλογή Ελισάβετ – Λουλού Ι. Θεοτόκη.

Στο τελείωμά του το κοτολί ήταν κεντημένο με χρυσή κλωστή. Το κέντημα αυτό πολλές φορές γινόταν πάνω σε μεταξωτή κορδέλα, κόκκινη ή γαλάζια. Με φεστόνι έφτιαχναν τις κουμπότρυπες που έκλειναν με ασημένια κουμπιά ή με ασημένια αλυσίδα. Στο εσωτερικό του το τζιπούνι ήταν φοδραρισμένο με λεπτό βαμβακερό ύφασμα. Το καθημερινό τζιπούνι ήταν μάλλινο το χειμώνα, καφέ, πράσινο, μπλε και έκλεινε με ένα κουμπί.

Τα νυφιάτικα τζιπούνια που συναντούμε στην περιοχή του Γύρου και του Όρους, ήταν βελούδινα, αλλά και από αλπακά ή τσόχα, σε χρώμα κόκκινο, μπλε, πράσινο και μαύρο. Στόλιζαν τη μανικοκόλληση με ένα κόκκινο σιρίτι κόκκινο, ροζ, κίτρινο ή χρυσό. Τα κεντήματα στο πλάι του τζιπουνιού, από το στήθος μέχρι τη μασχάλη, λέγονταν σαρκεντίνες. Ήταν κεντημένα συνήθως με κίτρινη ή χρυσή κλωστή.

Για να μην ανοίγει το γιλέκο περνούσαν ένα χρωματιστό σιρίτι από θηλιές που ήταν φτιαγμένες πάνω σ’ αυτό και βρίσκονταν ακριβώς κάτω από το στήθος και την μπροστούρα. Το τζιπούνι που είχαν για τις «καλές» μέρες το λέγανε πασαμά. Επειδή ήταν μακρύ το φορούσαν μέσα από το ροκέτο.

Στη μέση έβαζαν στην περιοχή του Γύρου πολύχρωμες φασκιές ενώ στο Όρος φορούσαν μαύρο ζωνάρι που είχε πάνω του ραμμένη χρωματιστή κορδέλα που κατέληγε σε φούντες.

Το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένες οι φασκιές και οι ζώνες ήταν το βαμβάκι. Τις ύφαιναν πάνω στο πόδι χρησιμοποιώντας το χτένι και την ξύλινη σπάθη. Οι φασκιές είχαν μήκος συνήθως γύρω στο 1,60 μ. και το φάρδος κυμαινόταν από 3 έως 6 εκ. Ένα κομμάτι της φασκιάς ήταν άσπρο και το υπόλοιπο είχε κάθετες πολύχρωμες γραμμές. Οι συνδυασμοί των χρωμάτων επαναλαμβάνονταν.

«Στερέωναν το νήμα στα πόδια, βγάνοντας τα υποδήματα, από τους φτέρνες μέχρι πάνω απ’ το γόνα. Στη μέση τούτου είχαν ένα κτένι και ύφαινον, κτυπώντας το νήμα με ξύλινη πλεμουδιστή σπάθη. Οι κορδέλες είχαν πλάτος 2 εκ. και ήσαν έγχρωμες κατά γραμμάς και κατά μήκος, συνήθως εις το μέσον».10

iv. Πεσελιά

Ζακέτα με μανίκια. Από τα πιο εντυπωσιακά κομμάτια της κερκυραϊκής στολής, που φορούσαν οι νύφες σε όλο το νησί. Το πεσελί ήταν συνήθως δώρο του γαμπρού προς τη νύφη. Ήταν φτιαγμένο από ύφασμα βελούδο κόκκινο, μπλε, μοβ, μαύρο ή καφέ και καμιά φορά από τσόχα.

img_045
Νυφιάτικη φορεσιά από Γιαννάδες Κέρκυρας. Αρχείο Κόκκαλη πηγη

Το πεσελί ήταν χρυσοκεντημένο. Τα κεντήματα αυτά γίνονταν παλιά από τους Τερζήδες, που κατάγονταν από την Ήπειρο και αργότερα από τους Εβραίους. Σε κάποια χωριά τα κεντούσαν οι γυναίκες.

«Στην πλάτη κεντούσαν το δέντρο της ζωής, που φύτρωνε από μία γλάστρα. Το δέντρο εθεωρείτο στήριγμα του κόσμου και σύμβολο αιωνιότητας. Στην κορυφή του δέντρου ήταν κεντημένος ο δικέφαλος αετός ως σύμβολο δύναμης και μεγαλείου. Κεντούσαν και παγώνια με μακριές ουρές ως σύμβολο υπεροχής και ομορφιάς. Το δέντρο είχε ρόδακες, φυλλαράκια, μικρά λουλουδάκια, κλαριά. Αλλού η χρυσή κλωστή ήταν βαλμένη μονή και αλλού διπλή ή και τριπλή. Στο κέντρο από τα λουλούδια και τους ρόδακες ήταν απλικαρισμένο μικρό χρωματιστό μετάξι. Η ίδια τεχνική του απλικαρίσματος χρησιμοποιείτο για τη γλάστρα του δέντρου και το σώμα του αετού». 11

