Αρχείο ετικέτας traditional greek costumes

Φωτογραφίες παραδοσιακών φορεσιών απο το Θέατρο Δώρας Στράτου : Kim de Molaener

Σε αυτό το μπλόγκ μας έχει ξανα-απασχολήσει η δουλειά του Kim de Molaener σε παλαιότερο άρθρο μας. Τώρα από το προσωπικό προφίλ του φωτογράφου στο instagram παρακολουθούμε την εξέλιξη αυτής της δουλειάς που ολοένα γίνεται και πιο ενδιαφέρουσα.

Screenshot_2018-07-16-14-12-54-934_com.instagram.android

Screenshot_2018-07-16-14-17-58-713_com.instagram.android

Να θυμίσουμε οτι οι φωτογραφίες του Βέλγου Kim de Molaener απεικονίζουν τα παραδοσιακά κοστούμια της συλλογής του χοροθεάτρου Δώρα Στράτου

Screenshot_2018-07-16-14-10-07-996_com.instagram.android

Screenshot_2018-07-16-14-17-44-784_com.instagram.android

Σας δείχνουμε λίγη ακόμη δουλειά του Kim ελπίζοντας να σας αρέσει, όπως άρεσε και σε μας. Για όσους έχουν προφίλ στο instagram μπορείτε να αναζητήσετε τον kimdemolaener και να τον ακολουθήσετε για να βλέπετε την συνέχεια της δουλειάς αυτής.

Advertisements

Η συλλογή παραδοσιακών φορεσιών του Ανδρέα Πέρη στη Λίμνη Ευβοίας

Μια  επίσκεψη στη Βόρεια Εύβοια και στη Λίμνη Ευβοίας θα είναι ελλιπής αν κάποιος παραλείψει να επισκεφτεί  την Συλλογή Παραδοσιακών Φορεσιών της Ελλάδας του κυρίου Ανδρέα Πέρη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η αλήθεια είναι ότι είχα υποσχεθεί στον κ. Πέρη να περάσουμε από το Μουσείο του από πολύ καιρό. Πριν δύο χρόνια γνωριστήκαμε με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου μου «Παραδοσιακές Ελληνικές Φορεσιές Βόρεια Εύβοια», (εκδ. Φυλάτος, 2014) στην γραφική κωμόπολη της Λίμνης, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να βρεθεί ένα απόγευμα ελεύθερο, ώστε να απολαύσουμε με την ησυχία μας την συλλογή του. Φέτος όμως το πήραμε απόφαση. Έτσι νωρίς το απόγευμα της περασμένης Τετάρτης βρεθήκαμε έξω από την πόρτα του παραδοσιακού κόκκινου σπιτιού του, έχοντας ειδοποιήσει τον κ. Πέρη από μέρες, ώστε να μας περιμένει για να  μας ξεναγήσει.

Ο κύριος Ανδρέας Πέρης- Παπαγεωργίου αποτελεί ένα από τα μεγάλα – εν ζωή- κεφάλαια της κωμόπολης της Λίμνης. Χορευτής, χορογράφος και τέως διευθυντής της Επαγγελματικής Σχολής Χορού και του «Ελληνικού Χοροδράματος» της Ραλλούς Μάνου, ο κύριος Πέρης ασχολήθηκε εδώ και πολλά χρόνια με την έρευνα της μουσικοχορευτικής παράδοσης της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Λίμνης Ευβοίας, και έγινε ιδρυτής και πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Παραδοσιακών Χορών «Το Λύμνι».

Στο παραδοσιακό Λιμνιώτικο σπίτι του, που χτίστηκε το 1895 κοντά στην κεντρική εκκλησία της Παναγίας και κληρονόμησε από τη μητέρα του, Ευαγγελία Αργυροπαίδου-Παπαγεωργίου, ο κ. Πέρης εκθέτει την εκτεταμένη ιδιωτική του Συλλογή Εθνικών αυθεντικών Ενδυμασιών που καλύπτουν σχεδόν όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Στις βιτρίνες μετρήσαμε περισσότερα από 80 σύνολα ενδυμάτων που εκτίθενται  σε δύο αίθουσες (ισόγειο και υπόγειο) ενώ η συνολική συλλογή περιλαμβάνει τουλάχιστον τριπλάσια κομμάτια. Τα κομμάτια της συλλογής χρονολογούνται από τον πρώιμο 19ο αιώνα, ίσως και νωρίτερα και φτάνουν μέχρι τα μέσα του 20ου.

IMG_9473

Ο κ. Πέρης μας αφιέρωσε ένα ολόκληρο απόγευμα να μας ξεναγήσει στα εκθέματα της συλλογής του και να μοιραστεί μαζί μας την πολύτιμη εμπειρία του, ως συλλέκτης και ερευνητής τα τελευταία πενήντα χρόνια . Για κάθε άνθρωπο που αγαπά τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό και μαγεύεται από την έμφυτη καλαισθησία και τον ενδυματολογικό πλουραλισμό των προγόνων μας, η ξενάγηση του κ. Πέρη μπορεί πραγματικά να ταξιδέψει τον ακροατή μέσα στο χρόνο. Αυτό που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι το χαρακτηριστικό πάθος του, ένα πάθος που τον διατηρεί σε πνευματική ακμή και το οποίο είναι και η κινητήρια δύναμη για τα όσα κάνει.

Ο κύριος Πέρης μας μίλησε αναλυτικά για την ιστορία της Λίμνης και την ενδυματολογική της ιδιαιτερότητα σε αντίθεση με τα υπόλοιπα χωριά της Βόρειας Εύβοιας. Όπως είδαμε, η Λίμνη έχει νησιώτικη κουλτούρα. Οι Λιμνιώτισσες φορούσαν νησιώτικες ενδυμασίες με φουστάνι σε αντίθεση με τις γυναίκες των όμορων χωριών που φορούσαν τα σεγκούνια, ενώ οι άντρες είχαν ως γιορτινή φορεσιά τους την γαλάζια βράκα, που διαφοροποιείται χρωματικά από τις σκούρες μπλέ νησιώτικες βράκες. Η βαφή τους γινόταν με λουλακί χρώμα του εμπορίου και στη συλλογή του κ. Πέρη περιλαμβάνεται εκτός από τις ενδυμασίες κι ένα μεγάλο πήλινο δοχείο-πιθάρι με γυαλωμένο στόμιο και στρογγυλεμένο πάτο σε ξύλινη βάση,  που χρησιμοποιούσαν οι βαφείς υφασμάτων και το οποίο ανήκει στην οικογένειά του.  Η συλλογή του με Λιμνιώτικες φορεσιές, περιλαμβάνει τις πλήρεις φορεσιές των γυναικών και ανδρών της οικογένειάς του, αλλά και ενδυματολογικά σύνολα που δωρήθηκαν στη Συλλογή από συντοπίτες του.

IMG_9503

Εν συνεχεία ακολουθούν φορεσιές από την περιοχή της Αγίας Άννας και τα χωριά της περιοχής της Αιδηψού, οι οποίες συνοδεύονται από την κατάλληλη αρματωσιά (τα κοσμήματα). Στις αναμνήσεις του κ. Πέρη υπάρχει γλαφυρή η ιδιαίτερη φορεσιά των χωριών του Τελέθριου.

«Η πρώτη ξαδέρφη του πατέρα μου», μας είπε ο κ. Πέρης, «είχε παντρευτεί στις Γαλτσάδες. Τα πατρικά σπίτια μας ήταν κοντά, και είχε έρθει να δει τις αδερφές της και είχε μαζί της τη συμπεθέρα της. Θυμάμαι τις γιαγιές αυτές τις δύο, ήμουν μικρό παιδάκι, που φορούσαν μαύρα σεγκούνια και με πράσινο γαρνίρισμα γύρω γύρω και η ποδιά τους ήταν μαύρη με πράσινο γύρω γύρω.»

Η έκθεση προχωράει με φορεσιές από την Κεντρική και Νότια Εύβοια. Τα σύνολα είναι ενδεικτικά των περιοχών και κάνουν σαφή τον ενδυματολογικό χάρτη του νησιού. Ο κ. Πέρης μας ανέφερε πολλές πληροφορίες για την κατεργασία του βαμβακιού και του μεταξιού που γινόταν στην περιοχή της Λίμνης.

«Κάθε σπίτι έφτιαχνε εκείνη την εποχή μετάξι. Και μέσα στο σπίτι μας βρήκαμε μασούρια από μετάξι στα μπαούλα της γιαγιάς. Παρόλα αυτά, η μητέρα μου μού είπε οτι το λεπτό μετάξι δεν το ύφαιναν εδώ, το αγοράζανε… Κυρίως το έφερναν από την Πόλη, από τη Σμύρνη, από την Καλαμάτα ή την Κύμη. Τα πουκάμισα ολόκληρα τα μεταξωτά τα έφερναν από την Πόλη. Της γιαγιάς του πατέρα μου το πουκάμισο έχει διασωθεί αλλά είναι πολύ παλιό, το πιάνεις και λιώνει, γιατί το μετάξι όπως είναι διπλωμένο καίγεται… Θυμάμαι την Νανά την Παπαντωνίου που μου έλεγε ότι όποτε τα βγάζω να τους αλλάζω το δίπλωμα, να μην είναι διπλωμένα στο ίδιο σημείο γιατί καταστρέφονται. Και η Κύμη έβγαζε λεπτό μετάξι… στη Σαλαμίνα λέγεται ότι πήγαν Κυμιώτισσες που τους έμαθαν πώς να κατεργάζονται και να υφαίνουν το μετάξι και έτσι άρχισε εκεί η παραγωγή μεταξιού. Εδώ στην Βόρεια Εύβοια έφτιαχναν το κουκουλάρικο μετάξι. Ακόμη οι μουριές υπάρχουν σε μερικά σπίτια, όπως μπροστά στο σπίτι του παππού μου.»

Η έκθεση συνεχίζεται με ένα πολύχρωμο τοπίο φορεσιών από περιοχές της Στερεάς Ελλάδας και Πελοποννήσου: Μεσόγεια Αττικής, όπου θα σταθούμε στις τρείς φορεσιές με τα τριών ειδών φούντια, διαφορετικών χρονικών περιόδων  με εμφανή την διαφορά στα χρώματα και στο κέντημα, μία εκ των οποίων χρονολογείται στα 1850. Ακολουθούν φορεσιά Σαλαμίνας, Δεσφίνας, Περαχώρας Πελοποννήσου, Στεφανοβίκειου και Μηλιών Πηλίου, Σκύρου, Σκιάθου και Λέσβου. Δίπλα τους  υπάρχουν φορεσιές του Βόρειου Αιγαίου και των Δωδεκανήσων.

