Αρχείο ετικέτας headkertchief

Οι κεφαλόδεσμοι του Ρουμλουκιού μέσα απο το μουσείο Μελίκη

Όπως σας έχω υποσχεθεί ξεκινάω σήμερα να σας περιγράφω κάποια απο τα πράγματα με τα οποία ήρθα σε επαφή στο ταξίδι μου στην περιοχή της Αλεξάνδρειας Ημαθίας.

Ανάμεσα στις εξέχουσες γνωριμίες ανθρωπογεωγραφίας που έκανα ήταν και η γνωριμία μου με το Γιώργο Μελίκη. Τον κ. Γιώργο τον γνωρίζετε ασφαλώς απο την εκπομπή «Κάθε τόπος και τραγούδι» μέσω της ΕΡΤ 3. Αυτό που εγώ δεν ήξερα όμως και με μεγάλη έκπληξη ανακάλυψα είναι οτι η μεγάλη αγάπη του για τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό τον έχει ωθήσει να μετατρέψει το γονικό του σπίτι στη Μελίκη Ημαθίας σε ένα ενδιαφέρον Εθνογραφικό Μουσείο με ιδιαίτερες μόνιμες συλλογές και δραστηριότητες για παιδιά και μεγάλους. (ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ 4, ΜΕΛΙΚΗ ΗΜΑΘΙΑΣ, Τ.Κ. 59031, ΤΗΛ. 2331081274 )

Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να περιγράψω όλα αυτά που είδαμε στη συλλογή του κ. Μελίκη. Θα σταθώ όμως σε δύο τρία ενδιαφέροντα σημεία και απο εκεί και πέρα, θα σας ενθαρρύνω να το επισκεφτείτε για να δείτε και τα υπόλοιπα…

Όλοι έχετε δει την τοπική γυναικεία φορεσιά της Αλεξάνδρειας , του Γιδά δηλαδή. Λίγοι έχουν γνώση όμως για τα διάφορα είδη κεφαλοδεσιμάτων των γυναικείων φορεσιών που προσδιορίζουν την οικογενειακή και την οικονομική κατάσταση της γυναίκας που τους φορά. Στη συλλογή του Γιώργου Μελίκη όμως τα πράγματα γίνονται κατανοητά με μια ματιά, καθώς μπροστά μας συναντήσαμε όλα τα διαφορετικά κεφαλοδεσίματα και ξεναγηθήκαμε στην σημασία τους, όπως την μοιράστηκε μαζί μας η κ. Γιούλη Δήμου, γλωσσολόγος/χοροδιδάσκαλος και ξεναγός μας στο ισόγειο του εθνογραφικού Μουσείου.

Το κεφαλοδέσιμο στο Γιδά έχει απόλυτη σχέση με την ηλικία της γυναίκας που το φορά. Στο Μουσείο Μελίκη μαθαίνουμε οτι η παιδική σκουφίτσα που φορούν τα κοριτσάκια, αντικαθίσταται απο ένα απλό γκριζωπό μαντίλι με σκουρα σχέδια απο το οποίο προβάλλουν οι κοτσίδες του κοριτσιού όταν το κορίτσι περάσει τα 8 και το φορά έως 13 ετών. Η είσοδος στην εφηβεία σηματοδοτεί και την επόμενη αλλαγή.

IMG_0753

Από τη στιγμή που μπαίνει στην εφηβεία μέχρι το γάμο της η κοπέλα αλλάζει κεφαλοδέσιμο. Φοράει το «τσεμπέρι» που εικονίζεται παρακάτω, στολισμένο με λουλούδια και κεντήματα.

Σε αυτόν τον κεφαλόδεσμο εμφανίζεται για πρώτη φορά το «μαγλικοτάρι» το πλούσιο αλυσιδωτό κόσμημα του κεφαλιού, που η ποσότητα των αλυσίδων του προσδιορίζει την οικονομική κατάσταση του πατέρα της κοπέλας.

Ο νυφικός κεφαλόδεσμος που ξεκινά να φοριέται την ημέρα του γάμου είναι το «κατσούλι με τις φούντες» και είναι ο πιο εντυπωσιακός και ο πιο γνωστός.

νυφικό κατσούλι γιδά

Στο «κατσούλι» που είναι εξαιρετικά πολύπλοκο στο δέσιμο,  τα μαντίλια δένονται μαζί με τα μαλλιά της γυναίκας γύρω απο ένα κεντρικό μαξιλαράκι σε οβάλ σχήμα, που δίνει και το σχήμα του κεφαλόδεσμου. Το ενδιαφέρον είναι οτι μέσα σε αυτο οι γυναίκες έραβαν ως φυλαχτό κομμάτι απο πρόσφορο, για να προστατεύονται «απο το κακό».

IMG_0741

Σαν παντρεμένη, απο την στιγμή που θα γεννήσει το πρώτο της παιδί, περίπου ένα χρόνο μετά το γάμο δηλαδή, όπως συμβαίνει σε όλη την Ελλάδα, η γυναίκα του Γιδά αρχίζει να αφαιρεί απο το κεφαλοδέσιμό της διακοσμητικά εξαρτήματα. Πρώτες φεύγουν οι φούντες και έτσι έχουμε αυτόν τον κεφαλόδεσμο το «κατσούλι με τα μαγλικοτάρια»

κεφαλόδεσμος παντρεμένης γιδά

Το ενδιαφέρον σε αυτό τον κεφαλόδεσμο είναι οτι τα μαγλικοτάρια μας δίνουν μια σαφή εικόνα της οικονομικής κατάστασης της νέας της οικογένειας σε αντιδιαστολή με την πατρική της οικογένεια. Το εμπρός μαγλικοτάρι ανήκει στην οικογένεια του συζύγου. Το πίσω στην πατρική οικογένεια. Ανάλογα λοιπόν το μέγεθος και τις αλυσίδες μπορεί κανείς με μια ματιά να καταλάβει αν η κοπέλα είχε «κακοπέσει» στο γάμο της ή αν είχε την τύχη να μπεί σε πλούσιο σπίτι.

Όσο η γυναίκα μεγαλώνει τα κοσμήματα αφαιρούνται πλέον και αντικαθίστανται απο ένα μαντίλι που καλύπτει τα μάγουλα και το σαγόνι. Έτσι έχουμε το «κατσούλι» της μεσήλικης.

κεφαλόδεσμος μεσόκοπης γιδά

Αν δε ο θάνατος χτυπήσει την πόρτα της οικογένειας τότε όλο το κεφαλοδέσιμο είναι στα μαύρα, ένα χοντρό μαύρο μαντίλι που καλύπτει μάγουλα και λαιμό

κεφαλόδεσμος χηρας γιδα

Όλοι αυτοί οι κεφαλόδεσμοι παρουσιάζονται αναλυτικά σε ένα τμήμα του κάτω ορόφου της συλλογής και μας εισάγουν στον λαϊκό πολιτισμό του Γιδά… αλλά δεν έχουμε μόνο αυτά… η περιήγηση στο Μουσείο Μελίκη συνεχίζεται…

 

Advertisements

ΣΤΑΜΠΩΤΑ ΜΑΝΤΗΛΙΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΜΑΝΤΗΛΑΡΗΣ/ PRINTED SCARVES AND THE LAST SCARF MAKER

Λίγα λόγια για την Ιστορία των Σταμπωτών

Κατά το 18ο και 19ο αιώνα η Κύπρος αποτελούσε μια μικρή επαρχία στην περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ονομαστή για την παραγωγή βιοτεχνικών προϊόντων και ξακουστή για το εμπόριο της.

 

Η Κύπρος εκείνη την περίοδο είχε εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής και εξαγωγής τυποβαφικών προϊόντων. Η τυποβαφική, το στάμπωμα δηλαδή σχεδίων πάνω σε ύφασμα με καλούπια (ξυλότυπους), είναι μια τέχνηπου αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στις Ινδίες. Η τέχνη της τυποβαφικής είχε ευρύτατη διάδοση στην Κωνσταντινούπολη-Βόσπορο, Μικρά Ασία και στον Ελλαδικό χώρο. Στην Κύπρο, με κύριο κέντρο τη Λευκωσία, διαδεδομένη φαίνεται να ήταν η τέχνη των σταμπωτών υφασμάτων, γνωστών ως πασμάδες (τουρκ. basma τυπωμένο ύφασμα). Την τέχνη ασκούσαν αποκλειστικά άνδρες τεχνίτες.

Η τυποβαφική τέχνη συνεχίστηκε και στα νεότερα χρόνια στη μορφή των σταμπωτών μαντηλιών. Η τέχνη φαίνεται πως ανανεώθηκε μετά το 1895 από Αρμένηδες τεχνίτες που ήρθαν στην Κύπρο από την Πόλη, την Αίγυπτο, τη Βηρυτό, τη Μικρά Ασία, φέρνοντας νέα σχέδια και καλούπια. Τα καλούπια των μαντηλάρηδων ήταν καμωμένα από ξύλο ελιάς, καρυδιάς ή σκλίδρου, ήταν μικρότερα από εκείνα των πασματζήδων και τα σχέδια τους ήταν λεπτότερα. Το τύπωμα γινόταν πάνω σε λεπτό, βαμβακερό ύφασμα (τουλπάνι) γνωστό στη Κύπρο ως κουρούκλα, με χρώματα που προέκυπταν από ανάμειξη φυτικών και ορυκτών ουσιών. Οι μαντηλάρηδες ακολουθούσαν μυστικές συνταγές βαφών και διαδικασίες πολύπλοκες που με την πάροδο του χρόνου απλοποιήθηκαν.

 

Τα σταμπωτά μαντήλια εξελίχθηκαν στην Κύπρο σε αξιόλογη εργαστηριακή βιοτεχνία. Οι μαντηλάρηδες εργάζονταν σε ιδιωτικά εργαστήρια που συχνά βρίσκονταν μέσα στο σπίτι τους. Τα μεγαλύτερα εργαστήρια μαντηλάρηδων στην Κύπρο λειτουργούσαν κυρίως στη Λευκωσία, όπου ήταν το κέντρο της τέχνης αυτής, αλλά και στη Λάρνακα και την Αμμόχωστο. Τα μαντήλια διακρίνονται σε αυτά της κεφαλής και σε αυτά της μέσης (κόξας). Ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της ενδυμασίας και άμεσα συνδεδεμένα με την παραδοσιακή εθιμική ζωή.

11205496_1059291790782690_6868984133129502511_n

 

A few words on the history of the Printed Scarves

During the 18th and 19th centuries, Cyprus was a small province of the Ottoman Empire, renowned for the production of handicrafts and famous for its trade. At the time, Cyprus had been elevated to one of the most important centres for the manufacture and export of printed fabric. Screen printing, namely the printing of patterns onto fabric by means of stamps, is a craft particularly developed in India. Screen printing widely flourished across Constantinople-Bosporus, in Asia Minor and in Greece. In Cyprus, with Nicosia as the main centre, especially developed was the craft of printed calicos, known as pasmades (Turk. basma = printed cloth, calico). It was a craft exclusively practiced by male artisans.

Screen printing carried on in more recent years, in the form of printed scarves. The craft appears to have been renewed after 1895 by Armenian craftsmen who came to Cyprus from Constantinople, Egypt, Beirut and Asia Minor, bringing with them new patterns and stamps.

Made of olive wood, walnut wood or Oriental alder wood, the scarf makers’ stamps were smaller than those of calico printers and their patterns were finer. Printing was performed on a thin cotton fabric known as kouroukla, in colours yielded through a mixture of vegetable substances and minerals. Scarf makers used secret recipes for their dyes and applied complex processes which in time were to be simplified.

In Cyprus, printed scarves gradually developed into a noteworthy craft industry. Scarf makers worked in private workshops, within their homes. The largest scarf-making workshops in Cyprus operated mainly in Nicosia, the centre of the craft, but also in Larnaka and Famagusta. Scarves were, distinguished between head scarves and waist (koxa) scarves. They, were an integral elementof the Cypriot attire, directly linked to traditional customary living.

SOURCE: Leventis.Museum.Nicosia

Μη διστάσετε να αφήσετε ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση… Πείτε μας αν σας άρεσε η ανάρτηση, ρωτήστε ο,τι θέλετε και ας κάνουμε μια συζήτηση γύρω από το θέμα…

Don’t hesitate to leave a comment under the post… Tell us if you liked it, ask questions and let’s discuss on the topic!