Αρχείο ετικέτας ρεμπέτες

Κουτσαβάκηδες του Ψυρρή: Για να είσαι μάγκας έπρεπε και να φαίνεσαι μάγκας!

Σε συνέχεια του προηγούμενου post για τους κουτσαβάκηδες του Ψυρρή ας δούμε λίγο και τις ενδυματολογικές τους επιλογές που τους έδιναν τη μάγκικη εμφάνιση σύμφωνα με στοιχεία του 19ου αιώνα.

Ένα αυθαιρέτως τυποποιημένο πορτρέτο του κουτσαβάκη του 1890 θα μας έδινε τα παρακάτω στοιχεία:

Παρουσιαστικό. Ο κούτσαβος ήταν ψηλός και λεπτός. Στομάχι ποτέ. Μαλλιά αλειμένα με λίπα για να γιαλίζουν. Απαραιτήτως χωρίστρα κι ένα τζουλούφι στο μέτωπο, που έπεφτε μπρος στα μάτια. Ο ρεμπέτης για να ιδεί τον συνομιλητή του τράβαγε το τζουλούφη, κάνοντας μια χαρακτηριστική χειρονομία. Μουστάκια στριφτά, στημένα όρθια, χάρη στην μαντέκα. Ο κουτσαβάκης περπάταγε μονόπαντα και λικνιστικά, με ανασηκωμένο τον αριστερό ώμο, κουνώντας μόνο το δεξί χέρι. Βλέμα βαρύ και απροσδιορίστως απειλητικό. Φωνή βραχνή από το πολύ χασίσι. Σ’ όλο το κορμί αφανή τατουάζ. Ένα μικρό τατουάζ πάνω στη ράχη της παλάμης.

η μοναδική ίσως φωτογραφία αυθεντικού Κουτσαβάκη στην Πλάκα της δεκαετίας του 1880 από http://www.youpress.gr/to-lexiko-tis-magkias-pies-lexis-chrisimopiousan-i-koutsavakides/

Ενδυμασία. Ρεπούμπλικα μαύρη με κορδέλα μαύρη (τη διαβόητη χλίψη), για  να πενθούν τους σκοτωμένους φίλους, ή τους εχθρούς που οι ίδιοι θα δολοφονούσαν μελλοντικώς. Σακάκι μαύρο με φιλντισένια κουμπιά. Το φοράγανε περασμένο μόνο στο αριστερό μανίκι, όπως οι ουσάροι. Όταν, όμως, φοράγανε κανονικά το σακάκι δεν το εκούμπωναν ποτέ. Πανταλόνι ριγωτό ή με μεγάλα φανταχτερά καρό, που ήτανε φουσκωτό και που κάτω-κάτω στένεβε πολύ. Το πανταλόνι ήταν τόσο στενό στα ρεβέρια, ώστε οι ρεμπέτες λέγανε πως για να το βάλουν χρησιμοποιούσαν κόκαλο και για να το βγάλουν έπρεπε να αλείψουν τις πατούσες τους με σαπουνάδα. Τα ρεβέρια ήσανε, συνήθως, γυρισμένα για να φαίνεται το κόκκινο βελούδο που είχαν ράψει μέσα μεριά, όπως ακριβώς έκαναν οι καπανταήδες της Ισταμπούλ. Οι ρεμπέτες αγαπούσαν τα κίτρινα πουκάμισα και τις κόκκινες γραβάτες, τις λεγόμενες χασάπικες. Στις αρχές το ΧΧου αιώνα καταργήσανε και τις γραβάτες και τα κολάρα, σαν περιττά στοιχεία της μπουρζουάδικης ενδυμασίας. Ήδη στην Σμύρνη του 1900, κάποτε-κάποτε, οι μόρτηδες έβγαζαν την γραβάτα και την έκρυβαν κάτω από το σακάκι στον δεξή ώμο, για να μην τους κακοχαρακτηρίσουν τα φιλαράκια σαν λιμοκοντόρους. Η μέση του ρεμπέτη σφιγμένη με ζωνάρι, που, συχνά, ήταν μισοκαλυμένο από το γελέκι. Το ζωνάρι το τυλίγανε με τέχνη γύρο στη μέση και το είχανε για τσέπη και για οπλοστάσιο. Η μια άκρη του ζωναριού έπρεπε να κρέμεται. Υποτίθεται πως όποιος πάταγε το απλωμένο ζωνάρι ενός μόρτη το έκανε για να τον προκαλέσει. Οι κουτσαβάκηδες αγαπούσαν τα ψηλοτάκουνα μποτίνια. Σύμφωνα με την αισθητική τους το παπούτσι «ήτο ωραλιο» όταν κάτω από την καμάρα χώραγε να περάσει ένα ποντίκι. Το ντεκόρ του ρεμπέτη συμπληρωνόταν από το μελιτζανί μαντίλι, που ήταν χωμένο στις πτυχές του ζωναριού, ή που κρεμόταν από το τσεπάκι του σακακιού. Όταν έκανε μεγάλες ζέστες οι ρεμπέτες περνάγανε ένα μαντίλι κρεμ ανάμεσα κολάρο και σβέρκο, κάπως σαν τους απάχηδες της Βαστίλης. Το ζωνάρι αποτελούσε ανατολίτικο ενδυματολογικό στοιχείο. Με το πέρασμα του χρόνου το κουστούμι του ρεμπέτη άρχισε να απλοποιείται.