Εκτός από το πεσελί φορούσαν και τη γιακέττα, τόσο τις Κυριακές, όσο και τις καθημερινές. Η κυριακάτικη ήταν συνήθως φτιαγμένη από βελούδο ή μετάξι διαφόρων χρωμάτων· η χειμωνιάτικη ήταν μάλλινη, η δε καλοκαιρινή ήταν φτιαγμένη από τσίτι. Λεγόταν γκρέκα στη Λευκίμμη και στο Γαστούρι, πόρκα στους Σιναράδες. Ήταν κοντή με λαιμόκοψη. Στο κάτω μέρος εμπρός είχε πιέτες πλακωτές, οι οποίες έφθαναν αρκετά πιο πάνω από τη μέση του στήθους και κούμπωνε με σούστες από τις πιέτες και πάνω.
____________________________________________
10 Ιωάννης Μπουνιάς, Κερκυραϊκά, σελ. 250.
11 Ελισάβετ-Λουλού Ι. Θεοτόκη, Ενδυμασίες Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, εκδ. Δήμου Κερκυραίων, Κέρκυρα 1994, σ. 86.

v. Κάλτσες και Παπούτσια

Οι γυναικείες κάλτσες ήταν πλεκτές, μάλλινες ή βαμβακερές. Συνήθως ήταν άσπρες. Έφθαναν ως το γόνατο και τις δένανε με κορδέλες ή καλτσοδέτες. Φορούσαν όμως για καθημερινή χρήση κάλτσες καφέ που τις βάφανε με καρυδότσουφλα. Στην περιοχή του Όρους φορούσανε μαύρες κάλτσες. Τις έπλεκαν με πέντε βελόνες εκ των οποίων τη μία την έβαζαν στην σκαλτσουνόροκα, δηλ. ένα τρύπιο ξύλο όπου έμπαινε μέσα ή βελόνα. 12

img_217
Γυναικείες χειροποίητες βαμβακερές κάλτσες με άσπρη κορδελίτσα για δέσιμο. Οι γυναικείες κάλτσες ήταν πλεκτές, μάλλινες ή βαμβακερές. Συνήθως ήταν άσπρες. Έφθαναν ως το γόνατο και τις δένανε με κορδέλες ή καλτσοδέτες. Φορούσαν όμως για καθημερινή χρήση κάλτσες καφέ που τις βάφανε με καρυδότσουφλα. πηγη

Όταν δεν ήταν ξυπόλητοι φορούσαν μαύρα παπούτσια με κορδόνια, χωρίς ψηλά τακούνια. Τα νυφιάτικα παπούτσια στην περιοχή της Λευκίμμης και Μέσης ήτανε κόκκινα μεταξωτά με ασημένιες φούμπιες. Τα γιορτινά ήταν μαύρα σκαρπίνια με φούμπια ή κορδόνια.

vi. Κεφαλόδεσμοι

Στη νεοελληνική γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά, ο κεφαλόδεσμος έχει ιδιαίτερη σημασία. Απ’ αυτόν αναγνωρίζεται η περιοχή, η κοινωνική θέση της γυναίκας, αν είναι κοπέλα, παντρεμένη ή χήρα. Επιπλέον, οι κεφαλόδεσμοι διακρίνονται σε γιορτινούς και καθημερινούς. Απαρτίζονται δε από την κόμμωση, τα δεσίματα, τις μαντίλες και το στόλισμα. 13

Οι κεφαλόδεσμοι της Κέρκυρας παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις διάφορες περιοχές, αλλά και ανάμεσα στα χωριά της ίδιας περιοχής. Στη Λευκίμμη, οι κοπέλες είχαν τα μαλλιά τους κοτσίδες, τα έδεναν σαν στεφάνι στο κεφάλι τους και επάνω φορούσαν μαντήλι. Στην περιοχή της Μέσης, φορούσαν κλαρωτά κίτρινα ή άσπρα μαντήλια με λουλούδια κόκκινα και φύλλα πράσινα.

img_092
Καθημερινός κεφαλόδεσμος Λευκίμμης. Στη Λευκίμμη, οι γυναίκες είχαν τα μαλλιά τους κοτσίδες, τα έδεναν σαν στεφάνι στο κεφάλι τους και επάνω φορούσαν μαντήλι πηγη

Μέχρι την δεκαετία του 1960, οι χωρικές φορούσαν πάντα μαντήλια και απέφευγαν να βγαίνουν έξω με κεφάλι ακάλυπτο. Οι μαντίλες στην Κέρκυρα ήταν λευκές ή κρεμ. Μόνο οι κοπέλες φορούσαν χρωματιστά μαντήλια.

img_093
Καθημερινοί κεφαλόδεσμοι Γύρου. πηγη

_____________________________
12 Στο ίδιο, σσ. 95-96.
13 Στο ίδιο, σ. 102.

vii. Κοσμήματα

Απαραίτητο συμπλήρωμα της κερκυραϊκής νυφιάτικης και γιορτινής στολής ήταν τα χρυσά στολίδια. Τα κοσμήματα ήταν δώρα του γαμπρού προς τη νύφη και μαρτυρούσαν την οικονομική κατάσταση του ζεύγους.

Τα κοσμήματα της Κέρκυρας έμοιαζαν με αυτά της Λευκάδας και ιδίως μ’ αυτά της Κάτω Ιταλίας. Τα σχέδια ήταν ιταλικά αλλά τα επεξεργάζονταν επιδέξια Κερκυραίοι τεχνίτες.