IMG_9446

Ο κάτω όροφος φιλοξενεί τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Ανάμεσα στα σπάνια ενδύματα της συλλογής θα σημειώσουμε εδώ την παρουσία ενός καραγκούνικου σαγιά του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα διακοσμημένου με μαιανδρικά κεντήματα καθώς και δύο φορεσιών από τα Χάσια Γρεβενών (εκτίθεται η μία), με ιδιαίτερη ιστορία.

«Περηφανεύομαι», μας είπε ο κ. Πέρης, «ότι έχω δύο ολόκληρα κοστούμια, τα οποία είναι από το ίδιο σπίτι, από τα Χάσια Γρεβενών. Έχει ένα το Μπενάκη και ένα το Μουσείο Μακεδονίας… Δεν έχω δει πουθενά αλλού σε άλλη συλλογή κι αυτό που έχει η Νανά (Παπαντωνίου) στο βιβλίο της είναι του Μπενάκη. Αυτά τα σύνολα μου τα πούλησε ο άνθρωπος που τα είχε γιατί ήθελε να στείλει την κόρη του στο εξωτερικό για σπουδές… η ανάγκη τον έκανε. Η κυρία αυτή που τα είχε στην συλλογή της ήταν φίλη της Χατζημιχάλη, μαζί έκαναν τις περιοδείες στην Μακεδονία, την εποχή του Μεταξά, περίπου  το 1936. Αυτή η κυρία τα είχε λοιπόν είχε αγοράσει τότε, πριν τον πόλεμο, από σπίτι για την προσωπική της συλλογή, μαζί με τις ποδιές και με όλα. Μαζί με τη Χατζημιχάλη γύριζαν τα χωριά και έβγαλαν φωτογραφίες που διασώζονται στο Μπενάκη. Δυστυχώς, όλα τα χωριά αυτά τα έκαψαν οι Γερμανοί μετά, για το λόγο αυτό και δεν σωθήκανε πολλές φορεσιές. Είναι όλα με μαλλί κεντημένα. Και εδώ υπάρχει το δέντρο της ζωής σαν κέντημα, που το συναντάμε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας αλλά και σε όλα τα Βαλκάνια.

Πάνω στη Μακεδονία όλα τα κεντήματα στα ρούχα ήταν με μαλλί. Το μοναδικό πουκάμισο που έχω βρεί να είναι κεντημένο με μετάξι στον ποδόγυρο είναι από τη Σκοπιά (σημ. Σερρών). Όλα τα άλλα είναι με μαλλί. Υπήρχαν και πουκάμισα κεντημένα με χάντρες στα μανίκια και στον ποδόγυρο, όπως αυτά της περιοχής της Φλώρινας, που έλεγε η Νανά ότι ήταν τα νυφικά. Σε κοντινές περιοχές και στη Μακεδονία βλέπουμε να υπάρχουν τα ίδια σχέδια στα ρούχα αλλά κεντημένα με άλλα χρώματα, βαμμένα με φυτικές βαφές. Το μαύρο το έβγαζαν από τα φλούδια από τα ρόδια που έκαιγαν στη φωτιά, τα έτριβαν και με άλλες προσμίξεις έπαιρναν μαύρο χρώμα. »

IMG_9467

Πολλά και ενδιαφέροντα μας είπε ο κ. Πέρης και για τους παραδοσιακούς χορούς.

«Και οι χοροί κάθε περιοχής σχετίζονται και με την φορεσιά. Η Μακεδονία μεν έχει χορούς πιο ζωηρούς όμως είναι πιο κοντά τα ρούχα ενώ στην Ηπειρο είναι πιο μακριά γιατί οι χοροί είναι αργοί. Οι Μακεδόνισσες, φοράν τις κάλτσες τις μάλλινες από κάτω και από πάνω έχουν μάλλινα σεγκούνια. Τα πουκάμισά τους όμως δεν είναι κανένα μάλλινο. Ενώ στη Θράκη που είναι το κρύο το κλίμα υπάρχουν και μάλλινα από μέσα. Όσο για το μετάξι, δεν φορούσαν μεταξωτά γιατί το μετάξι ήταν ακριβό, το πουλούσαν…»

IMG_9456

Όσα και να γράψω, δεν  μπορώ σε αυτή τη ανάρτηση να αναφέρω παρά ελάχιστα από τα όσα μάθαμε από το στόμα του κ. Πέρη. Για να μην σας κουράσω με λεπτομέρειες, περάσαμε μέσα στο χώρο του Μουσείου τρείς ώρες κατά τις οποίες χαρήκαμε την συζήτηση με αυτόν τον αειθαλή άνθρωπο με την ευγενική πρόθεση να συνεισφέρει τις γνώσεις του σε όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για την ελληνική παραδοσιακή φορεσιά…

IMG_9530
Με τον κύριο Ανδρέα Πέρη στο χώρο της έκθεσης

Να αναφέρω επίσης ότι ο κ. Πέρης σε συνεργασία με τον ζωγράφο κ. Γήση Παπαγεωργίου έχουν δημιουργήσει μια σειρά βιβλίων με ζωγραφικές απεικονίσεις των φορεσιών της  συλλογής του κ. Πέρη που αφορούν πολλές περιοχές Ελλάδας  υπο τον τίτλο «Ελληνικές Παραδοσιακές Φορεσιές». Οι τόμοι κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μίλητος και από την Ελληνοαμερικανική ένωση.

Κλείνοντας θα ήθελα να σας ενθαρρύνω αν βρεθείτε στην γραφική κωμόπολη της Λίμνης να μη χάσετε την ευκαιρία να επισκεφτείτε τη Συλλογή Ελληνικών Ενδυμασιών του κ. Πέρη και κυρίως να κουβεντιάσετε μαζί του. Η ενέργειά του και το πάθος του είναι σίγουρο ότι θα σας αιχμαλωτίσουν.

To άρθρο αναρτήθηκε πρώτη φορά απο τη συγγραφέα στον ιστοχώρο Δίαυλος

Χρυσοκέντημα όπως παλιά…Παλιές τεχνικές που αναβιώνουν στον Αυλώνα Αττικής

Σήμερα η ανάρτησή μας είναι αφιερωμένη στην ομάδα γυναικών του Συλλόγου Αυλωνιτών «Το Σάλεσι» από τον Αυλώνα Αττικής και στις υπέροχες δραστηριότητές τους που επαναφέρουν ξεχασμένες τεχνικές των ελληνοραπτών και τις εφαρμόζουν στις φορεσιές τους, που τις κεντούν οι ίδιες, σε μία εποχή που η μηχανή έχει αντικαταστήσει το χέρι…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Πρόκειται για μια ομάδα γυναικών που ασχολούνται με την κατασκευή της τοπικής φορεσιάς Αττικής. Έχουν μέχρι τώρα πετύχει την κατασκευή χρυσοκέντητων τμημάτων της φορεσιάς όπως ποδιές και μανίκια με την βυζαντινή χρυσοκεντητική τεχνική,

18198615_802232579941249_2689105666903195757_n

10988282_450898615074649_8783840272327355095_n

έχουν πετύχει το κέντημα με την τεχνική τσεβρε σε μετάξι με χρυσή και μεταξωτή κλωστή, την κατασκευή χρυσού χειροποίητου κροσσιού με πούλιες… Το χρυσό το δουλεύουν για να στρώσει με το νύχι, όπως οι παλιοί τεχνίτες.

10896953_410862412411603_1074426274903274014_n

Με κόπο και μεράκι έχουν πετύχει την κατασκευή και το κέντημα όλης της γυναικείας φορεσιάς Αττικής, με τον παλαιό τρόπο, την κατασκευή πλήρους στολής φουστανέλας με μεταξωτά κορδονέτα στο κέντημα των γιλέκων, την κατασκευή δεύτερων φορεσιών διακοσμημένων με ριζοβελονια ή χάντρες ή σουταζ κλπ. Όπως μας ενημέρωσαν σε λίγο θα επιδοθούν και στην μικροϋφαντικη χρυσομέταξων ζωνών.

Εμπνέονται από το μουσείο Ζυγομαλά και τον τοπικό κατασκευαστή φορεσιών Ηλία Πανούση (Μπρεζαράς) που ζούσε μέχρι το 1935 αναπαράγοντας κατά βάσιν τα έργα του. Ο Πανούσης ήταν Έλληνας κατασκευαστής παραδοσιακών φορεσιών και εργοχείρων λαϊκής τέχνης, που έζησε και έδρασε στον Αυλώνα Αττικής. Ο ίδιος ανέπτυξε ένα ιδιαίτερο ύφος στις τέχνες που άσκησε, ενώ τα έργα του είναι σήμερα ευρέως αναγνωρίσιμα σε πολλές περιοχές της Αττικής, της Βοιωτίας και της Εύβοιας. Χαρακτηριστικό της δεξιοτεχνίας του είναι το γεγονός πως οι ντόπιοι έδωσαν στον Πανούση το προσωνύμιο ‘’Μπρεζαράς’’, λόγω των χρυσομεταξοΰφαντων ζωναριών (μπρέζες) που ο ίδιος δημιουργούσε.

1907359_410864322411412_2286736954705321367_n

Τις φωτογραφίες απο τη δουλειά των Γυναικών του Συλλόγου δανειστήκαμε απο την σελίδα τουs στο Facebook. Ευχόμαστε να συνεχίσουν το υπέροχο έργο τους δημιουργώντας με τα χέρια τους υπέροχα έργα τέχνης, διατηρώντας ζωντανές τις τεχνικές κεντητικής και υφαντικής και να μιμηθούν το παράδειγμά τους και άλλοι σύλλογοι στην Ελλάδα.

 

.

Λαϊκές Φορεσιές της Καππαδοκίας

της  Ανδριανοπούλου Παναγιώτας, «Λαϊκές Φορεσιές της Καππαδοκίας», 2005,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία

Δύσκολα η έρευνα καταλήγει σε ένα γενικό τύπο ενδυμασίας στην Καππαδοκία ως το 1924, εξαιτίας της πολυμορφίας και της διαφοροποίησης1των επιμέρους ενδυμάτων ανά περιφέρεια.2 Ο κυρίαρχος δομικός ενδυματολογικός τύπος, διαφοροποιούμενος κατά περίπτωση μορφικά, με ποσοτικό και ποιοτικό εμπλουτισμό ή απλούστευση, βάσει μαρτυριών και εικονογραφικών τεκμηρίων από την Ανακού, την Καρβάλη, το Μιστί, την Αξό, το Τσαρικλί, τα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) και τη Σινασό, είναι ο ακόλουθος:3

  • Φαρδύ βαμβακερό εσώρουχο ως τους αστραγάλους, με μακρύ κεντρικό τμήμα. Η καθημερινή φορεσιά, υφαντή στον αργαλειό, είναι συνήθως ακόσμητη, ενώ η γιορτινή έχει κεντητό ή επίρραπτο κάτω μέρος (βρατσί, πατσάι στο Μιστί, τσιντιάνι και σαλβάρι σε Τσαρικλί και Νίγδη).
  • Μακρυμάνικο ένδυμα ως τους αστραγάλους, ελαφρώς τραπεζιόσχημο. Φτιαχνόταν συνήθως από ύφασμα του αργαλειού (μετ’, ιμάτ’).
  • Αμάνικο εφαρμοστό ένδυμα ως τη μέση που κουμπώνει μπροστά. Φτιαχνόταν από τσόχα και βαμβάκι, με απλό κέντημα (ουσλούτς).
  • Ποδήρες ένδυμα, στενό στο πάνω τμήμα, κλειστό μπροστά, άρραφο στα πλάγια από τη μέση και κάτω. Τα καθημερινά φορέματα φτιάχνονταν συνήθως από ριγωτό ύφασμα που αγοραζόταν από τη Νεάπολη, τη Νίγδη ή το Προκόπι, ενώ τα γιορτινά ή νυφικά από υφάσματα πολίτικα ή εισαγόμενα από τη Συρία (σειτερjί, εντερί, γομάσ’ – ονομασία ακριβού υφάσματος και συνεκδοχικά ονομασία του ενδύματος).
  • Μακρύ και σταυρωτό, κατεξοχήν επίσημο γυναικείο ένδυμα, έκρυβε τελείως τα ενδύματα που φοριούνταν κάτω από αυτό. Ραβόταν και κεντιόταν από τεχνίτες με ιδιαίτερη τεχνική (τσόχα ή τσοχά ή τσογά).
  • Ελαφρύς εξωτερικός κοντός επενδύτης, που φοριόταν πάνω από το φόρεμα, με ή χωρίς μανίκια (σάλτα, κιρλίκ στην Ανακού μετά το 1880, ζουμπούνα, εσλίτσι σερεφλού, αμαζόνα με στενές πιέτες στο πίσω μέρος, σελίκ για τις ηλικιωμένες, λιbαdέ, ζιμπούνα / βαμβακούλα, φέρμενε στη Σινασό).
  • Μακριά ορθογώνια ποδιά, με χρηστικό χαρακτήρα, κάλυπτε το μπροστινό τμήμα της φορεσιάς. Η επίσημη τσόχα συνοδευόταν από τιζλίκα με ταιριαστό κεντητό διάκοσμο. Έδενε στη μέση με κορδόνια που κατέληγαν σε φούντες, τα ράμμαντα (τιζλίκα σε Κάρβαλη και Μιστί, ιγκιλίκ στην Ανακού, πεσκίρ στη Σινασό).
  • Απαραίτητο μετά τα δώδεκα χρόνια ήταν το ζωνάρι, που φοριόταν είτε πάνω από την τιζλίκα (Τσαρικλί, Αξό, Μιστί), είτε έσφιγγε κατευθείαν το φόρεμα ή την τσόχα (Νίγδη, Καρβάλη). Τα απλά καθημερινά ζωνάρια φτιάχνονταν από υφαντό του αργαλειού, ενώ τα επίσημα από εισαγόμενο ύφασμα (κεμέρ, λαχούρι).

Το χειμώνα φορούσαν επιπλέον ενδύματα, όπως το μπαμπουκλού, ένα γιλέκο με βαμβακερή επένδυση πάνω από το πουκάμισο, ή το κουτούκ, ένα μακρύ επενδύτη μεταξύ φορέματος και τσόχας στην Καρβάλη.

 

Το κεφάλι κάλυπταν με μαντίλι (γεμενί, γιασμά, τιβάχ, κιβράχ, με χάντρες περιμετρικά) ανοιχτόχρωμο οι νέες, σκουρόχρωμο οι ηλικιωμένες. Σε ολόκληρη την Καππαδοκία υπάρχουν περίτεχνοι και ογκώδεις γαμήλιοι κεφαλόδεσμοι, συχνά αρχαΐζοντες 4 (τερλίτσι στο Μιστί, τσάφκα στην Αξό, τάκα ή ταχιά στην Ανακού, τακέ στα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) σε σχήμα φεσιού, κάσσαπα στη Σινασό). Τα μαλλιά τα είχαν σε μεγάλη υπόληψη («πολύ έχισκάν τα σην υπόλεψη»).5 Η πιο συνηθισμένη γυναικεία καππαδοκική κόμμωση ήταν οι πλεξίις, τέσσερις για τα κορίτσια και τις νέες γυναίκες, δύο για τις ηλικιωμένες. Σε επίσημες περιστάσεις και σε περιοχές, όπως το Γκέλβερι, η Σινασός, η Ανακού, τα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε), οι πλεξούδες έφταναν ως και τις σαράντα.6 Στις μεγαλύτερες πόλεις, όπως η Σινασός, η Τελμησσός, η Ανακού, υπήρχαν ειδικές τεχνίτρες, οι εριτζüδες,7 για το πλέξιμο των μαλλιών. Άλλοτε το ρόλο αυτό αναλάμβαναν φίλες μεταξύ τους, ενώ στο γάμο η νονά της κοπέλας ή η συντέξα, γυναίκα που οι γονείς της νύφης της είχαν βαφτίσει τα παιδιά. Αφού χώριζαν τα μαλλιά στη μέση, τα έκαναν πλεξιδάκια, τα λεγόμενα φιτίλια. Στις απολήξεις τους στερέωναν φλουριά (σατσ-αλτινί) και κατόπιν περνούσαν ανάμεσά τους τσόχινο κορδόνι με ραμμένα φλουριά και χάντρες, έτσι που τα φιτίλια να ενώνονται μεταξύ τους κάτω από το μέσο του μήκους τους.

kappadokisa-apo-prokopi
Γυναίκα απο το Προκόπι

Η ανδρική ενδυμασία εντάσσεται σε πιο σταθερό τύπο που απαντούσε στην ευρύτερη περιοχή της Καππαδοκίας. Ειδικότερα, πέρα από διαφοροποιήσεις κυρίως στα υφάσματα λόγω της τοπικής οικοτεχνίας και των επαγγελματικών ιδιαιτεροτήτων, η ανδρική ενδυμασία ως τα μέσα του 19ου αιώνα αποτελούνταν από:

  • Εσώρουχο (βρατσίε).
  • Πουκάμισο (μέτ’, ιμάτ’).
  • Παντελόνι (σαλβάρ, κιατιπιγές, πιο φαρδύ από παντελόνι και πιο στενό από σαλβάρι, που φοριόταν στη μεταβατική φάση της ανδρικής ενδυμασίας, τέλη 19ου αιώνα).
  • Γιλέκο (ισλίτς).
  • Ζωνάρι (κεμέρ και σιλαχλούλ).
  • Σακκάκι (σάλτα).
  • Επενδύτη: γούνα, κάπα, γιαμψί (<τουρκ. yamps?), ριχτό, αμάνικο, με επένδυση φλόκων εξωτερικά πάνω από ένα στρώμα κετσέ. Συνηθιζόταν σε ρωσικούς πληθυσμούς και κάποτε τον δανείζονταν και οι Μιστιώτες που ταξίδευαν σε αυτές τις περιοχές.

Στις γαμήλιες και γιορτινές φορεσιές χρησιμοποιούνταν κοσμήματα, κυρίως φλουριά. Το στήθος ανδρών και γυναικών κοσμούσαν σειρές από νομίσματα ραμμένα σε τσόχα (γκιζντανούχι σε Νίγδη και Μιστί) ή περασμένων σε αλυσίδα (γκιλντίν), ενώ το ζωνάρι των γυναικών έκλεινε με περίτεχνη πόρπη (μπασκουσαγούδια).

Οι ανάγκες για υπόδεση καλύπτονταν από την τοπική παραγωγή τσαρουχιών ή με κάλτσες (μπεέρτσια στο Τσαρικλί, σαπούχια σε Τσαρικλί και Μιστί, ποδόρτια στη Σινασό, τσουράπια) που έπλεκαν οι γυναίκες. Μόνο μέσα στο 19ο αιώνα γενικεύτηκε η χρήση των πατίν καλόσ’, πιθανότατα κατά μουσουλμανική επίδραση. Γιορτινά παπούτσια ήταν οι δερμάτινες κοντούρες ή τα καλίκια, που κατασκεύαζαν οι υποδηματοποιοί στα μεγάλα εμπορικά κέντρα.

2. Η κοινωνική λειτουργία του ενδύματος

Το ένδυμα εξέφραζε κοινωνικά χαρακτηριστικά του ανδρικού και του γυναικείου φύλου των χριστιανικών, ελληνόφωνων μα και τουρκόφωνων πληθυσμών της Καππαδοκίας και παράλληλα συνδεόταν με την κοινωνική συγκρότηση.

Μεταξύ χριστιανικών κοινοτήτων παρατηρούνταν συμπεριφορές άρρητης, μα σχεδόν απαράβατης ενδογαμίας, ακόμη και σε επίπεδο χωριών.8Είχαν διαμορφωθεί τοπικά ενδυματολογικά στοιχεία, που χωρίς να διαταράσσουν τον προαναφερθέντα γενικό τύπο, λειτουργούσαν ως μορφικές παραλλαγές και συνιστούσαν «διάλεκτο» μεταξύ των κατοίκων της ίδιας κοινότητας. Η υπακοή σε παγιωμένους τοπικούς παραδειγματικούς ενδυματολογικούς τύπους9 ήταν απαραίτητη για την κοινωνική αποδοχή στην Καππαδοκία. Το ζωνάρι σε άνδρες και γυναίκες μετά τα δώδεκα χρόνια, τα λιγότερα πλεξούδια στις γυναίκες προχωρημένης ηλικίας, η αποφυγή του κόκκινου, μπλε σκούρου και μαύρου χρώματος10 στα καθημερινά ενδύματα ήταν κάποιες βασικές επιταγές του καππαδοκικού ενδυματολογικού κώδικα, κοινές στα περισσότερα κατά τόπους ιδιώματα. Κάθε χρωματική λεπτομέρεια ή κάθε ποσοτικός εμπλουτισμός είχε ένα έντονο σημαντικό φορτίο. Για παράδειγμα, οι νιόνυφες στο χορό του Αγίου Βασιλείου φορούσαν ανοιχτόχρωμα και πλουμισμένα μαντίλια, τα τιβάχ, ενώ οι από χρόνια παντρεμένες απλούστερα.11

Το χαρακτηριστικότερο ίσως στοιχείο της εμφάνισης της παντρεμένης Καππαδόκισσας, πέρα από αυστηρά εθιμικά πλαίσια, όπως αυτά του γάμου, ήταν η κάλυψη ολόκληρης της κεφαλής, έτσι που φαινόταν μόνο μια μικρή περιοχή γύρω από τα μάτια. Στο γάμο, η κάλυψη του προσώπου της νύφης από πέπλο12 πυκνά υφασμένο, που στερεωνόταν στον κεφαλόδεσμο και έφτανε κάποτε ως τα γόνατα,13 δικαιολογείται με βάση δεισιδαιμονικές πίστεις που ήθελαν τη νύφη πομπό αλλά και δέκτη βασκανίας.14 Στην Καππαδοκία, η γυναίκα μετά το γάμο, άρα συχνά πριν από τα δεκαοκτώ της χρόνια, υποχρεωνόταν να φέρει κεφαλοκάλυμμα χαμηλά στο μέτωπο και να το δένει πίσω στον αυχένα, σταυρώνοντάς το γύρω από το λαιμό και σκεπάζοντας μύτη και στόμα. Μια τέτοια ενδυματολογική επιλογή ήταν δηλωτική της κοινωνικής θέσης της γυναίκας στην Καππαδοκία. Το ανδροπατροτοπικό σύστημα εγκατάστασης ενίσχυε την υποτέλεια της γυναίκας15 στα άρρενα μέλη της οικογένειας, με τα οποία δεν επιτρεπόταν να συντρώει,16 να συνομιλεί, να συνυπάρχει ως αυτόνομη μονάδα.

Ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει μέσα από μαρτυρίες είναι η «εξαγορά της νύφης». Η οικογένεια του γαμπρού έδινε ένα ποσό στην οικογένεια της νύφης δεδομένου ότι στερούσε την τελευταία από την εργατική δύναμη της νύφης. Η συμφωνία εθιμοτυπικά σφραγιζόταν με την προσφορά από την πλευρά του γαμπρού ενός λεπτού, μονόχρωμου ή κλαρωτού μαντιλιού, του γιασμά(χ) ή γεμενιού, που φορούσαν ως καθημερινό κεφαλόδεσμο σε όλη την Καππαδοκία. Συνεκδοχικά οι ονομασίες των μαντιλιών έφτασαν να σημαίνουν τη συνήθεια της εξαγοράς της νύφης .

Η δομή της ενδυμασίας προάσπιζε τη σεμνότητα, πρωτεύουσα γυναικεία αρετή στις παραδοσιακές κοινωνίες, που μεταφραζόταν σε επιβεβλημένη σιωπή και χαμηλό βλέμμα: η τσόχα, ραδινή και σχεδόν ακίνητη –λόγω κοψίματος, υφής των υφασμάτων, λιτής διακόσμησης και σκούρων χρωμάτων–, επέτρεπε ανεπαίσθητες κινήσεις τόσο στους κυκλικούς όσο και στους αντικριστούς χορούς.

Ο κοινωνικός ρόλος του ενδύματος ως «συλλογικού θεσμού»17 αναβαθμίζεται σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Στο γάμο η γυναίκα φορούσε οπωσδήποτε την τσοχά, που καθιερώθηκε αρχικά στα κέντρα της Καππαδοκίας και κατόπιν γενικεύτηκε ως επίσημο ένδυμα και στις φτωχότερες περιφέρειες. Στο πένθος, άνδρες και γυναίκες έβγαζαν τα διακοσμημένα ενδύματα και για καιρό φορούσαν τα ίδια εξωτερικά ρούχα, πρακτική την τήρηση της οποίας ήλεγχε η ίδια η κοινότητα.18 Παρά την οικονομική δυσπραγία, τα γιορτινά ρούχα19 δεν έπρεπε να λείπουν από κανένα νοικοκυριό. Έτσι σχεδόν όλες οι γυναίκες διέθεταν παραπάνω από μια τσοχά. Για να τηρηθούν όλα «όπως ορίζονταν» ενεργοποιούνταν, ενδεχομένως ασυναίσθητα, συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης. Έτσι, αν κάποια Μιστιώτισσα δεν μπορούσε να αγοράσει έτοιμη τσοχά ή ύφασμα από τη Νεάπολη (Νέβσεχιρ), το Προκόπι (Ουργκιούπ) ή την Πόλη, δανειζόταν από συντοπίτισσά της, όσο και αν κάτι τέτοιο δεν την τιμούσε ιδιαιτέρως.20 Κάποτε η εκκλησία διέθετε τον κόκκινο τελετουργικό μανδύα του γάμου, επιτρέποντάς μας, τηρουμένων των αναλογιών, να χαρακτηρίσουμε το ένδυμα οιονεί κοινοτικό,21 αφού δεν υπάρχει μαρτυρημένη ενοικίαση. Κάποιες φορές22 το γαμήλιο πέπλο, το αl, δωριζόταν από τη νύφη στην εκκλησία του χωριού, που συχνά το ενοικίαζε σε άλλες νύφες που δεν είχαν.

Η σχέση των Καππαδόκων με τα ενδύματά τους ήταν τέτοια που ενισχύει την άποψη όσων θεωρούν ότι τα ενδύματα αντιπροσωπεύουν μέρη του σώματος που καλύπτουν.23 Έτσι έχει παρατηρηθεί ότι χριστιανοί24 κατά περιπτώσεις αφιέρωναν ή έταζαν25 ενδύματα σε εκκλησίες, οι οποίες με τη σειρά τους τα έβγαζαν σε δημοπρασία, για να καλύψουν εκκλησιαστικές ανάγκες.26

3. Ιστορικά συμφραζόμενα και ενδυμασία

Η εξέλιξη και εν τέλει η παγίωση της καππαδοκικής γυναικείας και ανδρικής ενδυμασίας συντελέστηκαν σε δεδομένα ιστορικά συμφραζόμενα. Και εδώ οι χριστιανικοί πληθυσμοί συμμορφώνονταν στις υπαγορεύσεις αναφορικά με την αμφίεση των μιλλέτ, των εθνοθρησκευτικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με έντονο όμως το μουσουλμανικό στοιχείο, με ένα μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού να τείνει σταδιακά σε εκτεταμένη ή και αποκλειστική χρήση της τουρκικής γλώσσας, με τη θρησκεία ως μόνο συνεκτικό στοιχείο «εθνικής» ταυτότητας, οι ενδυματολογικές επιλογές των χριστιανών, και ιδίως των γυναικών, φορτίζονταν με αναγνωριστικά, διακοινοτικά σχήματα και ανάγονταν σε στοιχείο ενδοκοινοτικής συνοχής. Έτσι οι χριστιανές Καππαδόκισσες δεν υιοθέτησαν το σαλβάρι ως βασικό εξωτερικό ένδυμα, κάτι που συναντάμε στις μουσουλμάνες, ενώ οι γαμήλιοι κεφαλόδεσμοί τους αποτελούσαν απόηχους βυζαντινών και διαφοροποιούνταν από τους μουσουλμανικούς. Οι αλληλεπιδράσεις27 όμως ήταν αναπόφευκτες. Συνήθειες όπως οι πλεξίδες ή η συνολική κάλυψη κεφαλής και προσώπου απαντούσαν και σε χριστιανές και σε μουσουλμάνες Καππαδόκισσες, χωρίς να μπορούμε με ασφάλεια να πούμε σε ποια από τις δύο κοινότητες εμφανίστηκαν για πρώτη φορά .

Όταν στα τέλη 19ου αιώνα28 οι Καππαδόκες για εμπορικούς και επαγγελματικούς λόγους μετανάστευαν ή απλώς ταξίδευαν άρχισαν να μεταβάλλονται οι ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες, λ.χ. αναβαθμίστηκε η θέση της γυναίκας, ενδυναμώθηκαν οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί που απασχολούνταν στα κτήματα των μεταναστών εμπόρων, αλλά και οι ενδυματολογικές συνήθειες. Τη συγκυρία ευνόησε και η εποχή των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, που δεν επέβαλλε πλέον τόσους περιορισμούς. Σε κάθε επιστροφή οι ξενιτεμένοι έφερναν ως δώρα μαντίλια, ζωνάρια, λαχούρια και υφάσματα (π.χ. ριγωτά μεταξωτά από τη Δαμασκό) αγορασμένα στα αστικά κέντρα της ΝΑ Μικράς Ασίας ή της Πόλης. Οι γυναίκες κατασκεύαζαν πια ενδύματα με αυτά τα υλικά ή ενσωμάτωναν νέα ενδύματα στα παλαιά.

Η επικοινωνία των Καππαδόκων με τα αστικά κέντρα είχε άμεσες συνέπειες στην εξέλιξη και του ανδρικού ενδύματος, που επηρεάστηκε από τον κυρίαρχο πληθυσμό κάθε τόπου. Έτσι, όσοι σχετίζονταν με βορειοανατολικές επαρχίες υιοθέτησαν ρωσικά ενδυματολογικά στοιχεία,29 οι Αξενοί που ασχολούνταν με το εσωτερικό εμπόριο γίνονταν οι κατεξοχήν φορείς του τουρκικού πολιτισμού, στο ένδυμα και στη γλώσσα,30 ενώ όσοι έφταναν ως την Πόλη ήταν οι πρώτοι που φορούσαν «φράγκικα».

Από το 1870 και εξής συντελέστηκε σειρά ενδυματολογικών διαφοροποιήσεων και στο γυναικείο ένδυμα. Τα καταστήματα από όπου εύκολα προμηθεύονταν υλικά, όπως κλωστές, βελόνια, μα κάποτε και υφάσματα και έτοιμα ενδύματα, τα παζάρια της Νίγδης και της Νεάπολης,31 οι πραγματευτές και η επιστροφή των εμπόρων άμβλυναν τα αυστηρά ήθη. Ήδη από το 1850 η κάλυψη του προσώπου της νύφης στη Νεάπολη απέκτησε τελετουργικό χαρακτήρα, απαλλαγμένη από την κοινωνική σήμανση που έφερε το 18ο αιώνα.32 Το 1870 άρχισε μια σταδιακή απλούστευση του αρχικού τύπου: στην Αξό τότε παρουσιάστηκε μια τάση εκμοντερνισμού.33 Στην Ανακού φορέθηκε το πρώτο κοινό φουστάνι. Όμως μόνο μετά το 1920 κυκλοφόρησαν ευρύτερα τα δυτικά ενδύματα.34

 

1. Η διαφοροποίηση εντοπίζεται κυρίως στη διακόσμηση, στα υλικά κατασκευής, ακόμη και στην ονομασία, ανάλογα με το αν πρόκειται για ελληνόφωνο ή τουρκόφωνο πληθυσμό.

2. Η Καππαδοκία διαιρείται, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, σε επτά περιφέρειες: Καισαρείας, Προκοπίου, Νεαπόλεως (Nevşehir), Ακσεράι-Γκέλβερι, Νίγδης, Φαράσων και αποικιών των Φαράσων. Βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι, (Αθήνα 1971), σελ. 14.