Πρώτη δημοσίευση περιοδικό “ιχνευτής” τ. 51, Ιανουάριος 1990 υπό τον τίτλο “Ηλίας Πετρόπουλος, Ρεμπετολογία” – Η ορθογραφία είναι του πρωτότυπου.

αναδημοσίευση από εδώ

Advertisements

Πως βγήκε η έκφραση: «Απλώνει το ζωνάρι του για καυγά»

Κουτσαβάκηδες ή κουτσαβάκια λέγανε τους μάγκες της παλιάς Αθήνας, την εποχή της Βασιλείας του Όθωνα (1840 περίπου). Μάλλον είναι απίθανη η εκδοχή ότι η λέξη κουτσαβάκης προήλθε από τον καβγατζή δεκανέα του ιππικού Δημήτριο Κουτσαβάκη, που έδρασε επι Όθωνος. Κατά την επικρατέστερη άποψη, η προσωνυμία αυτή προέρχεται εκ του «κουτσά» + «βαίνω», δηλαδή περπατώ σαν κουτσός, χωλός, και αυτό επειδή οι κουτσαβάκηδες χάριν επίδειξης βάδιζαν αργά χαμηλώνοντας εναλλάξ τους ώμους τους κατ΄αντίστοιχο πόδι, γυρνώντας ομοίως ελαφρά κατά πλευρά, το κεφάλι. Μια σειρά επιθέτων χαρακτηρίζουν τον υπόκοσμο: μάγκες, σκυλόμαγκες, νταήδες, ρεμπέτες τσίφτηδες, βλάμηδες, τσακάλια, μόρτηδες, μαγκιόροι, αλάνια. Κατά τον Φαίδωνα Κουκουλέ σκυλομάγκοι ήταν οι κυνοτρόφοι, που τους έπαιρναν μαζί στο κυνήγι οι μεσαιωνικοί άρχοντες. Εξάλλου, μάγκα εσήμαινε ομάδα ενόπλων. Για την ακρίβεια, μάγκα ήταν μικρή ομάδα ατάκτων αλβανών, που δεν είχαν μεταξύ τους συγγένεια (όταν είχαν συγγένεια λέγονταν φάρα). Το 1821 οι έλληνες έλεγαν μάγκα την μετέπειτα δεκανεία. Δυό-τρεις μάγκες αποτελούσαν ένα μπουλούκι (εικοσιπενταρχία). Επικεφαλής της μάγκας ήταν ο μαγκατζής. Την λέξη μάγκες αναφέρει ο Μακρυγιάννης, και, επίσης, ο Παπαδιαμάντης, στο διήγημα του Σταχομαζώχτρα. 