Οι κοπέλες, από πολύ νεαρή ηλικία, φορούσαν σκουλαρίκια. Όταν γίνονταν νύφες, οι γονείς τους χάριζαν μαζί με τα άλλα και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια.

img_094

Τα κερκυραϊκά σκουλαρίκια είναι πολλών ειδών: τριάπιδα (τρία κρεμαστά από κρίκο σε σχήμα αχλαδιού), βεργέτες (μεγάλα κρεμαστά σκουλαρίκια), μποκολέτες (μακριά με κόκκινη πέτρα), καμπάνες (σε σχήμα καμπάνας), κλωσσαριές (στρογγυλά με μαργαριτάρια), κουμπιά (μπουμπούλια ολοστρόγγυλα), δάκρυα (σταγονοειδή), κρίκοι, τορκίνες, μασουρέτες, κουλούρες, λαουρέτες, λαουράδες κ.ά.

Τα σκουλαρίκια αποτελούσαν ένα μικρό τμήμα του όλου κύκλου των γυναικείων κοσμημάτων. Τα υπόλοιπα κοσμήματα, αλυσίδες, μενταγιόν, σταυροί, καδένες, στηθοβελόνες, βελόνες, καρφίτσες, πόρπες, βραχιόλια, δακτυλίδια κ.ά., δείγματα εξαιρετικής λαϊκής παραδοσιακής τέχνης, συμπλήρωναν τη φιλαρέσκεια της Κερκυραίας.

viii. Υφάσματα

Για την κατασκευή των υφασμάτων, χρησιμοποιούσαν λινάρι και μαλλί. Το λινάρι καλλιεργείτο στη Λευκίμμη και στη Βόρεια Κέρκυρα. Το μαλλί προερχόταν από τα πρόβατα που υπήρχαν στο νησί.

Το λινάρι το γνέθανε και, αφού γινόταν νήμα, στη συνέχεια το δουλεύανε στον αργαλειό. Από αυτό κάνανε τα πουκάμισα αντρών και γυναικών, σεντόνια κ.ά. Το μαλλί των προβάτων, το έπλεναν και το στέγνωναν στον ήλιο. Μετά το κτενίζανε στα λανάρια για να ξεχωρίσουν το μακρύ μαλλί και το υφάδι από το κοντό, τα οποία πηγαίνανε στον αργαλειό για τα υφάσματα, τις κουβέρτες κ.ά.

Χρησιμοποιούσαν, επίσης, υφάσματα βαμβακερά και βελούδινα αγορασμένα από εμπόρους και ναυτικούς.
β. Ανδρική στολή

H ανδρική στολή απαρτίζεται από φανέλα, πουκάμισο, βράκα, ζωνάρι, γιλέκο και σακάκι, κάλτσες και τσαρούχια και στο κεφάλι φορούσαν φέσι τουνέζικο ή ψάθα. Ήταν η ίδια σε όλο το νησί.

img_046
Χωρικός της Κέρκυρας, 1900-1910. Ταχυδρομικά δελτάριο από το χρωμολιθοτυπογραφείο Ασπιώτη. Αρχείο Δ. Κάντα πηγη

Ο Κερκυραίος φορούσε στο κεφάλι την τρίτσα (ψάθινο καπέλο) και σπανιότερα φέσι. Φορούσε, επίσης, άσπρο βαμβακερό πουκάμισο με πέτα και με μανίκια φουσκωτά που κατέληγαν σε μανσέτες στους καρπούς των χεριών. Το πουκάμισο είχε μια σειρά κουμπιών, αλλά άφηνε μεγάλο μέρος από το στήθος ανοιχτό. Μέσα από το πουκάμισο φορούσε μάλλινη φανέλα, τη μάγια. Από πάνω από το πουκάμισο φορούσε κοντό γιλέκο από μαύρη τσόχα και κεντημένο με σιρίτια σε ασημί απόχρωση. Κούμπωνε στο πάνω μέρος με ασημένια κουμπιά και αλυσίδες, που περνούσαν μέσα από θηλιές. Τη μέση του την κάλυπτε φαρδύ ζωνάρι πολύχρωμο ριγέ από μάλλινο και μεταξωτό ύφασμα. Από κάτω φορούσε πολύπτυχη βράκα από σκούρο γαλάζιο βαμβακερό ή λινό ύφασμα. Στο μπροστινό μέρος, ανάμεσα από τα πόδια κατέληγε σε μύτη. Με τα σκαλτσούνια, κάλτσες βαμβακερές ή μάλλινες, ολοκληρώνεται η ανδρική στολή. Τις κάλτσες τις έδεναν στο γόνατο με κορδόνια ή κορδέλες, όπως οι καλτσοδέτες. Στα πόδια φορούσαν μυτερά τσαρούχια. Το χειμώνα για να μην κρυώνουν φορούσαν σκουρόχρωμο σακάκι από τσόχα, ή κάπα τργομαλλίσια που είχαν υφάνει οι γυναίκες στον αργαλειό. Γενικώς, όμως, οι άρχοντες Κερκυραίοι και οι αστοί μιμήθηκαν στην ενδυμασία τους Ενετούς.