3. Αν θέλαμε να κατατάξουμε με βάση τα γνωστά ενδυματολογικά ταξινομικά συστήματα (Παπαντωνίου, Χατζημιχάλη) το γενικό ενδυματολογικό τύπο της καππαδοκικής φορεσιάς, θα λέγαμε ότι πρόκειται για φορεσιά με το καβάδι. Σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα που επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί στη δεκαετία του 1980 από ομάδα εμπειρογνωμόνων στο Musée des Arts et des Traditions Populaires, μπορεί να θεωρηθεί σύνολο από ραμμένα ενδύματα που φοριούνται από το κεφάλι και τα περισσότερα στηρίζονται στους ώμους. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με το νέο ταξινομικό σύστημα βλ. Groupe de Travail sur le Vêtement, “La constitution d’un prôtocole d’enquête”, L’Ethnographie 92-94, Actes du colloque national CNRS “Vers une anthropologie du vêtement”, Musée de l’Homme (9-11 mars 1983) publiés sous la direction d’ Y. Delaportes (Paris 1984), σελ. 287-289.

4. Κορρέ- Ζωγράφου, Κ., Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος (Αθήνα 1991), σελ. 10.

5. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 100. Τα μαλλιά θεωρούνταν βασικό στοιχείο γυναικείας ομορφιάς. Στο Γκέλβερι για να δυναμώσουν και να μακρύνουν τα μαλλιά τους οι κοπέλες επιδίωκαν να βραχούν από το πρώτο νερό του Μαΐου· Βλ. Πετρόπουλος, Δ. – Ανδρεάδης Ερ., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 164. Ενδεικτικά για το πόσο σημαντικά ήταν για τις ίδιες τις γυναίκες τα πλούσια και μακριά μαλλιά είναι όσα έγιναν κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών (1924), όταν επιβάλλονταν αναγκαστικά υγειονομικά μέτρα στους προσφυγικούς πληθυσμούς. «Όταν ήρθαμε πρόσφυγες, στην καραντίνα, μας κόβαν τα μαλλιά, κόβανε τα φιτίλια. Αχ! Να ’βλεπες τι έγινε τότε. Τι κλάμα ήταν εκείνο! Ένα κορίτσι πήγε να πέσει στη θάλασσα, για να μην του κόψουν τα φιτίλια. Μια νύφη τσίριζε: “Πώς να πάω τώρα στον άνδρα μου;”. Μια άλλη νύφη πέθανε από τη στενοχώρια της. Τότε απαγορεύτηκε και δεν μας κόψανε πια τα μαλλιά». Μαρτυρία Ιορδάνας Κουβάρογλου, από τη Δελμησσό, που δόθηκε στη Σόφη Αναστασιάδη το 1950, και περιλαμβάνεται στους φακέλους της Καππαδοκίας από το υλικό του Κ.Μ.Σ.

6. Η επιλογή του αριθμού 40 για τις πλεξίδες δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία. Από τα βυζαντινά χρόνια το 40 συγκαταλέγεται στους συμβολικά φορτισμένους αριθμούς. Βλ. Σπυριδάκης, Γ.Κ., Ο αριθμός τεσσαράκοντα παρά τοις Βυζαντινοίς και νεωτέροις Έλλησι (Αθήναι 1939), σελ. 101-102. Τα παραπάνω ενισχύουν και μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες κατά τη γιορτή των Σαράντα Μαρτύρων στο Γκέλβερι οι γυναίκες συνήθιζαν για καλοτυχία να περνούν 40 βελονιές στα κεντήματά τους ή 40 βελονιές στους αργαλειούς τους. Βλ. και Πετρόπουλος, Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 151. Επιπλέον, η πεθερά στο ίδιο χωριό το Μεγάλο Σάββατο δώριζε στην αρραβωνιαστικιά του γιου της 40 φλουριά για τις πλεξούδες της, βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., ό.π., σελ. 156.

7. Μαρτυρία Ιορδάνας Κουβάρογλου, από τη Δελμησσό, που δόθηκε στη Σόφη Αναστασιάδη το 1950 και περιλαμβάνεται στους φακέλους της Καππαδοκίας από το υλικό του Κ.Μ.Σ. Μας δίνει πληροφορίες ακόμη και για το εργασιακό καθεστώς των εριτζüδων, που μισθώνονταν σε ετήσια βάση. Στις αρχές του 20ού αιώνα η ετήσια αμοιβή τους ήταν 6-7 γρόσια από κάθε γυναίκα.

8. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ελληνόφωνου Μιστιού, όπου οι γυναίκες δίσταζαν να παντρευτούν σε άλλο χωριό, αφού μεταφέροντας εκεί το παράξενο ντύσιμό τους θα γίνονταν αντικείμενο «περιέργειας και εμπαιγμού». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας (Αθήνα 1977), σελ. 202. Για περισσότερα σχετικά με τη σημασία ενδογαμικών πρακτικών στην παγίωση ενδυματολογικών τύπων βλ. Μελλίδου-Κεφαλά, Ν., «Η γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά από το Μέγα Ζαλούφι», Εθνογραφικά 7 (Ναύπλιο 1989), σελ. 68.

9. «Αν έφερνες εκατό γυναίκες τη μία κοντά στην άλλη, όλες το ίδιο ρούχο φορούσαν, σαν τους στρατιώτες, δεν μπορούσαν να φορέσουν διαφορετικά γιατί τις κορόιδευαν». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 144. Κάτι τέτοιο δεν έχει να κάνει με την έννοια της «μόδας» όπως εννοείται σήμερα, μα με τη λειτουργία του ενδύματος ως αναγνωριστικού κώδικα μεταξύ των μελών μιας κοινότητας και με το βαθμό αποδοχής και ένταξης στα όριά της. Βλ. Τσένογλου, Ε., «Τα γυναικεία καστελλοριζιακά ενδύματα», Εθνογραφικά 4-5 (Ναύπλιο 1985), σελ. 59-61.

10. Ιωσηφίδης, Κ., Η Καρβάλη της Καππαδοκίας – Η Φορεσιά (Νέα Καρβάλη 1988), σελ. 13.

11. Κορρέ-Ζωγράφου, Κ., Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος (Αθήνα 1991), σελ. 132.

12. Στο Μιστί, χωριό της περιφέρειας Νίγδης, η καλύπτρα αυτή λέγεται αl, και λίγο πριν από την ανταλλαγή δε φοριόταν παρά μία εβδομάδα. Σε παλαιότερες εποχές έχουν καταγραφεί ακόμη πιο συντηρητικές συμπεριφορές. Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 230. Στην Αξό, οι νεόνυμφες υποχρεώνονταν να φορούν την καλύπτρα για απροσδιόριστο εθιμικά χρονικό διάστημα, που μπορούσε να φτάσει και το έτος, ανάλογα με τη βούληση και την απόφαση του επικεφαλής της οικογενειακής μονάδας. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξό Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 217, 221.

13. Έτσι σημειώνεται για την περίπτωση της Αξού, όπου ο νυφικός πέπλος, το doυβάχji, λέγεται άλης και είναι ένα κόκκινο διάφανο τούλι με φάρδος 50 εκ. και μήκος περίπου ένα μέτρο. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξό Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 249.

14. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη δύναμη της βασκανίας βλ. Μιχαλοπούλου-Βέικου, Χ., Το μάτιασμα, η κοινωνική δυναμική του βλέμματος σε μια κοινότητα της Μακεδονίας, διδ. διατρ. (Αθήνα 1996).

15. Χαρακτηριστικά λεγόταν στην Ανακού, μολονότι εκεί λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικών συνθηκών (έντονο μεταναστευτικό ρεύμα των ανδρών στη Πόλη, επαφές με άλλα, λιγότερο ή περισσότερο αστικά κέντρα κτλ.) η θέση της γυναίκας δεν ήταν και τόσο υποβαθμισμένη, ότι «νύφ’ και σκλάβος ψυσή δεν έχουν». Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 183.

16. Για να φάει, όταν της επιτρεπόταν να καθήσει στο ίδιο τραπέζι με τους άνδρες, έπρεπε για κάθε μπουκιά να αποστρέφει το κεφάλι, να σηκώνει την καλύπτρα ή να κατεβάζει το γιασμάχ, να φέρνει το κουτάλι στο στόμα και προτού καν καταπιεί να ξανανεβάσει το κεφαλόδεμα. Για κάθε μπουκιά επαναλαμβανόταν η αυτή διαδικασία. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 222.

17. Παπαντωνίου Ι., «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1 (Ναύπλιο 1989), σελ. 5.

18. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 193.

19. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 73.

20. Αν ο πατέρας της δεν της έκανε δώρο τσοχά για το γάμο, η νύφη ξεσπούσε το παράπονό της στη φράση: «Για μένα οι ραφτάδες σπάσαν τα βολόνια;». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 219.

21. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 214.

22. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 182.

23. Πρόκειται για την αντίληψη του pars pro toto, ήτοι του ότι το μέρος λειτουργεί για λογαριασμό του όλου. Βλ. Λεκατσάς, Π., Η καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξασιών (Αθήνα 1951), σελ. 56.

24. Εδώ αξίζει να σημειωθεί και μια συνήθεια που απαντούσε τόσο σε χριστιανικούς όσο και σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Καππαδοκίας και αποδείκνυε δοξασιολογικό συγκρητισμό. Στο δρόμο προς Göstük μουσουλμάνοι και χριστιανοί έκοβαν και κρεμούσαν πάνω σε αγριοαπιδιά κουρελάκια από ρούχα τους, ευχόμενοι για υγεία και ευετηρία. Βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 85. Πανομοιότυπη πρακτική τηρείται ως σήμερα από μουσουλμάνους στη Σινασό, στον περίβολο της ερειπωμένης πια  εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.

25. Μπαλτά, Ε. (επιμ.), Προκόπι (Αθήνα 2004), σελ. 102, μαρτυρία Ελισάβετ Ισαακίδου (1949).

26. Μαυροχαλυβίδης Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 147.

27. Εκτός από τις ενδυματολογικές συνήθειες, αλληλεπιδράσεις διαπιστώνονταν και σε τρόπους καθαριότητας ή υγιεινής του σώματος. Στην Ανακού, για παράδειγμα, μαρτυρήθηκε την παραμονή του γάμου τελετουργική αποτρίχωση των απόκρυφων σημείων του σώματος ανδρών και γυναικών με ένα βοτάνι, πρακτική που δεν παρατηρήθηκε σε άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς, ιδιαιτέρως δόκιμη όμως στους μουσουλμάνους. Βλ. Κωστάκη, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 168. Για περισσότερα στοιχεία αναφορικά με τις αλληλεπιδράσεις σε επίπεδο δοξασιών και εθιμικής συμπεριφοράς βλ. Πετρόπουλου Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 56.

