Αρχείο ετικέτας greek traditional costumes

Ελληνικές Φορεσιές μέσα από το χρωστήρα του Ν. Γύζη

Ο Νικόλαος Γύζης , ένας από τους μεγαλύτερους Ελληνες  ζωγράφους, γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι της Τήνου την 1η Μαρτίου του 1842.Από πολύ μικρός  έδειξε την κλίση του στη ζωγραφική και σε ηλικία μόλις οκτώ ετών αποφασίστηκε να σπουδάσει στο Σχολείο των Τεχνών, όταν  η τότε νόμιμη ηλικία ήταν τα δώδεκα. Η  οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα το 1850. Ο Γύζης αρχικά παρακολουθεί μαθήματα ως ακροατής στο Σχολείο των Τεχνών και αργότερα φοιτεί κανονικά,  ως το 1864.
gyzis_nikolaos_the_step_mother
H ψυχομάνα (φορεσιές Μεγάρων)
Σε ηλικία πέντε μόλις ετών αντέγραψε μια λιθογραφία στο πατρικό του σπίτι που αναπαρίστανε έναν αγωνιστή του 1821. Στο τέλος των σπουδών του, μέσω του φίλου του, επίσης μεγάλου ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα, γνωρίζει τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, ο οποίος μεσολαβεί προκειμένου να του χορηγηθει υποτροφία  από το Ευαγές Ιδρυμα  του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην περίφημη Ακαδημία του Μονάχου .
gyzis_nikolaos_-_girl_from_megara_-_google_art_project
Κορίτσι από τα Μέγαρα
Τον Ιούνιο του 1868 γίνεται δεκτός στις τάξεις του  Πιλότυ που είχε τη φήμη ενός εξοχου δασκάλου. Τό έργο του, χάρη στο οποίο έγινε δεκτός στις τάξεις του Πιλότυ είχε ως  θέμα του  τον “Ιωσήφ στην φυλακή” κι ο ζωγράφος το δώρησε στο Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου, ως ένδειξη τιμής κι ευγνωμοσύνης.
gyzis_krypho_sxol
Το Κρυφό Σχολειό
Εφημερίδες και περιοδικά  της Γερμανίας τον εγκωμιάζουν. Τον Απρίλιο του 1872 επιστρέφει στην Ελλάδα. Ζωγραφίζει κυρίως στα Μέγαρα και συγκεντρώνει ένα υλικό, που θα το χρησιμοποιήσει αργότερα στην Γερμανία. Στην Αθήνα εγκαθίσταται στην αυλή,  απέναντι από το πατρικό του στην αδιεξοδη πάροδο της οδού Θεμιστοκλέους 18) δεν βρίσκει  ανταπόκριση  και μετά από ένα σύντομο ταξίδι με το Νικηφόρο Λύτρα στη Μικρά Ασία απ’ όπου γυρίζει με πολλά σχέδια για μελλοντικά του έργα, αποφασίζει να ξαναγυρίσει στο Μόναχο. Τον Αύγουστο του 1880 ανακηρύσσεται επίτιμο μέλος της  Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου. Την Πρωτοχρονιά του 1881  πήρε δώρο από την Ελλάδα την επίσημη αναγνώρισή του, (δίπλωμα και μετάλλιο του Γεωργίου Α΄).
Το 1882 εκλέγεται παμψηφεί εκτακτος καθηγητής της Ακαδημίας του Μονάχου.  Στη Διεθνη Εκθεση του  Μονάχου βραβεύεται με ασημένιο μετάλλιο για την “Αποστήθιση”.  Με το πέρασμα του χρόνου δουλεύει το  πολύ γνωστό “Παραμύθι της γιαγιάς”.  που είναι μια υποσυνείδητη αναφορά στα παιδικά του χρόνια. Από το 1884   αρχίζει να μελετά σε βάθος  τη ζωή και το πνεύμα των αρχαίων. Το 1887 ζωγραφίζει το λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1888 εκλέγεται τακτικός καθηγητής της Ακαδημίας του Μονάχου.
the-fortune-teller-nikolaos-gyzis
Διαβάζοντας τη μοίρα – The fortune-teller 
Το 1892 είναι γεμάτο από διεθνείς διακρίσεις! Η Πινακοθήκη του Μονάχου  βραβεύει το έργο του “Αποκριά στας Αθήνας”, στη Μαδρίτη του απονέμεται χρυσό βραβείο για το “Τάμα”. Ακολουθούν κι άλλες διακρίσεις από Γερμανούς και Γάλλους   και το “Δίπλωμα των Ολυμπιακών αγώνων” (1896), για το οποίο του απενεμήθη αργυρό μετάλλιο κι είχε σαν θέμα τον Ευαγγελισμό της Ελλάδας. Θα πρέπει να μνημονευτούν τα αριστουργήματά  του “Ολυμπιονίκης, το πνεύμα της θλίψεως, η δόξα των Ψαρρών, σπουδές Κενταύρων, ο γέρος που καπνίζει και η χαρά εν μέσω των παιδιών (1897). Το 1898 παίρνει  το χρυσό παράσημο Ριτερκρόϋτς και το κράτος αγοράζει έργα του για την Πινακοθήκη.
 Το καλοκαίρι του 1900 ο Γύζης αρρωσταίνει  από  λευχαιμία και τον Ιανουάριο του 1901 πεθαίνει. Η τελευταία του φράση είναι η προτροπή “Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι”.
Δείτε περισσότερες γκραβούρες με ελληνικές φορεσιές στη σειρά βιβλίων traditional dress of Greece
apokries
Απόκριες στην Αθήνα

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

πηγές

http://tosympantistexnis.blogspot.gr/

https://paletaart.wordpress.com

Αν σας άρεσε το άρθρο αυτό μοιραστείτε το!