Ενώ ο Κερκυραίος αστός υιοθέτησε, από νωρίς, τον βενετικό τρόπο ένδυσης, οι κάτοικοι της υπαίθρου διατήρησαν το χαρακτηριστικό τοπικό ένδυμα. «Ένα κόκκινο μάλλινο σκούφο, ένα κοντό γιλέκο από τσόχα ή βελούδο βαθύχρωμο συνήθως, γαρνιρισμένο με γουναρικό το χειμώνα, με διπλή σειρά χοντρά ασημόκουμπα, πανταλόνι πολύ φαρδύ ως τη μέση της γάμπας, κόκκινο μάλλινο ή μεταξωτό ζωνάρι, μπαμπακερές κάλτσες και παπούτσια με μεγάλες ασημένιες φούμπιες. Αυτή είναι η κερκυραϊκή φορεσιά. Ο Κερκυραίος αφήνει μακριά μαλλιά. Τα πλέκει, τα ανασηκώνει στη σούρα του σκούφου και τα στερεώνει πλάγια. Έχει πάντοτε μουστάκι κι είναι περήφανος γι’ αυτό. Να του το κόψουν είναι μεγάλη προσβολή. Το μακρύ μαχαίρι που τρυπώνει στο ζωνάρι δεν είναι απλό στολίδι. Κατά την χειμωνιάτικη περίοδο, προσθέτει στη φορεσιά του κι ένα καπότο από χοντρόπανο που τον προστατεύει από τη βροχή».14

Οι Κερκυραίοι φορούσαν και ζωνάρι που το έδεναν γύρω από τη μέση. Το ζωνάρι για καθημερινή χρήση ήταν μάλλινο, ενώ το κυριακάτικο ζωνάρι ήταν μεταξωτό από διάφορα χρώματα με λεπτές ρίγες, κυρίως κίτρινες. Τα ζωνάρια ήταν κόκκινα με φούντες ή γαλάζια με γαρύφαλλα.

Το ανδρικό πουκάμισο ήταν λευκό με μακριά και φαρδιά μανίκια που κατέληγαν στους καρπούς όπου και κούμπωναν. Είχε γιακά ή όρθιο κολάρο, όπου και κούμπωνε με άσπρο κουμπί τις καθημερινές και χρυσό στις γιορτινές. Στο μπροστινό μέρος ήταν ανοιχτό ως τη μέση του στήθους και το κάτω μέρος ήταν ενιαίο. Ήταν στολισμένο με πιέτες και δαντελωτά σιρίτια.

Κάτω από το πουκάμισο φορούσαν τη μάγια, μάλλινη φανέλα με μακριά μανίκια. Τις μάγιες τις έπλεκαν στις βελόνες οι γυναίκες. Τα πουκάμισα από λινάρι τα ύφαιναν οι γυναίκες στον αργαλειό.

Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το γιλέκο ή τζιπούνι από μαύρη τσόχα, το οποίο κούμπωνε σταυρωτά με ασημένια κουμπιά, τοποθετημένα σε λοξή γραμμή. Είχε δύο τσέπες και στη μία από αυτές έβαζαν συνήθως το ρολόι με την καδένα. Το γιορτινό γιλέκο ήταν στολισμένο με χρυσό σιρίτι.

Στη Λευκίμμη οι άντρες φορούσαν το χειμώνα σκούρο τσόχινο σακάκι ή κάπα από τράγιο μαλλί που ύφαιναν οι γυναίκες.

Οι κάλτσες, τα σκαλτσούνια, ήταν άσπρες και φθάνανε μέχρι το γόνατο, όπου και τις δένανε με δύο κόκκινες μεταξωτές κορδέλες. Τις κάλτσες τις έπλεκαν οι γυναίκες με πέντε βελόνες. Τα σκαλτσούνια ήταν μάλλινα το χειμώνα, βαμβακερά το καλοκαίρι. Στα πόδια φορούσανε τσαρούχια με μύτες μπροστά.

_________________________________
14 Saint Sauveur, στο βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμ. Β΄., σ.523.

γ. Στολή Γαρίτσας

img_068
Χωρική από τη Γαρίτσα Κέρκυρας. Λιθογραφία σε χαρτί, έγχρωμη εκτύπωση. 36,8Χ19,2 εκ. Επιγραφές: «ΚΕΡΚΥΡΑ – ΛΥΚΟΥΡΣΙ {ΝΥΝ ΓΑΡΙΤΣΑ}, ΧΩΡΙΚΗ / Corfou – Villageoise De Lykursi (Now Garitsa}». Αγγελική Χατζημιχάλη, Ελληνικαί Εθνικαί Ενδυμασίαι Εκδιδομέναι Επιμελεία Αντωνίου Ε. Μπενάκη, Αθήνα 1948-1954, πιν. 77. Αρ. ευρ. 40862 Συλλογή Μουσείου Μπενάκη. Πίνακας της συλλογής Κοιλαλού, αρ. 401.πηγη

 

Η γυναικεία στολή της Γαρίτσας ήταν ηπειρώτικης προέλευσης και αποτελείτο από άσπρη μακριά υφαντή πουκαμίσα με χρωματιστά κεντήματα γύρω από την τραχηλιά, το σεγκούνι, το οποίο φορούσαν πάνω από το πουκάμισο και το πεσελί. Το σεγκούνι, ήταν μακριά ζακέτα, ανοιχτή μπροστά που έφθανε μέχρι τα γόνατα, χωρίς μανίκια. Ήταν φτιαγμένο από μάλλινο ύφασμα που ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες. Στα πόδια φορούσαν μάλλινες κάλτσες, τα λεγόμενα τσουράπια, που ήταν πλεκτά. Για υποδήματα χρησιμοποιούσαν τσαρούχια με μαύρες φούντες.

Στη μέση τους, οι γυναίκες φορούσαν ποδιά διακοσμημένη με ωραία κεντήματα, ζώνη υφαντή και, στο κεφάλι, περίπλοκο κεφαλόδεσμο. Φορούσαν, επίσης, κόκκινο φέσι που λεγόταν τσουπάρι. Πίσω από το τσουπάρι δένανε με θηλιά μία κόκκινη μεταξωτή μαντίλα. Τα μαλλιά ήταν πλεγμένα σε δύο κοτσίδες. Για να μην πέφτει ο κεφαλόδεσμος τύλιγαν ένα μαύρο μαντήλι σαν ταινία, που δένεται πίσω στον τράχηλο πάνω από το κόκκινο τσουπάρι.

Τα κοσμήματα της γυναίκας της Γαρίτσας ήταν πλούσια και αργυρά. Στο στήθος βάζανε τα διπλά αλυσιδωτά κιουστέκια, που σχημάτιζαν σταυρό. Επίσης φορούσανε αλυσίδες στη μέση και πόρπες στο στήθος.

Οι Ηπειρώτες που ήρθαν στην Κέρκυρα φορούσαν φουστανέλα. Εκτός από τη φουστανέλα, η στολή αποτελείτο από τη λευκή πουκαμίσα που κούμπωνε μπροστά και είχε φαρδιά μανίκια. Κάτω απ’ αυτήν, κατάσαρκα, φορούσαν τη μάλλινη φανέλα, πλεγμένη ή υφαντή. Πάνω από το πουκάμισο βάζανε το γελέκι και από πάνω τη φέρμελη με τα μανίκια. Στα πόδια φορούσαν μακριές άσπρες κάλτσες που τις στερέωναν κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες και τσαρούχια από ακατέργαστο δέρμα βοδιού. Το χειμώνα φορούσαν κάπα από χονδρό γίδινο ύφασμα. Στο κεφάλι φορούσαν φέσι κόκκινο με φούντα, οι δε ηλικιωμένοι μαύρη τόκα.
4. Παραδοσιακή ενδυμασία Παξών

img_074
Γυναικεία ενδυμασία στους Παξούς. Φωτ. Σπ. Μπογδάνου. Η γυναίκα φορούσε μαύρη φούστα: ροκέττο. Από μέσα άσπρο ποκάμισο, με μακρύ μανίκι. Πιο μέσα, σταυρωτό σωκάρδι, την μπαλαμάνα. Είχε μακριά μανίκια, σχιστά μπροστά, με σειρήτια ή κεντήματα χρυσά και χρυσά κουμπιά. Στο κεφάλι φορούσε μαντήλια πολίτικα, πολύτιμα. Παπούτσια: στιβαλέττα (με λάστιχο στα πλάγια, λουστρίνια). Αυτό ήτανε το λούσο. Πληροφορήτρια: Αμαλία Γραμματικού, Λουκάτος, Δημήτριος, Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών, ό.π. πηγη

α. γυναικεία στολή

Η γυναίκα στους Παξούς φορούσε στο κεφάλι μια μακριά μαντίλα σκούρου χρώματος από μετάξι, το κρέπι, που ρίχνονταν μπροστά και οι μύτες της έφταναν ως τη μέση. Τη στερέωναν με καρφίτσα στα μαλλιά. Άλλοτε ήταν μεταξωτή με κρόσσια και άλλοτε λινή ή μάλλινη. Οι νέες γυναίκες φορούσαν μαντίλες με λουλούδια. Φορούσε άσπρη πουκαμίσα βαμβακερή ή λινή, ενώ οι πιο εύπορες φορούσαν μεταξωτή. Τα μανίκια της ήταν μακριά και φαρδιά. Από πάνω από την πουκαμίσα φορούσε γιλέκο από μετάξι ή βελούδο ή πεσελί ή κοντογούνι. Άφηνε το μπούστο ανοιχτό. Ήταν κεντητό στα μανίκια από τον αγκώνα και κάτω, στους ώμους και στις δύο πιέτες της πλάτης, με χρυσοκλωστή. Στο μέρος του στήθους οι Παξινές στολίζονταν με πλούσιο κέντημα. Στη μέση φορούσαν ζώνη μεταξωτή ή πάνινη με ασημένια ή χρυσά κουμπιά. Η φούστα, το ρεκέτο ή βέστα, όπως την έλεγαν ήταν μακριά και φαρδιά από μετάξι, σε χρώματα γήινα. Από πάνω έβαζαν άσπρη ποδιά, την μπροστέλα, στολισμένη με δυο κόκκινες ρίγες και δαντέλα. Στα πόδια φορούσαν άσπρες βαμβακερές ή μάλλινες κάλτσες, πλεγμένες με ντόπιο μαλλί με τέσσερις βελόνες και μαύρα υποδήματα, γοντολέτες ή μποτίνια. Το χειμώνα φορούσαν το σκουτί, ταμπάρο ή βελέσι, ένα παλτό με μακρύ μανίκι, στενό στον καρπό και φουσκωτό στον ώμο με κρόσσια στο τελείωμα. Μπροστά είχε πολλά κουμπιά και κεντήματα. Τα εσώρουχα ήταν η μπουστίνα, ένας στηθόδεσμος, συνήθως με ασπροκέντι, το βρακί, μια μακριά κιλότα, η οποία στερεώνονταν με κορδέλες, το μεσοφόρι, ένα λευκό ή μπεζ κομπινεζόν, το κότολο, μια εσωτερική φούστα η οποία έσφιγγε στη μέση με κορδόνι.

Η γυναίκα φορούσε μαύρη φούστα: ροκέττο. Από μέσα άσπρο ποκάμισο, με μακρύ μανίκι. Πιο μέσα, σταυρωτό σωκάρδι (πουκάμισο χωρίς μανίκια), την μπαλαμάνα. Είχε μακριά μανίκια, σχιστά μπροστά, με σιρίτια ή κεντήματα χρυσά και χρυσά κουμπιά.

img_071
πηγη

Στο κεφάλι φορούσε μαντήλια πολίτικα, πολύτιμα. Ύστερα ήρθε το κρέπι (μεταξωτό) σε διάφορα χρώματα –όχι άσπρο ή μαύρο– βαλμένο στο κεφάλι με τρόπο, να πέφτει με χάρη, με ουρά πίσω. Είχε και κρόσσια. Και βάνανε το κρέπι αλαφάτσα, σε συνδυασμό με τα μαλλιά (δένεται στο κεφάλι με σφίγγλες). Στα μαλλιά βάνανε από πάνω ένα ρολό (από μέσα), σηκώνανε τα μαλλιά σα στεφάνι, κι από πάνω τσιμπούσανε το μαντήλι πάνω στο ρολό. Οι γριές κάνανε τα μαλλιά τους μέρζες: στεφάνι πλεξίδες μπροστά. Κι απάνου τους τσιμπούσανε το μαντήλι. Τα μισοφόρια ήτανε πέντε, για να φουσκώνουν τα γοφά, να φαίνεται τέλεια γυναίκα, ζωηρή. Φορούσαν μποκολέτες ή σκουλαρίκια στ’ αυτιά.

Παπούτσια: στιβαλέττα (με λάστιχο στα πλάγια, λουστρίνια). Αυτό ήτανε το λούσο. Επίσης, γοντολέτες ή μποτίνια που έκλειναν με κουμπιά. Στη δουλειά, ξυπόλητες.15 Η γυναικεία στολή των Παξών ήταν επηρεασμένη από την Πάργα.
_______________________________
15 Πληροφορήτρια: Αμαλία Γραμματικού, Λουκάτος, Δημήτριος, Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών, ό.π.

β. ανδρική στολή

Οι άνδρες φορούσαν φέσι κόκκινο, καμιζέττο, πουκάμισο με πλατιά μανίκια, χωρίς γιακά. Καμιζέττο του λαιμού χωρίς πλάτη και μανίκια που κούμπωνε στο λαιμό. Μαντήλι του λαιμού συνήθως άσπρο ή κόκκινο. Έβαζαν βράκα μπλε που σκέπαζε το γόνατο και στη μέση την έδεναν με πλατύ μάλλινο ζωνάρι. Γιλέκο που ήταν ανοικτό πάνω και που κούμπωνε κάτω. Ζωνάρι της μέσης κόκκινο ή γαλάζιο, κάλτσες άσπρες μέχρι το γόνατο, τις οποίες έδεναν με κορδέλα. Φορούσαν πασουμάκια ή τσαρούχια μαύρα, χωρίς κορδόνι και το χειμώνα χοντροπάπουτσα από δέρμα, χωρίς κορδόνια, γλώσσες ή χωρίς, οι λεγόμενες μούλες.

«Μέρη της ανδρικής φορεσιάς: σέλα γαλάζια (λινό κ.λπ.), κάλτσες άσπρες (σκαλτσούνια) και τσαρούχια από την Αλβανία. Από πάνω φορούσαν πουκάμισο γαλάζιο ή άσπρο, σταυρωτόν γκελέ από μαύρο ύφασμα (γελέκο) από κάτω σακάκι (σαλαμπάρκα= κοντό σακκάκι με μακρύ μανίκι, κεντήματα χρυσά και κουμπιά χρυσά. Τη φορούσανε σε γιορτές). Κουμπιά. Στο κεφάλι φορούσαν σκουφί άσπρο, με φούντα μαύρη, αλλά το καλοκαίρι και ψάθα (του κάμπου). Οι άνδρες εγκατέλειψαν πολύ ενωρίς την παραδοσιακή τοπική φορεσιά και φόρεσαν τα φράγκικα του συρμού», Πληροφορήτρια: Αμαλία Γραμματικού. 16
__________________________________
16 Λουκάτος, Δημήτριος, Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών –Καταγραφή 1957– εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Αθήνα 2002, σ. 49.