28. Οι Καππαδόκες από τη βόρεια Καππαδοκία μετανάστευσαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, ενώ αυτοί από την κεντρική και νότια Καππαδοκία προς τα ΝΑ (κυρίως στα Άδανα). Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 391.

29. Οι Μιστιώτες που δούλευαν στους κετσέδες περνούσαν σημαντικό μέρος του χρόνου σε άλλες περιοχές και κάποτε ταξίδευαν ως τις επαρχίες που συνόρευαν με τη ρωσική επικράτεια. Συχνά οι κλιματικές συνθήκες κάθε τόπου τους ανάγκαζαν να υιοθετήσουν ενδύματα όπως το γιαμψί, αντί της γνωστής τους κάπας, ή το πασλίκ, πανωφόρι με κουκούλα. Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Β΄ (Αθήνα 1977), σελ. 449.

30. Η ενδυμασία των Αξενών εμπόρων του εσωτερικού της Ασίας επηρεάστηκε από τους τουρκικούς πληθυσμούς: Η κάπα αντικαταστάθηκε από τσόχινη σάλτα και κατόπιν από σάκκο, ενώ η ποδήρης κάπα από το αραβικό μασλάχ. Το σαλβάρι από μαύρο υφαντό, τόσο τυπικό στους Αξενούς, υποχώρησε μπροστά στον κιατιπιγέ, μια περισκελίδα στενότερη από σαλβάρι, που έμοιαζε με παντελόνι, το δε χωρικό φέσι πλέον εγκαταλείφθηκε και υιοθετήθηκε το τουρκικό με φούντα μία πήχη και αργότερα το dαλφές (φέσι με μικρή φούντα). Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 85-87. Όσον αφορά τα υποδήματα οι Καππαδόκες χριστιανοί έμποροι μιμούμενοι τους Τούρκους άρχοντες των πόλεων φόρεσαν όχι πια τσαρούχια ή κοντούρες μα ποτίν καλόσ’. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 26.

31. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Β΄ (Αθήνα 1977), σελ. 440.

32. Κουκίδης, Γ., Η Νεάπολις της Καππαδοκίας (Αθήναι 1975), σελ. 80.

33. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 243.

34. Το κοινό φουστάνι που επικράτησε αποτελείται από πουκάμισο (ιμάτ), γιλέκο (κιρλίκ), φουστάνι με σφιχτή μέση, εφαρμοστό πανωκόρμι, μακριά μανίκια και στενό σακάκι (αμαζόνα). Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 99.

 

Ο ζωγράφος Θεόφιλος και η ελληνική φορεσιά – Theofilos the painter and the Greek Folk Costume

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, γνωστός απλά ως Θεόφιλος,ή Θεόφιλος Κεφαλάς ή Κεφάλας, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα γεννήθηκε στη Βαρειά της Λέσβου μεταξύ του 1867 και 1870, πρώτο παιδί μια φτωχής οικογένειας που απέκτησε άλλα επτά στη συνέχεια. Το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική εκδηλώθηκε από νωρίς.

3b7cc6cbcfc6cea4e52f83fd679f41b9

Σε ηλικία περίπου δεκαοκτώ ετών ο Θεόφιλος δραπετεύει από τη Μυτιλήνη και φεύγει για τη Σμύρνη, την πόλη με τους χιλιάδες Έλληνες, που είναι το οικονομικό κέντρο της Μικράς Ασίας. Δουλεύει θυροφύλακας (»καβάσης») στο ελληνικό προξενείο και παράλληλα ζωγραφίζει. Στη Σμύρνη, ο Θεόφιλος θα διαμορφώσει την εικαστική του γλώσσα και το βασικό του θεματολόγιο, από τον κόσμο της αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της νεώτερης Ελλάδας. Τότε κάνει τη ζωγραφική επάγγελμά του.Με το ξέσπασμα του Ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 φεύγει για την Ελλάδα, με την πρόθεση να καταταγεί εθελοντής. Πριν προλάβει να γνωρίσει τα πεδία των μαχών, ο πόλεμος τερματίζεται. Αποφασίζει να μείνει στον Βόλο, πλούσιο αγροτικό και βιομηχανικό κέντρο στις αρχές του 20ου αιώνα.

contentsegment_15651618w1000_h0_r0_p0_s1_v1jpg

Ο Θεόφιλος φέρεται να είχε και έντονη συμβολή στα κοινωνικά δρώμενα της περιοχής με τη διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων στις εθνικές γιορτές, ενώ την περίοδο της Αποκριάς συνήθιζε να έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, άλλοτε ντυμένος ως Μεγαλέξανδρος και άλλοτε ως ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, με εξοπλισμό και κουστούμια που έφτιαχνε ο ίδιος.

2b4f4e05555868daed03bac5bbdd2297
Υπήρξε πάντοτε ιδιαίτερα φτωχός και συχνά ζωγράφιζε τοίχους καφενείων ή σπιτιών για να κερδίσει ένα πιάτο φαγητό. Εξίσου συχνά έπεφτε θύμα εμπαιγμού και περιφρόνησης, ειδικά λόγω της επιλογής του να εγκαταλείψει τον ευρωπαϊκό τρόπο ένδυσης και να φοράει φουστανέλα, όπως οι ήρωες που απεικόνιζαν τα έργα του.Τα οικονομικά του καλυτερεύουν κάπως, όταν ένας πλούσιος γαιοκτήμονας της Μαγνησίας, ο Γιάννης Κοντός, του αναθέτει το 1912 την τοιχογράφηση του σπιτιού του στην Ανακασιά. Ο Θεόφιλος ζωγραφίζει σκηνές από την Επανάσταση του ’21, αρχαίους θεούς και τοπία. Σήμερα, η οικία Κοντού είναι το Μουσείο Θεόφιλου στον Βόλο.


Το 1927 ο Θεόφιλος επέστρεψε στη Λέσβο και έναν περίπου χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον τεχνοκριτικό και έμπορο έργων τέχνης Στρατή Ελευθεριάδη – Teriade, μια γνωριμία που συνέβαλε αρχικά στη βελτίωση των συνθηκών επιβίωσής του και μετέπειτα (δυστυχώς μετά θάνατον) στη σταδιακή αναγνώριση του έργου του, ώσπου το Υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε το έργο του ως «χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας». Ο Θεόφιλος πέθανε στις 24 Μαρτίου του 1934, πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση.

Μια ενδιαφέρουσα σειρά slides  με το έργο του μπορείτε να δείτε και εδώ

2ce43d35a19b9f323b9bbd1f37ecf6b0

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1935 δημοσιεύεται συνέντευξη του Teriade στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα», στην οποία χαρακτηρίζει τον Θeόφιλο «μεγάλο έλληνα ζωγράφο». Ένα χρόνο αργότερα οργανώνεται έκθεσή του στο Παρίσι. Ο μεγάλος αρχιτέκτονας Λε Κορμπιζιέ γράφει σε άρθρο του για τον Θεόφιλο «…Είναι ζωγράφος γεννημένος από το ελληνικό τοπίο. Μέσω του Θεόφιλου, ιδού το τοπίο και οι άνθρωποι της Ελλάδας: κοκκινόχωμα, πευκότοπος και ελαιώνας, θάλασσα και βουνά των θεών, άνθρωποι που λούονται σε μια τολμηρά επικίνδυνη ηρεμία….». Ο Γιώργος Σεφέρης και ο Γιάννης Τσαρούχης εκφράζονται εγκωμιαστικά για την τέχνη του.Ο Teriade χρηματοδοτεί την ίδρυση του Μουσείου Θεοφίλου, που άνοιξε το 1965 στη γενέτειρά του Βαρειά στη Λέσβο, όπου φιλοξενούνται 86 πίνακες του ζωγράφου.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

From a humble Lesbiote family, he showed an inclination for painting at a very early age. He left the island in 1883 and settled in Smyrna till 1897 when he returned with the aim of enlisting as a volunteer at the front of the Greek-Turkish war. Not being able to return to Turkish-occupied Smyrna, he remained in Thessaly, and specifically Volos, and the villages of Pelion, where he decorated shops, cafes and inns with paintings, but without being accepted by the residents of the area because of his eccentric behavior and appearance. In 1927, Theophilos returned to his birthplace in disappointment where he continued to work till his death. A few years earlier, the art critic Stratis Eleftheriadis, known in the artistic circles of Paris as Teriade, at the recommendation of Fotis Kontoglou and Georgios Gounaropoulos, arranged a meeting with Theophilos and ordered works from him for an exhibition in Paris. The exhibition was at last presented in 1936. In 1965 the Theophilos Museum was opened in Vareia, a gift of Teriade.
In Theophilos’ works — wall paintings, painting on objects or cloth — his world is caught with the ingenuousness and innocence, but also the freshness, of folk painting, a world equally of gods, heroes and everyday human beings, which coexists with elements and images from familiar reality and landscape

Μπορείτε να δείτε γκραβούρες με ελληνικές φορεσιές του 19ου αιώνα σε αυτό το σύνδεσμο

See engravings depicting Greek folk costumes of the 19th century in this link.

πηγές

http://www.lesvosgreece.gr/el/theofilos-hatzimihail  http://vaspik.blogspot.gr/2011/05/blog-post.html  https://paletaart.wordpress.com/ https://gr.pinterest.com

Αν σας άρεσε το άρθρο αυτό μοιραστείτε το! Please share if you liked this post!

Ο Νικόλαος Βώκος αποτυπώνει τις ελληνικές φορεσιές

Ο Νικόλαος Βώκος (1854-1902) ανήκε στους καλλιτέχνες της Σχολής του Μονάχου και εγγονός του Έλληνα αγωνιστή της Επανάστασης Ανδρέα Μιαούλη. Γράφτηκε αρχικά για σπουδές στην Σχολή Ευελπίδων, αλλά γρήγορα την εγκατέλειψε για σπουδάσει ζωγραφική στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) κατά την περίοδο 1874–1878. Το 1885, μετά από διαγωνισμό, έλαβε υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Μόναχο με δασκάλους τον Νικόλαο Γύζη, τον Λούντβιχ Λαίφτς (Ludwig Löfftz) και τον Ανδρέα Μύλλερ (Andreas Müller). Εκεί παρέμεινε επί 16 χρόνια διατηρώντας σχολή ζωγραφικής μέχρι που ασθένησε. Επέστρεψε το 1902 στην Ελλάδα όπου και πέθανε λίγους μήνες αργότερα.Απέσπασε χάλκινο μετάλλιο το 1888 στο διαγωνισμό των Ολυμπίων και το αργυρό μετάλλιο σε έκθεση σκαριφημάτων που διοργάνωσε ο Σύλλογος Παρνασσός.Μεταξύ των βραβευθέντων έργων του ονομαστά υπήρξαν ο Ιχθυοπώλης (Βραβείο Σικάγου) και το Επιτραπέζιον, που κόσμησε τα Ανάκτορα του Αντιβασιλέως της Βαυαρίας Λουιτπόλδου.

Ο Νικόλαος Βώκος αποτυπώνει ρεαλιστικά με το πινέλο του φορεσιές της Ελλάδος μέσα από τα θέματα που τον εμπνέουν. Η φορεσιά που αποτυπώνεται περισσότερο είναι της Μεγαρίτισσας. Ας θαυμάσουμε λοιπόν λίγα από τα έργα του που αποδίδουν τη ζωή στα τέλη του 19ου αιώνα.

Μπορείτε να δείτε περισσότερες φορεσιές του 19ου αιώνα στη σειρά Traditional Dress of Greece πατώντας εδώ

a4afb83a4053b748a1818db6962e02df
Χωριατοπούλα ή νεαρή Ελληνίδα (Εθν. πινακοθήκη)
203111963ae0548d0baf297b1b52b947
Νεαρή κοπέλα με λουλούδια
to_armegma_tis_katsikas_by_vokos
Το άρμεγμα της κατσίκας 1895
bda5c9973fd70850e3e96000e1101e92
Η αγκαλιά της μητέρας

Ο λογοτεχνικός στοχασμός της Κατερίνας Αθηνιώτου-Παπαδάκη πάνω στο βιβλίο «Παραδοσιακές Ελληνικές Φορεσιές Βόρεια Εύβοια»

Τό βιβλίο τῆς κ. Ἀσημίνας Ντέλιου «Παραδοσιακές Ἑλληνικές Φορεσιές Βόρεια Εὔβοια» μοιάζει μέ παραθύρι. Ἄν σιμώσεις καί κοιτάξεις θά δεῖς κυράδες νά κάνουν τό ἄσμα ὕφασμα καί νά κεντοῦν τόν κάμπο του μέ ρόδα καί καρπούς , μέ ἄνθη καί πουλιά. Μιά στιγμή θά σοῦ φανεῖ πώς ντύνονται τόν κάμπο μέ τά λούλουδα, σάν πριγκιπέσσες παραμυθιῶν. Ἵσως νιώσεις πώς σκαλίζουν στήν ἑστία τῆς μνήμης τή στάχτη, μπάς καί βροῦν σπίθα νά ζεστάνουν τήν ψυχρή πιά ὕπαρξη.

Ἀνέμες, ροδάνια, ρόκες, ἀργαλειοί τό ρυθμό κρατοῦν τῆς πατρίδας. Γιατί πατρίδα, ὅπως λέγει ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης, δέν εἶναι ἕνα σύνολο φυτῶν καί ὑδάτων, ἀλλά ἡ προβολή τῆς ψυχῆς ἑνός λαοῦ πάνω στήν ὕλη.

Τό πόνημα αὐτό εἶναι μιά πολύτιμη παρακαταθήκη γιά τίς γενιές πού μεγαλώνουν μέ λάπτοπ καί κινητά, αἰχμαλωτισμένες σέ εἰκονικές ψευδαισθήσεις μακριά ἀπό τά ἀρώματα τῆς ζωῆς καί τίς ἀνοιχτοσύνες τοῦ μυστηρίου. Τώρα σέ διαγωνισμούς Εὐρωπαϊκούς βραβευόμαστε γιατί ντυνόμαστε, χορεύουμε καί τραγουδάμε μ’ ἕναν τρόπο ξένο σέ μιά γλώσσα ξένη. Πανηγυρική ὕβρη γιά τό ὕφος τοῦ ἥθους πού ὑφάνθηκε ἀπό τούς προγόνους μας.

Τί εἶναι αὐτό πού κάνει ἰδιαίτερο τό παραδοσιακό ἔνδυμα;

Ἡ δόξα. Οἱ παλαιότεροι πάσχιζαν νά δώσουν σέ ὅ,τι ἔπιαναν, εἴτε αὐτό ἦταν πέτρα, εἴτε ξύλο, εἴτε ὕφασμα, μιά δόξα. Νά βάλουν δηλαδή πάνω του, πελεκώντας, σκαλίζοντας, ὑφαίνοντας ἤ κεντώντας, κάτι πού νά τό κάνει ὀμορφότερο καί λειτουργικότερο. Κάτι πού νά νοηματοδοτεῖ ἀναγωγικά κάθε πτυχή τοῦ βίου. Ἔτσι ἡ πέτρα ἔγινε Παρθενώνας καί Ἁγιά-Σοφιά, τό ξύλο καΐκι μέ τή γοργόνα ψυχή στήν πλώρη, τό μαλλί τοῦ προβάτου ὑφαντό πού τά πλουμίδια του τά ζήλευε ἡ ἄνοιξη, γιατί ἐνῶ τά δικά της μαραίνονταν, ἐκείνα ἄφθαρτα ἔμεναν στό χρόνο.

Τί ἔχει τό σύγχρονο ροῦχο στή θέση τῆς δόξας; Τρύπα. Δέν εἶναι τυχαία ἡ μόδα τοῦ σκισμένου ροῦχου. Δέν μᾶς νοιάζει πιά νά κάνουμε ὀμορφότερο τόν κόσμο οὔτε νά τόν ντύσουμε μέ σχήματα πού ἐνστερνίζονται δόξες καί συλλαβίζουν αἰωνιότητες. Τή φιλαυτία μας ντύνουμε, γδύνοντας καί ἀπογυμνώνοντας ἀπό ἐλπίδα τόν κόσμο.

Γιατί πρέπει νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό παραδοσιακό ἔνδυμα; Ἀποτελεῖ αὐτό μουσειακό παρωχημένο εἶδος ἤ ἔχει κάποια λειτουργική ἀξία καί σημασία γιά τό μέλλον μας;

Ἀπό τό ρῆμα ὑφαίνω προέρχεται ἡ λέξη ὕφος. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς ὕφανσης εἶναι νά τοποθετηθοῦν στόν ἀργαλειό τά σταθερά νήματα, τά στημόνια. Ὁ τρόπος πού τά ὑφάδια, τά νήματα τῆς ὕφανσης θά περάσουν μέσα ἀπό τά στημόνια, θά καθορίσει τήν τελική εἰκόνα τοῦ ὑφαντοῦ. Ὁμοιάζει ὁ ἀργαλειός μέ μιά παράξενη ἄρπα σιωπῆς, ὅπου οἱ  ὁλόλευκες χορδές τῶν στημονιῶν πάλλονται ἀπό  ποικιλόχρωα ὑφάδια πού τό καθένα  μέ τό ὕφος τῆς ἰδιαίτερης προσωπικότητας του κοινωνεῖ  τήν σύνθεση ἕνός παράξενου ἄσματος -ὑφ-άσματος- προορισμένου ὄχι μόνο νά ντύσει τό σῶμα, ἀλλά καί νά τέρψει μέ τήν μουσική τοῦ πολύχρωμου κάμπου του, ἀπό τό βλέμμα  τή  δίψα τῆς ψυχῆς γιά τή συμμετοχή της στό κάλλος τοῦ κόσμου. Ἔτσι φαντάζουν ξάφνου τά ὑφάδια σάν τά ποικιλόμορφα νήματα τῆς προσωπικῆς μας ἀποστολῆς, πού περνώντας μέσα ἀπό τά ἀγαθά στημόνια,  δηλαδή τίς σταθερές ἀξίες τοῦ βίου, συνθέτουν τό ὕφος καί τό ἦθος τοῦ πολιτισμοῦ μας. Τό ἔνδυμα εἶναι χαρακτηριστικό στοιχεῖο αὐτοῦ τοῦ φιλοκαλικοῦ μυστηρίου.

Πρίν κόψει μέ τό ψαλίδι τό ὕφασμα ἡ μητέρα ἔδινε εὐχή: «Μέ ‘γειά σου» ἔλεγε. Νά’ χεις ὑγειά νά τό χαρεῖς. Καί πρίν μοῦ τό φορέσει τό σταύρωνε. Ἀκουμποῦσε Χριστό πάνω του, γιά νά μήν χάσω μέσα σέ λάγνες ὀμορφιές τήν ὡραιότητα τῆς ἀθωότητας πού ὁ Θεός μοῦ ἐμπιστευόνταν.

Ξέρετε, δέν πάει κανείς νά βουτήξει στή θάλασσα μέ τό παλτό του, οὔτε κάνει σκί στά χιόνια μέ τό μαγιό του. Ἄν δέν σεβαστεῖ τή φύση τοῦ χώρου θά κινδυνέψει. Δέν συνειδητοποιεῖ ὅμως ὅτι τό ἴδιο κινδυνεύει ἄν πλησιάσει στό χῶρο τοῦ Θεοῦ ἤ στό χῶρο τοῦ συνανθρώπου δίχως τό κατάλληλο ἔνδυμα. Τό ἔνδυμα δείχνει τά σχήματα πού ἡ ψυχή οἰκειώθηκε.

Στά λαϊκά παραμύθια τό ἔνδυμα τοῦ χοροῦ εἶχε πάνω του τόν οὐρανό μέ τ’ ἄστρα, τή θάλασα μέ τ’ ἀσημόψαρα, τόν κάμπο μέ τά λούλουδα, ἀκριβῶς ὅπως τό παραδοσιακό νυφικό ροῦχο. Δέν ἔφτανες στό νυμφώνα γυμνός ἀλλά ἔφερνες στή χαρά του ὅλη τήν κτίση. Δέν εἶναι τυχαία ἡ γυμνότητα στό σύγχρονο ροῦχο. Γυμνός θά πεῖ γδυτός ἀπό ἀγάπη πού προσκομίζει. Στήν κοινωνία μέ τό Θεό, στήν κοινωνία μου μέ σένα εἶμαι ὡραῖος, ὅταν προσκομίζω κάτι, ὅταν σοῦ φέρνω κάτι καί ὡραιότερος ὅσο πιό δοξαστικά στό φέρνω. Μᾶς ἔμαθαν νά ’μαστε ξεροί καί στεγανοί. Δέν χορεύουμε πιά μέ τό σύμπαν. Δέν πιάνει πάνω μας μυστήριο κανένα. Γι αὐτό καί δέν ἔχουμε συστολή οὔτε στό βλέμμα, οὔτε στό ἔνδυμα. Παγιδέψαμε τήν Πεντάμορφη Ψυχή σέ ἐπιδερμικές ἀλογίες, σκιές καί μάσκαρες. Δέν εἶναι τυχαῖα ἐπιλεγμένες οἱ λέξεις, μιά πού ἔτσι μασκαρεύουμε τά παραθύρια τῆς ψυχῆς καί σκιάζουμε τήν ἀναλαμπή στό βλέμμα ἀπό τόν ἐσωτερικό φωτισμό τῆς ὕπαρξης.

Γυμνότητες οὐσίας, μόδες δίχως ὁδό καί ὠδές σωτηρίας. Ὁ ἔρωτας νιώθει καί μέ τέτοιους τρόπους δέν φτάνει ποτέ. Γιατί ὁ ἔρωτας δέν εἶναι τῆς σάρκας ἀλλά τῆς ὕπαρξης. Ὁ ἔρωτας εἶναι παρών κάθε φορά πού ζυμώνεις τό ψωμί, πού μπαλώνεις τό ροῦχο-τί συμβολική διορθωτική κίνηση-κάθε φορά πού ξαγρυπνᾶς πάνω ἀπό τό προσκεφάλι τῶν παιδιῶν σου καί σφουγγίζεις τόν ὑδρώτα καί τήν ἀγωνία τοῦ συντρόφου σου. Κάθε φορά πού γίνεσαι χαρά γιά τά γονικά σου καί φῶς γιά τόν κόσμο γύρω σου. Κάθε φορά πού ὡς γνήσιος συνδημιουργός τοῦ Θεοῦ ἀπογειώνεις τό βίο καί κάνεις τόν κόσμο καί τήν καρδιά σου κατοικήσιμα θαύματα.

Ἀντικρύζοντας τήν παραδοσιακή φορεσιά τῆς παντρεμένης, μέ τό θελκτικά ἀνοιχτό κεντητό μποῦστο στό μακρυμάνικο, ἀκοῦς στή λευκή τραχηλιά τό τραγούδι τοῦ ἔρωτα, μπαίνεις στή χαρά τοῦ βίου. Ἀλλά καί ἀπό τόν ἀνθισμένο κάμπο τῆς ποδιᾶς εἰσέρχεσαι στήν ἐλπιδοφόρα ὀμορφιά καί τήν ἱερή συστολή τῆς διακονίας. Στήν ποδιά της ὅπως στά πόδια τοῦ Θεοῦ σάν νά’χουν ἀκουμπήσει καί περιμένουν νά γονιμοποιηθοῦν ὅλα τά σχήματα τῆς πλάσης.

Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχει καί ἡ θεματολογία τῶν παραδοσιακῶν κοσμημάτων. Τό νομισμα, ὁ σταυρός, τό δάκρυ, τά ἄνθη, ὁ ἀετός καθώς και τά   γεωμετρικά μοτίβα, ὅλα τους ἀνάγουν στίς ἀξίες, στό μόχθο καί στήν ὀμορφιά τῆς ζωῆς. Φέρουν πάνω τους μέ ἑορταστική λαμπρότητα ὅλο τό δυναμισμό τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κτίσης.

Το κόσμημα πρός τή γυναίκα πού ὑφαίνει, κεντᾶ, πλένει, σιδερώνει,μπαλώνει, ἀνασταίνει τά παιδιά καί συγυρίζει τήν καθημερινότητά μας, λειτουργεῖ ὡς παράσημο γιά τήν ἀνδρεία στό στάδιο τοῦ συζυγικοῦ βίου. Τότε τό κόσμημα δέν μεταφέρει ὕλη ἀλλά εὐγνωμοσύνη πού κοσμεῖ καί δυναμώνει τή σχέση. Ὅσο γιά τήν ἀνδρεία, δέν εἶναι ἀνδρεία ὑποταγῆς ἀλλά ὑπακοῆς. Αὐτό πού ἐμπνευσμένος ἀπό τή θεία χάρη λέγει ὁ ἅγιος Σιλουανός: Ὑπακοή σημαίνει νά προσλαμβάνεις στήν ὕπαρξή σου καί τήν ὕπαρξη τοῦ ἄλλου. Νά κάνεις κοινωνία. Ὅποιος κάνει τόπο στήν ἀγάπη παίρνει εὐλογία.

Τό παραδοσιακό κόσμημα δέν ἔχει μόνο διακοσμητικό ρόλο ἀλλά καί λειτουργικό. Δέν χονδροδένεται ἡ ποδιά, ἀλλά συγκρατεῖται μέ ἰδιαίτερη τιμή, κ ο σ μ ο ύ μ εν η, ἔτσι ὅπως ἀκριβῶς πρέπει νά συγκρατεῖται καί ἡ συντροφική σχέση.

Δέν ὑπῆρξαν ποτέ τέλειες ἐποχές, ὅπως δέν ὑπῆρξαν καί τέλειοι ἄνθρωποι-μέ ἐξαίρεση τούς ἁγίους. Ὅμως, αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἀτέλεια κάθε ἐποχῆς ἀποτελεῖ τό γόνιμο ἔδαφος γιά τήν πάλη τοῦ ἀνθρωπου γιά τό «τ ι μ ι ώ τ ατ ο ν» , ὅπως ἔλεγε ὁ Φώτης Κόντογλου. Τήν πάλη γιά περισσότερη ἀλήθεια, λειτουργικότητα καί γνησιότητα στό βίο πού ἐπισυνάπτει πάντα τό κερδισμένο φ ῶ ς, στά στοιχεῖα τοῦ πολιτισμοῦ του.

Ἡ παράδοση εἶναι ἡ φωτιά τοῦ πολιτισμοῦ. Στό καμίνι της ξεκαθαρίζει ὁ «χρυσός», αὐτή μεταφέρει ἀπό γενιά σέ γενιά ἀξίες πού κατακτήθηκαν μέ περισσό κόπο καί πόνο. Στά παραδοσιακά ἐνδύματα τό χρυσό δέν βρίσκεται στό νῆμα ἤ στό μέταλλο, ἀλλά στήν καρδιά καί στά χέρια αὐτῶν πού ἔπαιρναν τή μοίρα στά χέρια τους καί νοηματοδοτοῦσαν καί τήν ἐλάχιστη πτυχή τοῦ βίου τους. Τό παραδοσιακό ροῦχο εἶναι κεκοσμημένο ἀπό τή βαθιά καρδιά τοῦ ἀνθρώπου πού κάνει τό μόχθο καί τόν πόνο ἐφαλτήριο ἀρετῆς.

Ἴσως νά μᾶς στολίζουν τά σύγχρονα ροῦχα, ἀλλά δέν μᾶς ντύνουν μέ εὐχή καί προσευχή. Δέν μεταφέρουν στά στημόνια τους τό μυστήριο καί τήν ἀρετή. Ἴσως γι αὐτό, μένοντας πάντα ἄδειοι, τρέχουμε πάντα νά ἀγοράσουμε κάτι ἀκόμη. Μάταια, τό μυστικό τῆς ζωῆς δεν εἶναι στήν ἀγορά, εἶναι στήν δημιουργία. Στόν τρόπο πού προβάλλεις τήν ψυχή σου πάνω στήν ὕλη, προκειμένου νά νικήσεις τή φθορά καί τό θάνατο πού αὐτή κουβαλᾶ. Μέ ἕναν τρόπο, μέσα ἀπό τά ἔργα τῶν χειρῶν σου λειτουργεῖς, μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀνάσταση τοῦ κόσμου.

Τό παραδοσιακό ροῦχο ἔχει φωνή. Ψιθυρίζει, γνέφει γιά τό ὑφασμένο φῶς στό ὕφος τοῦ βίου. Καί μᾶς ἀκουμπᾶ ὄχι μόνο ἀπό τό παρελθόν, ἀλλά καί ἀπό τό μέλλον πού αὐτό τό φῶς ὑπόσχεται.

Δέν εἶναι τυχαῖο τό πρόσωπο τῆς κ. Ἀσημίνας Ντέλιου στήν ἐκπόνηση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, τοῦ ἀφιερωμένου στό παραδοσιακό ροῦχο καί κόσμημα. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει μιά ἀποστολή. Ἀπό κάθε λέξη καί εἰκόνα τοῦ βιβλίου της τή νιώθω νά ξεπετιέται χορεύοντας ρυθμούς παραδοσιακούς, νά κυματίζει σά σημαία δονούμενη ἀπό ἕναν δυνατό ἄνεμο ἐσωτερικό. Θαρρῶ τόν ἄνεμο τῆς ἀποστολῆς της. Αὐτό τό πόνημα ἔχει πολλή ἀγάπη ἀπό μέρους της μέσα. Ἀγάπη πού τή γιόρτασε μέ πολλά πρόσωπα πρίν τήν κάνει λέξη καί εἰκόνα. Τήν παίρνω νοητά στό κατόπι, γιά νά δῶ τήν κρυφή λάμψη στό βλέμμα τῶν ἡλικιωμένων, καθώς τούς γύριζε χρόνους πίσω, γιά νά τούς βεβαιώσει μέ τή δίψα της ὅτι τίποτε γνήσιο καί ἀληθινό δέν πάει χαμένο. Ἴσα ἴσα γίνεται ἡ μυστική δύναμη πού κινεῖ τόν ἄσωτο ἀπόγονο σέ ἐπιστροφή.

Οὔτε εἶναι τυχαῖα ἡ ἐνασχόληση καί ἡ ἀφοσίωση τοῦ συζύγου της κ. Θεοφάνη Ραμιώτη στό παραδοσιακό κόσμημα. Ἡ κατεργασία τοῦ μετάλλου μᾶς πάει αὐτόματα στήν ἀνδρική φύση. Τό κόσμημα ὅμως προϋποθέτει μιά ἰδιαίτερη λεπτότητα. Μιά εὐγένεια πού θά κάνει τό σκληρό μέταλλο νά ὑπακούσει σέ μορφές καί σχήματα πού θα μεταφέρουν ὀμορφιά, τιμή, λάμψη, νόημα. Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ὁ κ. Θεοφάνης Ραμιώτης ἔχει μπολιαστεῖ μέ μιά ἰδιαίτερη εὐγένεια μέσα ἀπό τά λειτουργικά νάματα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀπό αὐτή τή λειτουργική ρίζα ἔχει ἐκκεντριστεῖ στήν παράδοση καί στήν κλίμακά της προσκομίζει ἕνα πλατύσκαλο: το Ἐργαστήριο Παραδοσιακῶν Κοσμημάτων ὅλης τῆς Ἑλλάδας πού ἐδρεύει στήν Ἱστιαία Εὐβοίας. Τούς εὐχαριστοῦμε θερμά καί τούς δύο γιά τήν ἐγρήγορση καί τήν ἐπιμέλεια στήν ἔρευνα τοῦ λαϊκοῦ μας πολιτισμοῦ. Ἀποτελοῦν γιά μᾶς πολύτιμη γεωγραφία ψυχῆς μέ ρίζα.

 (Ἀπό την παρουσίαση τοῦ βιβλίου τῆς κ. Ἀσημίνας Ντέλιου) 

Το βιβλίο μπορείτε να το αγοράσετε πατώντας εδώ

πηγή