Αρχείο ετικέτας φωτογραφία

Όταν οι νεοελληνικοί κεφαλόδεσμοι εμπνέουν στη φωτογραφία: Τάκης Διαμαντόπουλος

Ο Τάκης Διαμαντόπουλος είναι ένας διεθνώς αναγνωρισμένος σύγχρονος φωτογράφος. Οι δουλειές του αφορούν κυρίως τη φωτογραφία μόδας αλλά και πορτρέτα γυναικών που με το έργο τους έχουν συμμετάσχει στην πολιτιστική ζωή της Ελλάδας.

Η συγκεκριμένη δουλειά του είναι του 2009 όπου αποτύπωσε φωτογραφικά νεοελληνικούς κεφαλόδεσμους, αναδεικνύοντας έτσι τον πλούτο και την πολιτιστική ποιότητα της κάθε περιοχής.

Επισκοπή Ημαθίας
Κεφαλόδεσμος Γιδά

πηγή : http://takisdiamantopoulos.gr/home.php#others


Santorini through Nelly’s eyes/ Η Σαντορίνη μέσα απο τα μάτια της Nelly

The famous photographer Nelly (Nelly Sougioultzoglou-Seraidari (1899-1998) visited Santorini in the mid-1920s after a trip to Crete on the urging of her brother-in-law, who hailed from the island. This is how she remembers it: “I could hardly wait to set off with my equipment. In those days, one traveled by sea. The boat to Santorini arrived at dawn. It was, I recall, summertime. At 5.30 a.m. I was on deck. I wanted to enjoy my first view of the island from a distance, before entering the harbor, and to take a few photographs from there. I shall never forget that magical spectacle upon beholding the island. It seemed as if I were looking at an enormous chocolate cake, topped with whipped cream. And when the sun rose and shed its golden rays upon it, I gazed as if I would never get my fill. Never before had I seen such a vista, and I tried to make the most of those unforgettable moments, to immortalize them in the few photographs I took.”

Her mission to Santorini came to a sudden and unpleasant halt after the then 26-year-old photographer suffered a serious heart attack, something that she realized only on her return to Athens in a very poor state of health. Nelly’s managed, however, during her sojourn, to take photographs of Fira, Firostefani, Imerovigli, Pyrgos, Kamari, Exo Gonia and Perissa, and a lot fewer of Oia as access to the picturesque town perched at the top of the caldera was incredibly difficult at the time

Η διάσημη φωτογράφος Nelly (Nelly Sougioultzoglou-Seraidari (1899-1998) επισκέφθηκε τη Σαντορίνη στα μέσα της δεκαετίας του 1920 μετά από ένα ταξίδι στην Κρήτη υπό την πίεση του γαμπρού της, ο οποίος καταγόταν από το νησί. Η ίδια θυμάται: «Δεν εβλεπα την ώρα να ξεκινήσω να φωτογραφίζω με τον εξοπλισμό μου. Εκείνες τις ημέρες ταξίδευα στη θάλασσα. Το πλοίο για τη Σαντορίνη έφτασε τα ξημερώματα. Ήταν, θυμάμαι, καλοκαίρι. Στις 5.30 π.μ. ήμουν στο κατάστρωμα. Ήθελα να απολαύσω την πρώτη μου θέα του νησιού από απόσταση, πριν από την είσοδο στο λιμάνι, και να πάρω μερικές φωτογραφίες από εκεί. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το μαγικό θέαμα ατενίζοντας το νησί. Φαινόταν σαν να έμοιαζε με ένα τεράστιο κέικ σοκολάτας με σαντιγύ στην κορυφή του. Και όταν ανέτειλε ο ήλιος και έριξε τις χρυσές ακτίνες του επάνω σε αυτό κοίταζα και δεν το χόρταινα. Ποτέ πριν δεν είχα δει τέτοιο θέαμα, και προσπάθησα να αξιοποιήσω στο έπακρο αυτές τις αξέχαστες στιγμές, και να τις απαθανατίσω στις λίγες φωτογραφίες που έκανα»

Η αποστολή της Nelly στη Σαντορίνη  διακόπηκε ξαφνικά αφού η  τότε 26-χρονη φωτογράφος υπέστη σοβαρό καρδιακό επεισόδιο, κάτι που κατάλαβε μόνο με την επιστροφή της στην Αθήνα σε μια πολύ κακή κατάσταση της υγείας. Η Nelly κατάφερε, ωστόσο, κατά την παραμονή της, να πάρει φωτογραφίες των Φηρών, στο Φηροστεφάνι, στο Ημεροβίγλι, στον Πύργο, στο Καμάρι, στην Έξω Γωνιά και την Περίσσα, και πολύ λιγότερες από την  Οία μιας και η πρόσβαση στην γραφική πόλη, κτισμένη στην κορυφή της καλντέρας ήταν απίστευτα δύσκολη κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή

βιογραφικά στοιχεία και τεχνική της Nelly εδώ

Nelly the Greek photographer

πηγη. Αρχικά δημοσιευμένο αρθρο στην Καθημερινη

Free Book from the Metropolitan Museum of Art:The Glory of Byzantium: Art and Culture of the Middle Byzantine Era, A.D. 843–1261

In A.D. 843, following the resolution of the Iconoclastic controversy, which had raged throughout the Byzantine Empire for more than a century, the use of icons—images—was triumphantly reinstated in the Orthodox Church. This momentous event inspired much of the art of the following four centuries, which comprises the second great era of Byzantine culture and provides the starting point of this volume. The Glory of Byzantium, and the exhibition that it accompanies, concludes with the demise of the empire’s role as a world power, evidenced by the Latin occupation of Constantinople from 1204 to 1261.

Conceived as the sequel to the landmark exhibition «Age of Spirituality,» which was held at The Metropolitan Museum of Art in 1976 and focused on the first centuries of Byzantium, «The Glory of Byzantium» explores four interrelated themes: the religious and secular culture of the Second Golden Age of the Byzantine Empire; the empire’s interaction with its Christian neighbors and rivals; its relations with the Islamic East; and its contact with the Latin West. Bringing together the contributions of fifty-nine scholars and art historians, most of them working in the United States, the text explores the complex currents of Byzantine civilization in its myriad facets. More than 350 works of art assembled for the exhibition from 119 institutions in 24 countries are discussed and illustrated in the catalogue. Together they present a significant selection of the most beautiful and meaningful works that survive from the empire’s Second Golden Age and from the countries that constituted its extended sphere of influence. Liturgical objects—including icons, mosaics, chalices, patens, and reliquaries—and secular objects—silks, ivories, ceramics, jewelry, and manuscripts—reflect the dynamic nature of the art of this era both within and outside the empire.

The first half of the volume treats the historical context, the religious sphere, and the secular courtly realm of the empire; the second half focuses on the interactions between Byzantium and other medieval cultures, including Islam and the Latin West. The 17 essays are accompanied by detailed discussions of the works of art and by full-color photographs, as well as by views of architectural sites and comparative illustrations. Many of these illustrations were made specifically for this volume by Bruce White, photographer, on site in Greece, Turkey, Egypt, Italy, Bulgaria, Hungary, Georgia, Ukraine, and the Russian Federation.

The link to the online reader is found right below:

The Glory of Byzantium: Art and Culture of the Middle Byzantine Era, A.D. 843–1261

Μη διστάσετε να αφήσετε ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση… Πείτε μας αν σας άρεσε η ανάρτηση, ρωτήστε ο,τι θέλετε και ας κάνουμε μια συζήτηση γύρω από το θέμα…

Don’t hesitate to leave a comment under the post… Tell us if you liked it, ask questions and let’s discuss on the topic!


Οι γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές της Λευκάδας μέσα από την διεισδυτική και ευαίσθητη ματιά του Κώστα Μπαλάφα.
«Ήταν σαν τις Καρυάτιδες σε κόντρα φως. Με τους τεντζερέδες που ήταν γεμάτοι αλάτι, να πηγαινοέρχονται σε διαγώνιες γραμμές μέσα στο κάτασπρο από το αλάτι τοπίο των αλυκών» θυμάται ο Κώστας Μπαλάφας, ο εμβληματικός φωτογράφος που απαθανάτισε τους αντάρτες στα βουνά και τα τοπία της Ηπείρου, σε μία από τις πρώτες του εξορμήσεις στην μεταπολεμική Ελλάδα. «Πόσο επιδέξια κινούνταν, παρά το βάρος στο κεφάλι. Πόσο περήφανες και απέριττες ήταν οι κορμοστασιές τους. Νεαρά κορίτσια της Λευκάδας μαζί με γηραιότερες γυναίκες σε μια ατέρμονη σειρά, ανέβαιναν πάνω στους λόφους από αλάτι καθώς ανέμιζαν τα μπαλωμένα παραδοσιακά τους φορέματα. Αυτές τις γυναίκες δεν τις ξέχασα ποτέ στη ζωή μου. Λυπάμαι που δεν θυμάμαι τα ονόματά τους …Παντού συναντούσες γυναίκες εκείνη την εποχή γιατί οι περισσότεροι από τους άντρες βρίσκονταν στην εξορία και στα ξερονήσια. Θυμάμαι τις τραγικές στιγμές του αποχωρισμού τους. Σε έναν τέτοιο αποχωρισμό είναι τραβηγμένη και η πιο αγαπημένη μου φωτογραφία από τη Λευκάδα κάπου στο λιμάνι του Νυδριού. Τα βουβά πρόσωπα των γυναικών μέσα στη βάρκα με στοιχειώνουν ακόμα…»