5. Παραδοσιακή ενδυμασία Διαποντίων Νησιών

Οι φορεσιές των Διαποντίων νήσων είναι διαφορετικές από αυτές της Κέρκυρας, αφού τα νησιά αυτά οικίστηκαν από τα αρχαία χρόνια από Ηπειρώτες και στα νεότερα από κατοίκους των Παξών. Η παραδοσιακή φορεσιά είναι ωραία, σε χρώματα του άσπρου πουκαμίσου, μαύρου και κόκκινου πέπλου, μαντίλι κεφαλής, που πέφτει με διαφορετικά μήκη δεξιά στον ώμο κι αριστερά στον αγκώνα. Χαρακτηρίζεται από τη πικέ σάρτσα, ένα εξωτερικό φόρεμα από μαλλί προβατίνας. Μέσα από τη σάρτσα, φορούσαν τον κόντολο, μια εσωτερική λευκή φούστα. Από πάνω το τσιπούνι και τη γιακέτα ή σιγκούνι. Οι άσπρες κάλτσες δίνουν πολλή γραφικότητα και χάρη στο βάδισμα. Η νυφική φορεσιά είναι ιδιότυπη και πλουσιότατη σε διακόσμηση, σχεδόν κοινή με τους Οθωνούς και το Μαθράκι, αλλά διαφορετική της κερκυραϊκής.

Ο Δημήτριος Σ. Λουκάτος αναφέρει ότι οι γυναίκες της Ερείκουσας φορούσανε μαντήλι στο κεφάλι αλαφάτσα μαύρο, καφένιο ή χρωματιστό, πουκάμισο άσπρο, φουστάνι μαύρο, καφέ ή μπλε και άσπρες κάλτσες.

img_050
Νυφικά φορεσιά από την Ερείκουσα. Η νυφική φορεσιά είναι ιδιότυπη και πλουσιότατη σε διακόσμηση, σχεδόν κοινή με τους Οθωνούς και το Μαθράκι, αλλά διαφορετική της κερκυραϊκής. Οι γυναίκες της Ερείκουσας φορούσανε μαντήλι στο κεφάλι αλαφάτσα μαύρο, καφένιο ή χρωματιστό, πουκάμισο άσπρο, φουστάνι μαύρο, καφέ ή μπλε και άσπρες κάλτσες. Δημήτριος Λουκάτος Λαογραφική αποστολή εις τας νήσους Οθωνούς, Ερείκουσα και Μαθράκι. πηγη

Επίσης αναφέρει: «Εις παλαιότερους χρόνους (μέχρι το 1915), οι άνδρες έφερον βράκαν, άσπρες κάλτσες και τσαρούχια, άσπρο πουκάμισο, γελέκι σταυρωτό και φέσι κόκκινο με φούντες. Αι γυναίκες έφερον επίσης τσιπούνι και γιακέττα ή σιγκούνι, κότολο (εσωτερική φούστα) και σάλτσα (εξωτερική φούστα). Ιδιότυπος και πλουσιοτάτη εις διακόσμησιν ήτο η νυφική αμφίεσις της Ερεικουσιώτισσας, κοινή σχεδόν εις Οθωνούς και Μαθράκι και αρκετά διάφορος της Κερκυραϊκής. Περιελάμβανε μέρζες και φούντες εις το κεφάλι, πεσελί χρυσοκεντημένο, ποδιά μεταξωτή κ. ά. Πρόκειται πιθανότατα περί συνδιασμού Παξιακών, Κερκυραϊκών και Ηπειρωτικών στοιχείων».

Για το Μαθράκι τονίζει: «Η τοπική ενδυμασία διατηρείται ελάχιστα μεταξύ των γυναικών, ιδία εκείνων της Κάτω Πάντας. Κατά της αναμνήσεις των παλαιοτέρων, οι άνδρες έφερον σέλλα ή πλατοβράκι (βράκα), γελέκο και σκαλτσούνια άσπρα, πάντοτε δε έφερον τρίτσαν (ψάθινον πίλον) κατά Κερκυραϊκήν επίδρασιν. Των γυναικών η ενδυμασία ήτο ομοία προς της Ερεικούσης».
Επιλογή Βιβλιογραφίας

Βεντούρα Νίκου Σπ., Κορφιάτικος Γάμος, εκδ. Νίκος Χειμαριός, Κέρκυρα 1987.
Βρέλη-Ζάχου Μαρίνα, «Ένδυμα και διαφήμιση στη Ζάκυνθο κατά το χρονικό διάστημα 1877-1911», Δωδώνη, 15, τεύχ. 1 (1986), σσ. 143-168.
Βρέλη-Ζάχου Μ., «Επτανησιακά χειρόγραφα Λαογραφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Συλλογή φοιτητών, 1964-1992. Οι ενδυματολογικές ειδήσεις από την Κέρκυρα», Δωδώνη, 27, τεύχ. 1 (1998), σσ. 163-208 (+20 φωτογραφίες).
Βρέλη-Ζάχου Μαρίνα, Η ενδυμασία στη Ζάκυνθο μετά την ένωση (1864-1910). Συμβολή στη μελέτη της ιστορικότητας και της κοινωνιολογίας του ενδύματος, εκδ. Ίδρυμα Αγγελικής Χατζημιχάλη, Αθήνα 2002.
Γιανναρά-Ιωάννου Τατιάνα, Ελληνικές κλώστινες συνθέσεις – Δαντέλες, Εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1986.
Δεληβορριάς Άγγελος, Ελληνικά Παραδοσιακά κοσμήματα, Μουσείο Μπενάκη, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1979.
Ζώρα Πόπη, Κεντήματα και κοσμήματα της ελληνικής φορεσιάς, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα 1981, β΄ έκδοση.
Θεοτόκη Ελισάβετ-Λουλού, Ενδυμασίες Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων νήσων, έκδ. Δήμου Κερκυραίων, Αθήνα 1994.
Θεοτόκη Ελισάβετ-Λουλού, Οι Κερκυραϊκές ενδυμασίες της πόλης: από τον 15ο μέχρι και τον 19ο αιώνα, εκδ. Έψιλον, Κέρκυρα 1998.
Κατσαρού Σπύρου, Σύντομη Ιστορία της Κέρκυρας, εκδ. Innovation, Κέρκυρα 1992, 4η έκδοση.
Κλήμης Οδυσσέας-Κάρολος, Δρώμενα και έθιμα του Κερκυραϊκού λαού, Γραφικές Τέχνες Νίκος Χειμαριός, Κέρκυρα 1987, β΄ έκδοση.
Κοντομίχης Πανταζής, Η λευκαδίτικη λαϊκή φορεσιά. Από τον 17ο αιώνα ως τα μέσα του 20ου, έκδοση Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ., Αθήνα 1989.
Κυριακίδου-Νέστορος Άλκη, Λαογραφικά μελετήματα, εκδ. Ολκός, Αθήνα 1975.
Κορρέ Κατερίνας, 1977-1978. «Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος», ανάτυπο από τα τεύχη 1203 και εξής της Νέας Εστίας.
Λεκάκης Γ., Αρχαία ιστορία και τοπωνύμια των Παξών, εκδ. Δήμου Παξών, 2005.
Του ιδίου, Παξοί, τα νησιά του ερωτικού πάθους του Ποσειδώνα, εκδ. Αέροπος, 2005.
Του ιδίου, Διαπόντιοι Νήσοι: Οθωνοί, Ερείκουσα, Μαθράκι, εκδ. Αέροπος, 2006.
Λουκάτος Δημήτριος Σ., Εισαγωγή στην ελληνική λαογραφία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1978 β΄ έκδοση.
Λουκάτος Δημήτριος Σ., Λαογραφική αποστολή εις τας νήσους Οθωνούς, Ερείκουσα και Μαθράκι του Νομού Κερκύρας, Ακαδημία Αθηνών, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, τόμος ΙΓ-ΙΔ, έτη 1960-1961, Αθήνα.
Λουκάτος, Δημήτριος, Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών (Καταγραφή 1957), Χορηγία του «Κοινωφελούς Ιδρύματος Παξών» (επιμ. Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Αθήνα 2002, σσ. 49-54.
Μπουνιάς Ιωάννης, Κερκυραϊκά, Ιστορία – Λαογραφία, τόμος Β, Κέρκυρα 1959.
Μωραΐτης Μενέλαος, Ήθη, έθιμα και παραδόσεις της Βόρειας Ορεινής Κέρκυρας, εκδ. Γραφικές Τέχνες Σ. Κοντοσώρος – Γ. Τόμπρος, Κέρκυρα 1993.
Πάγκαλης Γιώργος Αλεξ., Κέρκυρα. Ιστορία και Μύθος, Άνω Παυλιάνα, Λαογραφία και Παράδοση, Αθήνα 1991.
Πανδής Ν. Μπάμπης, Κέρκυρα το Βαϊλάτο του Αλεύχιμου και το Πεντάχωρο- Ιστορία, Ενθυμήματα, Εκδ. κ. Ντούσγος και Σια Ο.Ε.
Ράφτης Άλκης, Ο κόσμος του ελληνικού χωριού, Αθήνα 1985.
Σαλβάνος Γεράσιμος, Γαμήλια έθιμα Αργυράδων Λευκίμμης, ανατύπωση στον 1ο τόμο της Λαογραφίας, Θεσσαλονίκη 1931.
Σιμόπουλος Κυριάκος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ.Χ.- 1821 μ.Χ., τόμοι Α, Β, Γ1, Γ2, Αθήναι 1974- 1975.
Σταμέλος Δημήτριος, Νεοελληνική Λαϊκή Τέχνη, Αλκαίος, Αθήνα 1975.
Χατζημιχάλη Αγγελική, Ελληνική Γυναικεία Φορεσιά, εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, Αθήνα 1977.
Χατζημιχάλη Αγγελική, Ελληνικαί εθνικαί ενδυμασίαι. Πίνακες Νικ. Σπέρλιγκ, τόμ. 1, Αθήναι 1948, και τομ. 2, έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήναι 1954.
Χιώτης Π., Ιστορικά απομνημονεύματα Επτανήσου, Ζάκυνθος 1888.
Χυτήρης Γεράσιμος, Τα λαογραφικά της Κέρκυρας, Δημοσιεύματα Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1988.

Δείτε εδώ και την ανάρτηση μας με τα παραδοσιακά κερκυραϊκά κοσμήματα

Ασημίνα Ντέλιου/ Asimina Nteliou συγγραφέας/writer