Advertisements

Ο Νικόλαος Βώκος αποτυπώνει τις ελληνικές φορεσιές

Ο Νικόλαος Βώκος (1854-1902) ανήκε στους καλλιτέχνες της Σχολής του Μονάχου και εγγονός του Έλληνα αγωνιστή της Επανάστασης Ανδρέα Μιαούλη. Γράφτηκε αρχικά για σπουδές στην Σχολή Ευελπίδων, αλλά γρήγορα την εγκατέλειψε για σπουδάσει ζωγραφική στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) κατά την περίοδο 1874–1878. Το 1885, μετά από διαγωνισμό, έλαβε υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Μόναχο με δασκάλους τον Νικόλαο Γύζη, τον Λούντβιχ Λαίφτς (Ludwig Löfftz) και τον Ανδρέα Μύλλερ (Andreas Müller). Εκεί παρέμεινε επί 16 χρόνια διατηρώντας σχολή ζωγραφικής μέχρι που ασθένησε. Επέστρεψε το 1902 στην Ελλάδα όπου και πέθανε λίγους μήνες αργότερα.Απέσπασε χάλκινο μετάλλιο το 1888 στο διαγωνισμό των Ολυμπίων και το αργυρό μετάλλιο σε έκθεση σκαριφημάτων που διοργάνωσε ο Σύλλογος Παρνασσός.Μεταξύ των βραβευθέντων έργων του ονομαστά υπήρξαν ο Ιχθυοπώλης (Βραβείο Σικάγου) και το Επιτραπέζιον, που κόσμησε τα Ανάκτορα του Αντιβασιλέως της Βαυαρίας Λουιτπόλδου.

Ο Νικόλαος Βώκος αποτυπώνει ρεαλιστικά με το πινέλο του φορεσιές της Ελλάδος μέσα από τα θέματα που τον εμπνέουν. Η φορεσιά που αποτυπώνεται περισσότερο είναι της Μεγαρίτισσας. Ας θαυμάσουμε λοιπόν λίγα από τα έργα του που αποδίδουν τη ζωή στα τέλη του 19ου αιώνα.

Μπορείτε να δείτε περισσότερες φορεσιές του 19ου αιώνα στη σειρά Traditional Dress of Greece πατώντας εδώ

a4afb83a4053b748a1818db6962e02df
Χωριατοπούλα ή νεαρή Ελληνίδα (Εθν. πινακοθήκη)
203111963ae0548d0baf297b1b52b947
Νεαρή κοπέλα με λουλούδια
to_armegma_tis_katsikas_by_vokos
Το άρμεγμα της κατσίκας 1895
bda5c9973fd70850e3e96000e1101e92
Η αγκαλιά της μητέρας

Ο Θ.Ράλλης και οι μεγαρίτικες φορεσιές

Πολλοί ζωγράφοι αποτύπωσαν με το πινέλο τους τις ελληνικές φορεσιές. Ένας απο αυτούς, ο οποίος εμπνεύστηκε απο τη Μεγαρίτικη φορεσιά και την αποτύπωσε ολοζώντανα στους πίνακές του ήταν και ο Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909). Εδώ θα δούμε έργα του στα οποία αποτυπώνεται η ποικιλία της φορεσιάς των Μεγάρων στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους πίνακες έχουν δημιουργηθεί περί το 1890-1905.

21Το αντίδωρο ή Μετά τη λειτουργία 

Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Σ. Πέστροβα (Ερευνητή – δάσκαλο παραδοσιακών χορών) στα Μέγαρα  «Συναντάμε δυο τύπους γυναικείας φορεσιάς ,τα «φουστάνια» & τους «καπλαμάδες». Στα «φουστάνια» ανήκει η νυφική φορεσιά «τα κατηφένια». Την ονομασία κατηφένια την πήραν αρχές του 20ου αιώνα, όταν έφτιαχναν τα ζιπούνια από βελούδο (κατηφές ήταν ένα είδος μεταξωτού βελούδου) ενώ τα παλαιότερα ζιπούνια ήταν από τσόχα. Επίσης στα φουστάνια ανήκε και η πρώτη φορεσιά το φούντι με το κοντοζίπουνο. Πάμπολλες οι αναφορές από περιηγητές, ζωγράφους, ενδυματολόγους για την συγκεκριμένη φορεσιά η οποία έγινε γνωστή πάλι (ολοκληρωμένη) από τον κ. Δημήτρη Ηλία που ασχολήθηκε σε βάθος με την έρευνα των χορών και των φορεσιών.

12_37Παραμονή εορτής, ελαιογραφία σε καμβά, Ιδιωτική συλλογή Πηγή: www.lifo.gr

Δεύτερος τύπος φορεσιάς είναι οι «καπλαμάδες» οι οποίοι συνυπήρχαν με τα φουστάνια με πολλές παραλλαγές ανάλογα την περίσταση. Αναφέρω λίγες από τις ονομασίες που υπήρχαν. Ο καπλαμάς με το φούντι, ο καλός ή ψιλός καπλαμάς, ο σπαθάτος, ο καπλαμάς με τα σκούρα και ο χοντρός (καθημερινός).»

9_43

Ο εσπερινός, ελαιογραφία σε ξύλο, 35 χ 27 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα, κληροδότημα Θ. Ράλλη Πηγή: www.lifo.gr

Ο καπλαμάς, αποτελούνταν από τον μπούστο, τα μισοφόρια, τα φούντια, την τραχηλιά, τον επενδύτη – καπλαμά, τη ζώστρα ή ζουνάρα, την ποδιά, το γκιουρντί ή σιγκούνι και τα ποδήματα. Ο κεφαλόδεσμος σχηματιζόταν από το σαρικάκι και το κίτρινο μαντήλι για τις νέες, και από το σαπίσο μαντήλι για τις ηλικιωμένες. Η φορεσιά αυτή διακρινόταν για την απλότητά της ενώ το μόνο κόσμημα της φορεσιάς ήταν οι άλυσες. Τον μπούστο τον φορούσαν οι νέες γυναίκες για να σφίγγουν το στήθος μέσα από τα φούντια. Από τη μέση και κάτω έβαζαν αρκετά μισοφόρια για να έχει μεγαλύτερο αέρα και όγκο η φορεσιά. Τα φούντια, τα δύο ποκάμισα έμπαιναν πάνω από το μπούστο των νέων γυναικών και κατάσαρκα στις μεγαλύτερες. Φορούσαν δύο, το ένα πάνω από το άλλο για να έχει αέρα ο καπλαμάς και πήρε την ονομασία του από το σχέδιο που στόλιζε τον ποδόγυρο. Το κατακόρυφο άνοιγμα της τραχηλιάς έκλεινε με κουμπάκια ως τη μέση. Η τραχηλιά ήταν διακοσμημένη με ταμιτέλες πλεγμένες από τις γυναίκες στα κοπανέλια ή με το βελονάτσι. Το εξωτερικό φούντι ήταν ραμμένο από άσπρο ουβγιωτό ύφασμα του αργαλειού, το τσουλίντρι.

Η τραχηλιά ήταν ραμμένη από τις γυναίκες με άσπρο μεταξωτό ύφασμα και ήταν ξεχωριστή από τα φούντια. Οι ηλικιωμένες δεν φορούσαν τραχηλιά, ήταν δηλαδή ξεστήθωτες. Την τραχηλιά συγκρατούσε ο καπλαμάς που έμπαινε από πάνω. Ο γαλάζιος καπλαμάς, είναι το εξωτερικό κομμάτι της φορεσιάς και είναι κατακόρυφα ανοιχτός μπροστά με μακριά, στενά μανίκια. Ο καθημερινός και ο γιορτινός μοιάζουν σε μορφή, ενώ το μόνο που τους διαχωρίζει είναι η ποιότητα του υφάσματος και ο διάκοσμος. Τα κάθετα ραμμένα μακριά του μανίκια, φτάνουν ως τον καρπό και γυρίζουν προς τα πάνω, τα καπάσια. Οι καπλαμάδες των κοριτσιών ήταν φτιαγμένοι από άσπρο και γαλάζιο ύφασμα και ονομάζονταν για αυτό παρδαλοί. Ο καθημερινός γυναικείος είναι ραμμένος από τις γυναίκες από χοντρό, βαμβακερό, γαλάζιο σκούρο ύφασμα, το καλοπάνι. Ήταν διακοσμημένος απλά, με κορδονάκια και σειρήτια πολύχρωμα. Ο καλός, γιορτινός καπλαμάς ή ψιλός καπλαμάς ήταν από γαλάζιο σωπανιασμένο ύφασμα για να προσθέτει αέρα, όγκο και χάρη στο βάδισμα της Μεγαρίτισσας. Σ’ αυτόν ύφαιναν και μια λωρίδα κόκκινου βελούδου ολόγυρα στον ποδόγυρο για να φαίνεται το σχέδιο καθώς σήκωναν τις σκούτες του καπλαμά (τις άκρες του). Με το ίδιο ύφασμα ήταν φοδραρισμένα και τα μανίκια στα καπάσια τους. Η ζώστρα ή ζουνάρα ήταν μάλλινη και την τύλιγαν στο σώμα χαμηλά, έτσι που ακουμπούσε στους γοφούς.

Η ποδιά που φορούσαν οι γυναίκες ήταν χρωματιστή, βαμβακερή ή μάλλινη λογιόμυτη. Οι νύφες και οι νιόπαντρες ύφαιναν άσπρες, βαμβακερές, ριγωτές για τις καθημερινές, τη λεγόμενη μάρτινα και άσπρες μεταξωτές στις γιορτές, την καλαμάτα (πήρε την ονομασία της από την πόλη που αγόραζαν το ύφασμα). Όταν οι θερμοκρασίες έπεφταν πολύ κατά τη διάρκεια του χειμώνα, πάνω από τον καπλαμά φορούσαν το άσπρο σιγκούνι ή το γκιουρντί. Το σιγκούνι ήταν κατακόρυφα ανοιχτό μπροστά, δεν είχε μανίκια και έφτανε ως το γόνατο. Ήταν απλά διακοσμημένο με γαλάζια τσόχα στον ποδόγυρο και τις ραφές του ώμου. Τα ποδήματα φορούσαν οι γυναίκες μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές, ενώ τις καθημερινές ήταν ξυπόλυτες. Τα γουρουνοτσάρουχα που φορούσαν πριν την τουρκοκρατία πιθανόν ονομάζονταν ξενοθήλια, ενώ τα χρόνια της τουρκοκρατίας και μετά τη θέση τους πήραν οι κουντούρες. Οι κουντούρες ήταν ένα είδος παντόφλας με χαμηλό τακούνι και τσόχα ή βελούδο.

Για να θαυμάσουμε λοιπόν τις Μεγαρίτικες φορεσιές δια του χρωστήρα του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου

 

Αν σας αρέσουν οι φορεσιές της Αττικής μπορείτε να δείτε το βιβλίο μου με συλλογή γκραβούρων του 19ου αιώνα από την Αττική και άλλα μέρη της Ελλάδος πατώντας ακριβώς εδώ   Όλη η σειρά βιβλίων με γκραβούρες που παρουσιάζουν φορεσιές από όλη την Ελλάδα μπορείτε να τη δείτε πατώντας εδώ
Πηγές άρθρου : http://habilisii-habilis.blogspot.gr/
«Ελληνικές Φορεσιές», Συλλογή Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, β’ έκδοση, Αθήνα 2005, σελ. 98
Η Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά (Τόμοι Πρώτος & Δεύτερος) Αγγελική Χατζημιχάλη, Μουσείο Μπενάκη, Εκδόσεις «Μέλισσα»

Η παρουσίαση του βιβλίου «Παραδοσιακές Ελληνικές Φορεσιές Β.Εύβοια» στο Νέο Πύργο Ευβοίας

Μια υπέροχη καλοκαιρινή βραδιά μας χάρισε χτες ο Αύγουστος στο προαύλιο του Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Νέο Πύργο Ευβοίας για να μπορέσουν οι ομιλητές να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους με αξιόλογες ομιλίες και ευαισθητοποιώντας τους παρευρισκόμενους πάνω στις παραδοσιακές φορεσιές της βόρειας Εύβοιας, προσκαλεσμένοι του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Ν.Πύργου «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ»

Κεντρική ομιλήτρια, η λογοτέχνης-ποιήτρια κ. Κατερίνα Αθηνιώτου-Παπαδάκη η οποία μέσα από ένα αισθαντικό λογοτεχνικό λόγο ταξίδεψε τους παρευρισκόμενους σε άλλες εποχές και σε στοχασμούς γύρω απο το παραδοσιακό ένδυμα και την σημασία του για τους παλιούς αλλά και για τους σύγχρονους ανθρώπους. Το φυσικό κάλλος του παραθαλάσσιου Νέου Πύργου και ο ιερός χώρος αποτέλεσαν ιδανικό φόντο για να μετουσιωθεί ο λόγος της, σε εικόνα και οι παρευρισκόμενοι να ακολουθήσουν το νήμα της σκέψης της μέχρι τον προηγούμενο αιώνα.

IMG_6549

Τη σκυτάλη έλαβε ο κ. Θεοφάνης Ραμιώτης ο οποίος ξενάγησε τους παρευρισκομένους στο βορειο-ευβοϊκό αλλά και πανελλήνιο παραδοσιακό κόσμημα τόσο μέσα απο την ομιλία του όσο και μέσα από την έκθεση των παραδοσιακών του κοσμημάτων που αποτελούσαν το σκηνικό της εκδήλωσης. Μέσα στη λάμψη των κοσμημάτων ο κ. Ραμιώτης αναφέρθηκε στις τεχνικές που συναντάμε στα τοπικά παραδοσιακά κοσμήματα που πλαισιώνουν τις φορεσιές και τα παρουσίασε ένα ένα αναλυτικά.

IMG_6562

Στο τέλος η συγγραφέας Ασημίνα Ντέλιου στην ομιλία της, αποφάσισε να αναλύσει και να περιγράψει την Τελεθριακή φορεσιά, ένα είδος της φορεσιάς που λέγεται γενικότερα στη Βόρεια Εύβοια «κολοβά σεγκούνια», η οποία φοριόταν στα χωριά δίπλα στο προσφυγικό χωριό του Νέου Πύργου. Την  ανάλυση οπτικοποίησαν οι κ. Δέσποινα Ανανία, αντιπρόεδρος του Μουσικοχορευτικού Συγκροτήματος Ιστιαίας «Αθανάσιος Κορφιάτης» και υπεύθυνη του βεστιαρίου του, η οποία έντυσε με πλήρη αυθεντική παραδοσιακή Τελεθριακή φορεσιά την δεσποινίδα Μαρία-Ελένη Δούκα, μέλος του χορευτικού συγκροτήματος. Η ανάλυση αυτή και η ζωντανή παρουσίαση, είλκυσε το ενδιαφέρον των παρευρισκομένων και απέσπασε θετικές κριτικές.

IMG_6570

Η κ. Ντέλιου τέλος αναφέρθηκε στην ανάγκη κατανόησης, διάσωσης και προβολής της πολιτιστικής μας ταυτότητας και ενθάρρυνε τους παρευρισκομένους να βοηθήσουν στην συνέχιση της έρευνας προκειμένου να αντληθεί υλικό και να ανακαλυφθούν ακόμη περισσότερα στοιχεία.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους η βορειο-ευβοιώτισσα λογοτέχνης, πρόεδρος του λογοτεχνικού ομίλου ΞΑΣΤΕΡΟΝ και εκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού ΚΕΛΑΙΝΩ κ. Παναγιώτα Χριστοπούλου-Ζαλώνη, ο συγγραφέας και εκδότης, πρόεδρος του τοπικού τμήματος Ιστιαίας-Αιδηψού της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών κ. Αλέξανδρος Καλέμης  με τη σύζυγό του, εκπρόσωποι των πολιτιστικών συλλόγων της Β.Εύβοιας και αρκετοί φίλοι του πολιτισμού και της τέχνης, οι οποίοι απόλαυσαν την όμορφη βραδιά.

IMG_6610
Από αριστερά οι κ. Παναγιώτα Χριστοπούλου-Ζαλώνη με τον σύζυγό της, Θανάσης Αγγέλου, Κατερίνα Αθηνιώτου-Παπαδάκη, Ασημίνα Ντέλιου και Θεοφάνης Ραμιώτης

Το βιβλίο της κ. Ντέλιου μπορείτε να προμηθευτείτε από όλα τα βιβλιοπωλεία του Δήμου Ιστιαίας-Αιδηψού, τα χρυσοχοεία του Θεοφάνη Ραμιώτη στην Ιστιαία και του Δημήτρη Ραμιώτη στα Λουτρά Αιδηψού και από τον εκδοτικό οίκο Φυλάτος, από όπου σας αποστέλλεται σε όλη την Ελλάδα και σε 62 χώρες του κόσμου.

Ευχαριστούμε πολύ τον Χρήστο Μπεκιάρη για τις πολύ όμορφες φωτογραφίες του από την εκδήλωση και τους χορηγούς επικοινωνίας της εκδήλωσης Ράδιο Ιστιαία 100,4 , την Εφημερίδα Παλμός , τον ιστότοπο eviagoal και το διαδικτυακό ραδιόφωνο www.hellenicmediagroup.com καθώς και όλους τους χορηγούς του Φεστιβάλ Πολιτισμού 2016 του Ν.Πύργου.