Σύμφωνα με τον ερευνητή Τάκη Νατσούλη, η φράση «Απλώνει το ζωνάρι του για καβγά» έχει σχέση με έναν παλικαρά της αθηναϊκής Πλάκας, τον περιβόητο Νότη Ντάγλαρη:

Σκίτσο του Α. Καναβάκη από την πρωτότυπη έκδοση του Ιχνευτή

Υπήρξε εποχή που την Αθήνα την τρομοκρατούσαν οι«κουτσαβάκηδες» και οι «βλάμηδες». Οι σκοτεινοί αυτοί τύποι της Αθήνας είχαν το «στέκι» τους γύρω σης αρχαιότητες της Πλάκας κι αλίμονο στον κομψευόμενο ή στον περιηγητή που θα περνούσε από κει, χωρίς να πληρώσει «μανιτάρι». Ο πιο θρασύς «κουτσαβάκης» της εποχής εκείνης υπήρξε ο Νότης Ντάγλαρης, άνθρωπος του σχοινιού και του παλουκιού ( σημ. του blog : μήπως σας φέρνει καθόλου στην έκφραση Νταγλαράς που λέμε για άνθρωπο μεγαλόσωμο και καυγατζή;). Δεν περνούσε μέρα που να μη μαχαιρώσει κάποιον. Όταν ο Ντάγλαρης έκανε την εμφάνισή του στα στενά της Πλάκας, οι Πλακιώτες έκλειναν τις πόρτες τους από πραγματικό φόβο. Ο τρομερός αυτός παλικαράς, φορούσε κόκκινο ζωνάρι, που η μια του άκρη σερνόταν επιδεικτικά στo χώμα. Αν κανένας περαστικός τύχαινε να την πατήσει, χωρίς να το θέλει, τον άρχιζε στις φαλτσετιές.

Κάποτε, ένας ανθυπασπιστής της χωροφυλακής, ο Δημήτρης Περρίδης, καθώς περνούσε ο Ντάγλαρης μπροστά του, του πάτησε επίτηδες το ζωνάρι και του το λάσπωσε. Εκείνος τότε που έγινε θηρίο για την προσβολή, τράβηξε την «ισόβια» κι ετοιμάστηκε να του επιτεθεί. Ο ανθυπασπιστής όμως, πιο γρήγορος απ” αυτόν, του κατέβασε μερικές γροθιές, τον αναποδογύρισε, τον αφόπλισε και τον έστειλε για τρία χρόνια φυλακή, όπου και πέθανε. Από τότε όλοι οι «ψευτοπαλικαράδες» θαυμαστές του Ντάγλαρη για να τιμήσουν τη… μνήμη του, άφηναν τη μια άκρη του ζωναριού τους να σέρνεται στη γη. Έτσι βγήκε η φράση: «απλώνει το ζωνάρι του για καβγά», που τη λέμε συνήθως για τους καβγατζήδες.

Οι κουτσαβάκηδες του Ψυρρή έδρασαν στην περίοδο 1862-1897. Φαίνεται ότι οι πρώτοι κουτσαβάκηδες ήταν αϊβαλιώτες, εγκατεστημένοι στην Σύρο. Αργότερα, όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα, πολλοί αϊβαλιώτες και συριανοί μάγκες εγκατεστάθηκαν στη συνοικία του Ψυρρή. Μετά την εκδίωξη του Όθωνος οι κουτσαβάκηδες γνώρισαν μεγάλες δόξες, γιατί τα κόμματα τους χρησιμοποιούσαν σαν τραμπούκους. Τους κουτσαβάκηδες τους ξεκαθάρισε ο Μπαϊρακτάρης(φωτογραφία) και ο πόλεμος του 1897.

Ο Μπαϊρακτάρης, αρχηγός της αστυνομίας

 

Πηγή: Τάκη Νατσούλη, Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις, εκδ. Σμυρνιωτάκη, αναδημοσίευση απο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ με πληροφορίες από εδώ