Οι αλυκές της Λευκάδας μετρούν μία ιστορία 600 και πλέον χρόνων. Η πρώτη αναφορά για φόρτωση αλατιού από το λιμάνι της Λευκάδας σε πλοία της Ραγκούσας γίνεται το1415. Έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο εμπόριο των Ενετών ενώ αργότερα στην Φραγκοκρατία και την Τουρκοκρατία στήριξε την τοπική οικονομία μέσω των εξαγωγών. Γύρω στον 17 αιώνα υπολογίζεται ότι λειτούργησαν και οι νέες αλυκές. Στη νότια άκρη του περάσματος του στενού της Λευκάδας, στο σημείο όπου οι αλυκές πλησίαζαν πολύ την απέναντι ακτή της Ακαρνανίας, υπήρχε το ενετικό οχύρωμα Torreta το οποίο τις προστάτευε από εχθρικές επιδρομές. Η παραγωγή των δύο αλυκών έφτανε τους 3 – 4 τόνους το χρόνο και το μεγαλύτερο μέρος του κατευθύνονταν στο κρατικό μονοπώλιο (ανάλογα την εποχή) σε Βενετία ή Κέρκυρα ενώ μια ποσότητα παρέμεινε για να καλύψει τις ανάγκες των Ιόνιων νησιών και των γειτονικών ηπειρωτικών τμημάτων της χώρας.

Οι πρώτες αλυκές σταμάτησαν να λειτουργούν το 1948 ενώ το 1990 ο χώρος που τις φιλοξενούσε μπαζώθηκε και προσφέρθηκε για την επέκταση της πόλης της Λευκάδας. Το1990 ήταν και η χρονιά που διακόπηκε και η λειτουργία των νέων αλυκών οι οποίες είχαν συρρικνωθεί σε ένα βαθμό από τις αρχές του 20ου αιώνα κατά τις εργασίες διάνοιξης της διώρυγας που ενώνει την Λευκάδα με την ηπειρωτική Ελλάδα.

Ο τρόπος διαχωρισμού και συγκέντρωσης του αλατιού παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτος από την εποχή των Φράγκων έως αυτή που απαθανάτισε ο Μπαλάφας. Η Λίντα Παπαγαλάνη κατέγραψε όλο το κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο που είχε για τις γυναίκες του νησιού η εργασία στις αλυκές.

“Στη Λευκάδα η γυναίκα συμμετείχε ενεργά και κρατούσε την παραγωγή θεωρώντας αυτή τη δουλειά δικό της εισόδημα. «Μ’ άρεσε να πάω εκεί κάτω, είχε παρέα και ήταν και τα λεφτά. Πήγαινα από μικρή 10-11 χρονών, πήγαινε μια θεία μου. Μια μέρα που έλειπε ο πατέρας μου της έφυγα της μάνας μου. Πήγαινα από ότι μπόραγα να σηκώσω το ζεμπίλι». Από δώδεκα-δεκατριών χρονών στις αλυκές του Αλέξανδρου, και της πόλης παλαιότερα, δούλευαν οι κάτοικοι των δύο κοντινών χωριών και το βράδυ επέστρεφαν στα σπίτια τους.

Μόνον την περίοδο της αιχμής όταν ερχότανε παρέες και από τα πιο μακρινά χωριά οι εργάτες διανυκτέρευαν 15 μέρες ή και περισσότερο κοντά στην αλυκή. «Οι γυναίκες και οι άντρες μέναμε χωριστά εκεί κάτω στον κάμπο. Κάτω στις ελιές στρωματσάδα. Λέγαμε ιστορίες, κάναμε και σκουρδουβίτσες η μια πάνω στην άλλη, λέγαμε και ιστορίες πώς να κλέψουμε περισσότερο αλάτι».