Ανδρικές ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές του 19ου αιώνα-Men’s greek traditional costumes of the 19th Century

Οι ανδρικές παραδοσιακές φορεσιές είναι πολύ πιο σπάνιες σε σχέση με τις γυναικείες, κι αυτό διότι οι άντρες έπαψαν πολύ πιο νωρίτερα στις περισσότερες περιοχές να φορούν την εθνική ενδυμασία και την αντικατέστησαν με την ευρωπαϊκή στα τέλη του  19ου αιώνα. Εδώ σας παρουσιάζουμε κάποια δείγματα ανδρικών φορεσιών όπως αυτά φορέθηκαν από τον Όθωνα τον πρώτο βασιλιά του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους το 1833 και από αξιωματικούς της αυλής του.

The male traditional costumes are much rarer than the womens’ ones. That is because men in most Greek places stopped wearing the national greek costume and replaced it with the european costumes in late 19th century. Here we present you some of the Greek fustanella costumes that were worn by the first king of Greece, King Otto in 1833 and some of the generals and adjutants of his court.

Ενδυμασία του Βασιλέως Όθωνος – Εθνική ενδυμασία του πρώτου βασιλέως της Ελλάδος (1832-1862). national costume of the first king of Greece Otto (1832-1862). Συλλογή Εθνικού και Ιστορικού Μουσείου / Collection of the Greek National and Historical Museum /
Ανδρική Ενδυμασία – Ανήκε στον Γενναίο Θ. Κολοκοτρώνη, αγωνιστή του 1821, υπασπιστή του βασιλέως Όθωνος και πρωθυπουργού Men’s Outfit / Belonged to Gennaios Th. Kolokotronis fighter of 1821, adjutant of King Othon and Prime Minister Συλλογή Εθνικού και Ιστορικού Μουσείου / Collection of the Greek National and Historical Museum /

 

25ef8a4fb501c4d59e10e5fe02e99435
Φωτογραφία του Στρατηγού Χριστόδουλου Χατζηπέτρου από τον Π. Μωραϊτη

Μπορείτε να δείτε περισσότερες γκραβούρες από ανδρικές ελληνικές φορεσιές  στη συλλογή Traditional Dress of Greece πατώντας εδώ you can see engravings from male greek traditional dresses here

If you liked this article please like and share! Αν σας άρεσε το άρθρο κάντε like και share!

Η παραδοσιακη φορεσια του Παλαιοχωρίου Χαλκιδικής- greek traditional dresses from Paleochori Chalkidiki

Το Παλαιοχώρι Χαλκιδικής είναι ένα χωριό της ΒΑ Χαλκιδικής. Βρίσκεται στην κύρια οροσειρά τους όρους Χολομώντα στη βορειοανατολική Χαλκιδική, σε υψόμετρο περίπου 550 μέτρων στο κέντρο του τριγώνου που σχηματίζουν τα χωριά Νεοχώρι ανατολικά σε απόσταση 3 χλμ, Αρναία δυτικά σε απόσταση 5 χλμ και Μεγάλη Παναγία νότια σε απόσταση 7 χλμ. Χωροταξικά είναι οικισμός 5ουεπιπέδου. Τοπογραφικά χαρακτηρίζεται από επίπεδο ανάγλυφο και την κοίτη του ποταμού Χαβρία. Η μορφή του ακολουθώντας το ίχνος του ποταμού είναι γραμμική. Στην περιοχή του γεωμετρικού κέντρου του οικισμού βρίσκεται η κεντρική πλατεία και ανατολικότερα η παλιά εκκλησία των Ταξιαρχών, κύριο σημείο αναφοράς του χωριού.

Εδώ παρουσιάζουμε σήμερα την τοπική ανδρική και γυναικεία  παραδοσιακή φορεσιά του χωριού

Παραδοσιακή Φορεσιά ανδρική

Οι Παλαιοχωρινοί μέχρι το 1880 φορούσαν φουστανέλλες. Μετά ξεκινάει να φοριέται η παραδοσιακή φορεσιά του Παλιοχωρινού η οποία αποτελείται απο τα παρακάτω ενδύματα.
Μπενεβρέκι ή σιαγιάνι είδος βράκας από ύφασμα μάλλινο (δίμυτο) σε χρώμα μαύρο, υφασμένο στον αργαλειό του σπιτιού. Φαρδύ με σέλα που κρέμονταν αρκετά στο πίσω μέρος. Δύο βαθιές τσέπες στα πλάγια, ίδιο μπρος πίσω με μάκρος ως τα παπούτσια. Δένονταν στη μέση με μια λουρίδα από ύφασμα, περασμένη εσωτερικά που με το σφίξιμο σχημάτιζε σούρα.
Φανέλλα υφαντή η πλεχτή μάλλινη ή μαλλοβάμβακη ίδια χειμώνα καλοκαίρι.
Πουκάμισο από ύφασμα του αργαλειού ή κάμποτ σε χρώμα γεράνιο (σκούρο μπλε)
Βρακί άσπρο ίδιο σχέδιο με το μπενεβρέκι, μακρύ έδενε πάνω από τον αστράγαλο.
Σκ΄φούνια (κάλτσες) μάλλινα πλεχτά, σε χρώμα μαύρο καφέ η σιάργκαβου (γκρι).
Βέστα γιλέκο από ύφασμα χονδρό μάλλινο χωρίς μανίκια. Φοριόταν πάνω από το πουκάμισο, κούμπωνε στα πλάγια και είχε δυο μεγάλες τσέπες μπροστά.
Ντουλαμάς φοριόταν πάνω από τη βέστα, ήταν από το ίδιο ύφασμα χωρίς γιακά και κουμπιά με μάκρος ως τη μέση.
Ζουνάρι από ύφασμα μάλλινο λεπτό σε χρώμα βυσσινί, μακρύ 2,5 περίπου μέτρα και φάρδος 25-30 πόντους.
Τραγιάσκα σε χρώμα μαύρο ή καφέ με κουμπί στην κορυφή και τρίγωνα κομμάτια, με στρογγυλή ραφή η με πιέτες στο πίσω μέρος οι γιορτινές. Τις φορούσαν χειμώνα-καλοκαίρι.
Παπούτσια μαύρα φαρδιά χωρίς κορδόνια έμπαιναν και έβγαιναν ελεύθερα.

Παραδοσιακη Φορεσιά γυναικεία
Φουστάνι
από ύφασμα του αργαλειού (μεταξωτό) ριγέ ή μονόχρωμο ή κλαδωτό αγοραστό. Το πάνω μέρος στενό εφαρμοστό λίγο πιο κοντό από τη μέση. Χωρίς γιακά κούμπωνε μπροστά ως τη μέση. Το κάτω μέρος μακρύ ως το χώμα με πιέτες που άρχιζαν από τη μέση άνοιγαν κάτω σ΄έναν φαρδύ ποδόγυρο. Η φούστα (το μπόι) μπροστά άφηνε ένα άνοιγμα που το σκέπαζε η ποδιά.
Καβάδι φόρεμα καπιτονέ μονοκόμματο, το φορούσαν οι πιο ηλικιωμένες.
Ποδιά μάλλινη υφαντή σε διάφορα χρώματα μονόχρωμη η κλαδωτή (καλλιγραφένια) μια πιθαμή κοντύτερη από το φουστάνι.
Κοντογούνι ζακέτα από ύφασμα μονόχρωμο μάλλινο (ή λούτρο) με γιακά και μακρύ μανίκι, μεσάτο με ζώνη στο πίσω μέρος. Τα μανίκια σχημάτιζαν στους ώμους πιέτες και είχαν στην άκρη όπως και ο γιακάς βελούδο (κατηφέ). Κούμπωνε μπροστά με ένα κουμπί.
Λιμπαντές γρίζινη κοντή ζακέτα


Γούνα το επίσημο χειμωνιάτικο ένδυμα. Εξωτερικά είχε μαύρο μάλλινο ύφασμα και εσωτερικά γούνα. Ανοιχτή μπροστά κατέληγε σ΄ένα γύρισμα σ΄όλο το μάκρος και φαινόταν η γούνα.Το μάκρος της πιο κοντό από το φουστάνι.
Καβούκι είδος φεσιού. Με χρυσοκέντητο «τεπέ» πάνω και κλαδωτό μεταξωτό μαντήλι (σιρβέτα) δεμένο γύρω-γύρω, καρφίτσα στο πλάι και φούντα από συρμάτινη χρυσοκλωστή (κ΄σάφια).
Εσώρουχα φανέλα πλεχτή του αργαλειού. Πουκαμίσα άσπρη μακριά. Από πάνω φούστα λεπτή με κόρφο χωρίς μανίκια. Μία δεύτερη φούστα χονδρή απ΄τη μέση και κάτω, φαρδιά όσο το φουστάνι. Βρακί με τέσσερις βρακοζώνες (κορδόνια) που δένονταν δύο μπροστά, δύο πίσω και άλλα κάτω από τα γόνατα.
Ζώνη που κούμπωνε με διπλές μπρούτζινες τόκες μπροστά
Σκ΄φούνια ίδια με τα ανδρικά λίγο μακρύτερα.
Μποτίνια δετά ή με κούμπωμα και χαμηλό τακούνι.
Χτένισμα χωρίστρα στη μέση, μία η δύο πλεξούδες που έπεφταν στην πλάτη ή τυλίγονταν κυκλικά στο κεφάλι.
Κοσμήματα σειρές ντούμπλες ή φλουριά στο στήθος ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση, βραχιόλια και σκουλαρίκια χρυσά.

πηγη: http://paleohori-halkidiki.blogspot.gr/

Αν σας αρέσουν οι παραδοσιακοι χοροι και η ελληνική παραδοσιακή φορεσιά θα χαρείτε τη σειρά e-book «Traditional Dress of Greece» για την οποία θα μπορέσετε να βρείτε πληροφορίες πατώντας εδω  και εδώ Traditional Dress of Greece

If you like greek dances and greek traditional clothes you will enjoy the book series «Traditional Dress of Greece» for which you will find details right here and here Traditional Dress of Greece 

Μη διστάσετε να αφήσετε ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση… Πείτε μας αν σας άρεσε, ρωτήστε ο,τι θέλετε και ας κάνουμε μια συζήτηση γύρω από το θέμα…

Don’t hesitate to leave a comment under the post… Tell us if you liked it, ask questions and let’s discuss on the topic!

Η παραδοσιακή φορεσιά της Αράχωβας/ Greek traditional dress of Arachova

Η πανέμορφη παραδοσιακή φορεσιά της Αραχωβίτισσας στο διάβα του χρόνου έχει απλοποιηθεί ως προς τα κεντήματα του πουκάμισου και το στόλισμα της κεφαλής. Πολύτιμες πληροφορίες για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της αραχωβίτικης φορεσιάς διέσωσε κυρίως η έρευνα της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη, η ντόπια παράδοση, αλλά και οι περιγραφές των περιηγητών.

Συγκεκριμένα, το πουκάμισο της παλιάς παραδοσιακής φορεσιάς ήταν άσπρο βαμβακερό υφαντό ⁻ χονδρό για την καθημερινή χρήση και λεπτότερο το γιορτινό. Το νυφιάτικο μπορούσε να είναι και μεταξωτό σε κόκκινο μουντό χρώμα, βαμμένο με ριζάρι. Το πουκάμισο το κεντούσε η Αραχωβίτισσα με στριφτά μετάξια, που τα έβαφε η ίδια. Πρέπει να σημειώσουμε, ότι το παλιό πουκάμισο δεν είχε μανίκια. Γι’ αυτό πάνω απ’ το πουκάμισο φορούσαν τον τζάκο. Ήταν ένα είδος μπούστου με μανίκια ολοκέντητα με κεντήματα έξοχης τέχνης, τα γνωστά ως “Αραχωβίτικα”.

Αργότερα ο τζάκος καταργήθηκε και τα μανίκια μπαίνουν πια στο πουκάμισο, που έγινε μακρυμάνικο. Δυστυχώς όμως, όπως σημειώνει η Αγγελική Χατζημιχάλη, “τότε χάθηκαν και τα περίφημα κεντήματα, τα γνωστά ως Αραχωβίτικα, που ξεχώριζαν ανάμεσα στα κεντήματα της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου για τις σχηματοποιημένες ανθρώπινες μορφές τους. Σε μερικά από τα κεντήματα αυτά η αυστηρή σχηματοποίηση του ανθρώπινου σώματος αγγίζει τις πιο πρωτότυπες μορφές της Ελληνικής έκφρασης”. Μερικά από τα ανεκτίμητα αυτά κεντήματα βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη. Αξιοσημείωτο είναι, ότι στο ίδιο Μουσείο υπάρχει πουκάμισο παλιό από φορεσιά της Εύβοιας, που το σχέδιο του κεντήματός του ονομάζεται “Αράχωβα” ⁻ απόδειξη της φήμης, που είχαν τα κεντήματα της Αραχωβίτικης φορεσιάς.

Easter dance. 1933; Dorothy Burr Thompson

Εκτός όμως από τον τζάκο καταργήθηκε και ο κεφαλόδεσμος. Παλιά η Αραχωβίτισσα φορούσε στο κεφάλι μικρό κόκκινο φέσι κεντημένο γύρω γύρω με φλουριά, “το φλωρόφεσο”. Αυτό στερεωνόταν στο κεφάλι με “το καμ(π)τσέλι”, λουρίδα που περνούσε κάτω από το σαγόνι ⁻ το φλωρόφεσο φοριόταν στη νυφιάτικη και γιορτινή φορεσιά. Αν το φέσι είχε ασημένια νομίσματα, το έλεγαν “ταλαρόσκουφα”. Μετά τα 40 χρόνια της η Αραχωβίτισσα το φέσι με τα νομίσματα το αντικαθιστούσε με κόκκινο σαρίκι, κεντημένο.

Τον κεφαλόδεσμο συμπλήρωνε στη νυφιάτικη φορεσιά “η μεταξωτή σκέπη με τα “τζερτζέφια” (=κεντήματα). Αυτή κάλυπτε το κεφάλι κι έπεφτε ελεύθερη ως κάτω από τη μέση. Ήταν περίπου 3 πήχεις μήκος. Την έλεγαν και “τσεβρέ”. Στη γιορτινή φορεσιά φοριόταν η διάφανη μεταξωτή “μπόλια”. Το χειμώνα φορούσαν “την μπαρέζα”, σκέπη μάλλινη.

Ο στολισμός της κεφαλής συμπληρωνόταν με την κοτσίδα, που τη στόλιζαν με νομίσματα. Στα 1676 ο περιηγητής Spon αναφέρει, πως οι Αραχωβίτισσες εκτός από τη φούστα και τα μανίκια τους στόλιζαν με νομίσματα και την κοτσίδα τους. Στο στόλισμα των μαλλιών “με τσαμπιά από κουμπάκια” αναφέρεται και ο Thomson στα 1730. Στα 1835 ο περιηγητής Cornille αναφέρεται στη συνήθεια να στολίζουν την κοτσίδα με νομίσματα. Τα κρεμούσαν από γαϊτάνι, που το έπλεκαν μαζί με την κοτσίδα.

Άλλα κοσμήματα των μαλλιών ήταν “τα πεσκούλια”, φούντες από μαύρο ή κρεμεζί μπιρσίμι και χρυσές κλωστές, που κρέμονταν από “ξενοκοτσίδα”, δηλ. πρόσθετη μακριά πλεξούδα από μαλλί προβάτου. Κοσμήματα επίσης, της κοτσίδας ήταν και “τα ασημένια μασούρια”, που τα στερέωναν στην άκρη της.

Στην παλιά φορεσιά οι κάλτσες ήταν μάλλινες από σαγάκι (μάλλινο ύφασμα της νεροτριβής). Δεν είχαν πατούσα και “το σκαρπίνι”, ένα σκοινί που περνούσε κάτω από το πέλμα, τις κρατούσε τεντωμένες στο πόδι. Κάτω από τα γόνατα τις έσφιγγαν με κεντημένες “γονατάρες” (=καλτσοδέτες). Στα πόδια φορούσαν τσαρούχια με θηλιές, “τα γουρνοτσάρουχα”. Αργότερα οι “σαγακιένιες κάλτσες” αντικαταστάθηκαν από άσπρες μάλλινες πλεγμένες με καλτσοβέλονες. Οι καθημερινές κάλτσες ήταν στολισμένες με πολύχρωμα σχέδια.

Πλούσια ήταν και τα κοσμήματα της παλιάς φορεσιάς : Τα “φληκωτάρια” (=θηλυκωτάρια), ήταν οι πόρπες, που έπιαναν το σιγκούνι κάτω απ’ το στήθος. Στο λαιμό φορούσαν “αράδα το τζιουρντάνι”. Στο στήθος “τις αλυσίδες με το π’λί” (=δικέφαλος με γάντζο, που καρφώνεται στο σιγκούνι συγκρατώντας τις αλυσίδες με το χαϊμαλί). “Το αρμάθι με τα φλουριά” και “το σκοινί με τα μαργαριτάρια” ήταν, επίσης, κοσμήματα της φορεσιάς.

Στα 1843 ο περιηγητής Chenavard αναφέρεται στα “δυό φαρδιά σκουλαρίκια της Αραχωβίτισσας, που σμίγουν με μια αλυσίδα ψιλή, που κρέμεται κάτω απ’ το σαγόνι και κυματίζει σε σχήμα περιδέραιου”.

Ας δούμε τώρα την απλοποιημένη φορεσιά. Εκτός απ’ τον τζάκο καταργήθηκε και το φλωρόφεσο, που αντικαταστάθηκε με “το κόκκινο τσεμπέρι” ⁻ πάνω απ’ το τσεμπέρι φόρεσαν “το κρεμεζί μαντήλι” στη θέση της στενόμακρης σκέπης ή της μπόλιας. Αργότερα τα δυό αυτά μαντήλια, “τα φακιόλια”, αντικαταστάθηκαν απ’ το σημερινό μεταξωτό λευκό κεφαλομάντηλο, “τη γάζα με τα κουμπουρέλια”, που λέγεται και σκέπη.

Αλλά και το μακρυμάνικο κεντημένο πουκάμισο, “το γραφτό”, αντικαταστάθηκε με το μεταξωτό πουκάμισο (ουγιωτό, κουρκουτιαστό ή σκέτο).

Απαράλλαχτο παρέμεινε ως σήμερα το λευκό σιγκούνι της φορεσιάς από “σαγάκι”, όπως λέγεται το μάλλινο υφαντό ύφασμα και κατ’ επέκταση το καθημερινό σιγκούνι. Είναι κεντημένο με το “λαζούρ” , κόκκινη βαμβακερή κλωστή. Το νυφιάτικο και γιορτινό σιγκούνι έχει επένδυση τσόχας και είναι κεντημένο με χρυσογάιτανα.

Η παλιά “ρούχινη ποδιά” από κόκκινο ψιλονεσμένο υφαντό αντικαταστάθηκε παλιότερα απ’ τη βελούδινη βαθυκόκκινη ποδιά. Τα παραδοσιακά σχέδια, ροδιά, πύργος και κλάρα κεντιούνται ως σήμερα ⁻ όμως γύρω στα 1900 καταργήθηκε ένα παλιότερο σχέδιο με δύο αντικρυστά πουλιά (σώζεται σε φωτογραφία).

Τα δύο χρυσοκεντημένα “ποδιόσκοινα” σε μαύρη τσόχα συγκρατούν την ποδιά και δένονται μπροστά ⁻ καταλήγουν σε χρυσά γαϊτάνια με δύο χρυσές φούντες, όπως και στην παλιά φορεσιά.

Ο φκάς (=φουκάς), το μεγάλο ζωνάρι (μάκρος 3μ. και φάρδος 0,20 εκ.), διπλωμένος στα δύο στο μάκρος, τυλιγόταν δυό – τρεις βόλτες κάτω απ’ τη μέση σφίγγοντας το σιγκούνι. Ο φκάς από παλιά ως σήμερα έχει χρώμα κόκκινο για τις κοπέλες ⁻ για τις παντρεμένες είναι μαύρος ριγωτός ή σκέτος.

Στην παλιά φορεσιά απαραίτητο ήταν και “το μαντηλάκι με τη χρυσή μπιρμπίλα”, ολόγυρα, που στερεωνόταν στο ποδιόσκοινο κι έπεφτε πάνω στην ποδιά.

Σημαντική είναι η έρευνα της Αγγελικής Χατζημιχάλη για την καταγωγή της φορεσιάς. Συγκεκριμένα το πουκάμισο, που στο Βυζάντιο λεγόταν “καμίσιον”, κατάγεται από το χιτώνα ⁻ για τούτο και στην αρχική του μορφή έλειπαν τα μανίκια. Ο τζάκος κατάγεται από το βυζαντινό “τζιτζάκιον”. Το καπιτσάλι (=καμτσέλι) , υποσιαγώνια λουρίδα, που συγκρατεί το σκούφο, αναφέρεται επίσης στα βυζαντινά κείμενα, το ίδιο και η σκέπη. Το συγκούνι είναι η εξέλιξη από το βυζαντινό “σαγίον”, ρούχο υφαντό από γιδόμαλλο, που χρησίμευε για προφύλαξηαπό το κρύο.

Η ανδρική παραδοσιακή φορεσιά

Όσο για την ανδρική φορεσιά, ουσιαστικά δεν άλλαξε στο χρόνο. Η φουστανέλλα, η χαρακτηριστική φορεσιά της ηπειρωτικής Ελλάδας, είναι “τετρακοσάρα” ή “τρακοσάρα” (ή και στενότερη), ανάλογα με τα λατζόλια.

Πάνω απ’ το λευκό χασεδένιο πλατυμάνικο πουκάμισο φοριέται “το σουκάρδ” δηλ. “το εσωκάρδιον”, γιλέκο κεντημένο με μεταξωτά γαϊτάνια.

Στη μέση το πλατύ ζωνάρι. Οι άσπρες κάλτσες είναι καλοτεντωμένες με “τα τσαγγόλουρα” και δένονται κάτω απ’ τα γόνατα με “τις γονατάρες” (=καλτσοδέτες), που είναι υφασμένες στον αργαλειό με χρωματιστά μετάξια και συχνά έχουν κεντημέν το όνομα του παλληκαριού και χρονολογία ⁻ ήταν συνήθως δώρα νυφιάτικα.

Τα καλά τσαρούχια με τη μαύρη μεγάλη φούντα στη μύτη και “η ατλαζένια σκούφια” στο κεφάλι, συμπληρώνουν τη λεβέντικη φορεσιά. Ομορφοστολισμένη είναι και η “δεύτερη φορεσιά” για καθημερινή χρήση :  “Η καμ’ζόλα και ο ντουλαμάς”.

Από το βιβλίο, «Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΑΊ ΓΙΩΡΓΗΣ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΑΚΙ» των Κ. Λούσκου και Ε. Νικολιδάκη

πηγή κειμενου: http://www.panigiraki.gr/traditional-costumes/

και εδώ μπορείτε επίσης να δείτε γκραβούρες με παραδοσιακές φορεσιές της Κεντρικής Ελλάδας

Traditional Dress of Greece Vol I