Αποκλειστικά γυναικεία καθήκοντα στην αλυκή, εκτός από τα μικροθελήματα, το νερό και το καθάρισμα καμιά φορά των αλυκών, κυρίως ήτανε το ζεμπίλι και ο σωρός. Είναι χαρακτηριστικό της λευκαδίτικης κοινωνίας, ότι στα καθήκοντα αυτά απασχολούνταν μόνο γυναίκες από χωριά και όχι από την πόλη, ακόμη κι αν ήτανε σε μεγάλη ένδεια, τόσο στην κάτω όσο και στις επάνω αλυκές της Λευκάδος.

mpalafas+LefkadaΟι γυναίκες κουβαλούσαν στο ζεμπίλι μέχρι τριάντα κιλά. Σε δρόμους όχι πολύ μεγάλους αλλά πολύ κακούς. Κάθε γυναίκα πηγαινοερχόταν και 50 φορές την ημέρα, όλες ξυπόλητες, μαθημένες από πάντοτε να περπατούν χωρίς παπούτσια στο έλεος της άρμης που έμπαινε στις σχισμές και μάτωνε και πονούσε το δέρμα. Κι όπως τα ρούχα τους βρεχότανε κοκάλωνε το αλάτι και μοιάζανε σαν γυάλινα. Καμιά γυναίκα δεν τελείωνε τη μέρα δίχως χαίνουσες πληγές στο σώμα της. Μόνο που η θάλασσα ήταν κοντά και έπεφταν και ξεπλενόταν πριν φύγουν. Όσες ζούσαν στον κάμπο, με αυτά τα ξύλινα ρούχα μπορούσαν να περάσουν μια εβδομάδα και περισσότερο, κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση μέχρι που κάποιος από τους δικούς τους να τους μεταφέρει κάποια αλλαξιά, μαζί με το ψωμί και τα ελάχιστα άλλα χρειώδη.

Όμως, παρ’ όλες τις κακές συνθήκες, οι αλυκές ήτανε στόχος, επιδίωξη και προνομιακή κατάκτηση για τις γυναίκες. Παρακαλούσανε πότε τον έναν πότε τον άλλον, ψάχνοντας το δυνατό μέσο για να πιάσουνε δουλειά, θύματα σε εκβιαστικές παροχές ποικίλων υπηρεσιών προς φύλακες ή μικροαξιωματούχους.

Γι’ αυτές οι αλυκές ήταν το μεροκάματο. Ήταν η δυνατότητα να είναι κάποιος. Ήταν η δυνατότητα να είναι με άλλους. Ήταν η εξασφάλιση του αλατιού για όλη τη χρονιά στο σπίτι, πολύτιμο προϊόν για την οικιακή οικονομία της περιοχής (παστές σαρδέλες, ελιές, τυρί, κτηνοτροφία κ.ά.). Ήταν η κοινωνική αναγνώριση. Ήταν η ελπίδα του περιττού, ότι το μεροκάματο της αλυκής ίσως γίνει σαμαροσκούτι ή καινούρια παπούτσια, όσο ήταν ανύπαντρες, γιατί συνήθως στις παντρεμένες γυναίκες τα χρήματα επέστρεφαν πάντοτε στην οικογένεια. «Ο άντρας μου ερχότανε να με πάρει. Δεν δούλευε, αλλά όταν ήταν να φύγω, ερχότανε να πάρει το αλάτι και τα λεπτά»”.

balafasΓια χάρη αυτών των γυναικών ο Κώστας Μπαλάφας επέστρεψε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 αυτή την φορά για να τις κινηματογραφήσει σε έγχρωμο φίλμ – πανάκριβο την εποχή εκείνη – αφήνοντας ένα μοναδικό κληροδότημα της Ελλάδας του μόχθου. Μίας Ελλάδας όχι και τόσο μακρινής στον χρόνο αλλά τόσο ξένης σαν εικόνα στην σημερινή εποχή.

– Το 2008 χρόνια, τρία χρόνια πριν το θάνατό του, ο Κώστας Μπαλάφας εμπιστεύτηκε το πολύτιμο αρχείο του (15.000 αρνητικά, πρωτότυπα φωτογραφικά τυπώματα, 72 κινηματογραφικές ταινίες καθώς και ηχητικές και γραπτές μαρτυρίες) στο Μουσείο Μπενάκη με τη βεβαιότητα ότι θα το διαχειριστεί με σεβασμό και την αρμόζουσα δεοντολογία τόσο ως προς τη φύλαξή του, όσο και ως προς την αξιοποίησή του. Με την πρωτοβουλία του αυτή, ουσιαστικά προσέφερε στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας του, στην ιστορία της και στην ιστορία της φωτογραφίας.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: https://ellas2.wordpress.com/2015/05/26/%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%85%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%AC%CE%B4%CE%B1%CF%82/

Δείτε και άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα όπως ο λούστραδόρος,  ο βοσκός  , ο τσαρουχοποιός , ο χαμάλης  , ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία

Μη διστάσετε να αφήσετε ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση… Πείτε μας αν σας άρεσε η ανάρτηση, ρωτήστε ο,τι θέλετε και ας κάνουμε μια συζήτηση γύρω από το θέμα…

Don’t hesitate to leave a comment under the post… Tell us if you liked it, ask questions and let’s discuss on the topic!


Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω: