Αρχείο ετικέτας παραδοσιακά τραγούδια

Το θρηνητικό μοιρολόι της Παναγίας: μια πανελλήνια παράδοση

Το Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς είναι ένα εντυπωσιακό μακροσκελέστατο ποίημα, που το συναντάμε σε περίπου 256 παραλλαγές σε όλη την Ελλάδα και χρονολογείται περίπου απο τον 14ο – 15ο αιώνα. Προσεγγίζοντας το μαρτύριο του Θεάνθρωπου Ιησού με μια μοναδική ευαισθησία, το στιχούργημα αυτό αποτελεί έναν επιτάφιο θρήνο που περιγράφει κυρίως την άφατη θλίψη της Παναγίας για την άδικη σταύρωση του Μονογενή Της. Μέσα απο αυτό οι γυναίκες συμπαραστέκονται στην Παρθένο και ακολουθούν το Χριστό σε όλη την πορεία του απο το δικαστήριο εμπρός στον Πιλάτο μέχρι την Ανάσταση. Συνήθως τραγουδιέται απο γυναίκες μετά την ακολουθία της Σταύρωσης τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν οι γυναίκες μένουν στην εκκλησία να «ξενυχτίσουν το νεκρό» ή μπροστά απο τον επιτάφιο τη Μεγάλη Παρασκευή.

Αν και υπάρχουν κατά τόπους διαφορές, σε επί μέρους στοιχεία του τραγουδιού ή στη μελωδική του εκφορά, η δομή και η φόρμα του Μοιρολογιού καθώς και η λειτουργία του παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες από την Κάτω Ιταλία μέχρι τον Πόντο και την Κύπρο. Είναι χαρακτηριστικό πως σύμφωνα με πληροφορία που καταγράφεται στο βιβλίο του Samuel Baud-Bovy (Δοκίμιο για το Ελληνικό Τραγούδι, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1984), ακόμη και  «τουρκόφωνοι Χριστιανοί, οι Καππαδόκες από τα Φάρασα και τα Σύλατα τραγουδούσαν στη  τουρκική γλώσσα το Μοιρολόϊ της Παναγίας .Κάποιοι θεωρούν το μοιρολόι της Παναγίας σαν τα θρηνητικά κάλαντα της Μ. Παρασκευής. Στην Σκιάθο το λένε την Μεγάλη Πέμπτη ομάδες παιδιών, που γυρνούν από σπίτι σε σπίτι, κρατώντας καλαμένιους σταυρούς στολισμένους με λουλούδια της άνοιξης. Στο Παλαιοχωρι της Λέσβου παλιά θεωρούσαν καλό να λένε το μοιρολόι της Παναγιάς τρεις φορές τη μέρα, όλη τη Σαρακοστή. «Έκαναν τις δουλειές τους το βράδυ κι έλεγαν της Παναγιάς το καταλόγι, πολλές φορές δακρύζοντας για τον πόνο της Μάνας του Χριστού»

Ο Φώτης Κόντογλου σε κείμενό του με τίτλο «Σήμερον κρεμάται», παραθέτει αυτούσια την πιο γνωστή και διαδεδομένη παραλλαγή του Μοιρολογιού της Παναγίας :

Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον εσταυρώσανε,
τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλήν
οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά
οι τρισκαταραμένοι.


Σαν κλέφτη τον επιάσανε
και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές
εκεί τον τυραγνάνε.
Κι’ η Παναγιά η δέσποινα
κ’ οι άλλες οι γυναίκες
έπιασαν το στρατί στρατί,
στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τς’ έβγαλε
μεσ’ στου ληστή την πόρτα.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά,
κανέναν δεν γνωρίζει.
Τηρά και δεξιώτερα
βλέπει τον Άγιο Γιάννη
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε
και βαπτιστή του γυιού μου
μην είδες τον υιγιόκα μου
και σένα δάσκαλό σου;
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω
γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο,
για να σού τονε δείξω.


Βλέπεις εκείνον τον γυμνό,
τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο
στο αίμα βουτημένο;
Οπούναι τα ματάκια του
ραμμένα με μετάξι,
κι οπού φορεί στην κεφαλή
αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γυιόκας σου
και μένα δάσκαλός μου.

(περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ – Η δοκιμασία του λογικού, Εκδόσεις Αρμός 2001, σελ. 90-92)

Μια δεύτερη παραλλαγή είναι και η παρακάτω που καταγράφηκε από τον Χρόνη Αηδονίδη

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,

σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι’ οι τρισκαταραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.

Κι’ η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.

Φωνή τους ήρθ’ εξ Ουρανού απ’ Αρχαγγέλου στόμα:

-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι’ οι μετάνοιες,

το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.

-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.

-Συ Φαραέ, που τά ‘φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.

-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,

το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι’ η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,

σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο

για να της ερθ’ ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.

Κι’ όταν της ηρθ’ ο λογισμός, κι’ όταν της ηρθ’ ο νους της,

ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.

-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες

Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.

Λάβε, κυρά μ’ υπομονή, λάβε, κύρά μ’ ανέση.

-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,

που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.

Κι’ η Μάρθα κι’ η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα

και του Ιακώβου η αδερφή, κι’ οι τέσσερες αντάμα,

επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κι’ η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,

μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,

δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.

Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,

οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!

Κι’ η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.

-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;

-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·

μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,

που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,

τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,

σημαίνει κι’ η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.

Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το λέει αγιάζει,

κι’ όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο απ’ τον Άγιο Τάφο.

Το μοιρολόι της Παναγίας στην Κοπάνη Ιωαννίνων

Η ποντιακή εκδοχή

Δέντρον, δέντρον ξεφάντωτον,
δέντρον ξεφαντωμένον,
σην κόρφαν κάθεται ο Χριστόν,
σην ρίζα η Παναϊα,
σ’ άκρας κάθουν οι άγγελοι,
σα φύλλα οι προφητάδες
κι έψαλλ’ναν κι επροφήτευαν
και του Χριστού τα πάθη.

Ψάλλ’ ο Μωυσής, ψάλλ’ ο Δαβίδ,
ψάλλ’νε κι οι προφητάδες,
ψάλλε κι εσύ Ιάκωβε
και αδελφέ Κυρίου,
ψάλλε κι εσύ Παράδεις
μετά των αρχαγγέλων.
Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρ’ ημέρα,
σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται,
σήμερον έβαλαν βουλήν
οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλα
οι τρισκαταραμμένοι
για να σταυρώσουν τον Χριστόν
τον πάντων βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε
να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνον μυστικόν
για να τον λάβουν όλοι.
Κι η Παναγία η Δέσποινα
καθόταν μοναχή της,
την προσευχή της έκανε
για το μονογενή της.
Φωνή εξήλθ’ εξ ουρανού
κι απ’ αρχαγγέλου στόμα,
σώνουν, κυρά μου, οι προσευχές,
σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε
και σου χαλκιά τον πάνε.
Καρφιά, χαλκιάντ’, φκιάσατε δυο,
καρφιά, φκιάσατε πέντε,
βάλτε τα δυο σα χέρα του
και τ’ άλλα δυο σα πόδα,
το πέμπτο το φαρμακερό
βάλτε το σην καρδάν του.
Ένας Υιός μονογενής
κι ατός έν’ καρφωμένος,
ένας Υιός μονογενής
κι ατός έν’ σταυρωμένος.
Σαν τ’ άκουσε η Παναγιά
λιγοθυμά και ρούζει,
σταμνί νερό της ρίξανε,
τρία κανάται μόσκον,
αλείφ’ν ατέν ροδόσταγμαν,
΄κι έρται ο λογισμός ατ’ς…

Δείτε κι εδώ για την Κεφαλλονιά 

Η ιδέα για να σας παραθέσω κάποια στοιχεία για την συγκεκριμένη παράδοση υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού μου αλλά έγινε πράξη με αφορμή τη χτεσινή βιντεοανάρτηση από φίλο στο FACEBOOK, χορωδίας γυναικών απο το χωριό Σχοινάς του Ρουμλουκιού, που συνεχίζουν να προσφέρουν στο Χριστό ως μυροβόλο θυμίαμα το υπέροχο αυτό μοιρολόι. Συγχαρητήρια σε όλους και όλες που κρατούν ζωντανή την παράδοση αυτή και την συνεχίζουν! Καλή Ανάσταση!

Δείτε και άλλα στοιχεία για το Μοιρολόι της Παναγίας και τις επιρροές του από τα βυζαντινά κείμενα 

πηγές:

http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Ymnoi/To_moiroloi_ths_Panagias.htm

http://www.dogma.gr/ellada/simera-mavros-ouranos-to-moiroloi-tis-panagias-video/2990/

https://www.sansimera.gr/articles/584/175

http://dyosmaraki.blogspot.gr/2010/04/blog-post.html

Advertisements

Πρoστατευμένο: 20+1 ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ (δωρεάν e-book! Με την εγγραφή σας στο blog σας αποστέλλεται ο κωδικός!)

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

«Κατακαημένη Αράχωβα» η ιστορία του ρομαντικού λήσταρχου που έγινε τραγούδι

«Κατακαημένη Αράχοβα, Νταβέλη, Νταβέλη
Και Δίστομο και Δαύλεια, αχ μωρέ Χρήστο Νταβέλη
Τους κλέφτες τι τους κάματε και τους Κακαραπαίους
Αχ στο Ζεμενό τους έχουμε, τους πολεμάει ο Μέγας
ο Μέγας απ’τη Ράχοβα και ο Δούκας απ’ τη Δαύλεια
Εις τα ταμπούρια πήδηξε (σημ. ο Μέγας) με το σπαθί στο χέρι
Και τον Φουντούκην έκοψε και τον Χρήστο Νταβέλη»

Ο Χρήστος Νταβέλης ήταν ληστής που καταγόταν απο την Αράχωβα ή από τα Στύρα της Εύβοιας. Γεννήθηκε το 1832 και ονομαζόταν κανονικά Χρήστος Νάτσιος. Έγινε διάσημος για τις ερωτικές του ιστορίες και τους μύθους γύρω από το όνομά του. 

Η πρώτη ιστορία που έχει ήρωα τον Νταβέλη αναφέρει οτι γύρω στα 20 του ήταν βοσκός σε κοπάδια της Μονής Νταού Πεντέλης, των οποίων το γάλα πουλούσε στην Αθήνα (άλλη παράδοση υποδεικνύει τη Μονή Πετράκη στο Κολωνάκι). Όταν κάποτε ο ηγούμενος της μονής του έδωσε ερωτικό γράμμα για να το παραδώσει σε μοναχή της πόλης, ο Νάτσιος από περιέργεια το πήγε σε κάποιον να του το διαβάσει. Μαθαίνοντας το περιεχόμενό του, αποφάσισε να γνωρίσει ο ίδιος τη μοναχή και από τότε έγινε τακτικός επισκέπτης της. Όταν το έμαθε ο ηγούμενος εξοργίστηκε και συκοφάντησε τον Νταβέλη στις αρχές για κλοπή. Λόγω της άδικης κατηγορίας λοιπόν συνελήφθη και τιμωρήθηκε με ραβδισμό στις φτέρνες (φάλαγγα)

Ο νεαρός στη συνέχεια διέφυγε στα Στύρα. Εκεί ερωτεύτηκε την κόρη ενός παπά, ο οποίος όμως την είχε τάξει σε ένα πλούσιο τσέλιγκα. Όταν έφτασε στο χωριό ένα απόσπασμα αναζητώντας κάποιον φυγόστρατο που λεγόταν Νάστος, ο τσέλιγκας για να τον εκδικηθεί για την κόρη του παπά, υπέδειξε τον νεαρό. Εκείνος τους απεκάλυψε οτι λεγόταν Νάτσιος κι όχι Νάστος… αλλά ποιός τον πίστευε;  Όταν αυτοί θέλησαν να τον συλλάβουν αντιστάθηκε και ακολούθησε συμπλοκή όπου σκότωσε έναν χωροφύλακα και κατάφερε να ξεφύγει.

bf6a319b0da9e4a925e37f41c760729c

Μετά από αυτό το περιστατικό, βρήκε καταφύγιο στα βουνά, στη συμμορία του ξαδέλφου της μητέρας του, του φημισμένου ληστή Κακαράπη (πραγματικό όνομα Μπελούλιας). Σύντομα όμως, ως άνθρωπος με ενεργητικότητα και πνεύμα πρωτοβουλίας, δημιούργησε τη δική του συμμορία με την οποία λήστευε ταξιδιώτες, χωρικούς και βοσκούς.

Τα πράγματα άρχισαν να μπερδεύονται ακόμη περισσότερο όταν η Ιταλίδα κόμισσα Λουίζα Μπανκόλι, η οποία είχε ζητήσει την προστασία της συμμορίας προκειμένου να επισκεφθεί με ασφάλεια τους Δελφούς, ερωτεύτηκε τον Νταβέλη. Για κακή του τύχη την κόμισσα ερωτεύτηκε και ο υπαρχηγός του Γιάννης Μέγας, ο οποίος από σύμμαχος έγινε ορκισμένος εχθρός του. Ο Μέγας αργότερα κατατάχθηκε στη Χωροφυλακή όπου έγινε αξιωματικός.

Η ληστρική δράση του Νταβέλη δεν είχε κάτι το εξαιρετικό για την εποχή του, πέραν ενός συγκεκριμένου περιστατικού το οποίο διέδωσε τη φήμη του στην Ελλάδα, καθώς ελήφθη από τους Έλληνες ως πράξη αντίστασης εναντίον της ξένης αυθαιρεσίας. Το 1855, στην εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου, με τον ηθελημένα ταπεινωτικό αποκλεισμό της Αθήνας από τον αγγλογαλλικό στόλο και την ξενική κατοχή του Πειραιά, ο Νταβέλης μετακινήθηκε πέτυχε, στην οδό Πειραιώς, τη σύλληψη Γάλλου αξιωματικού του στρατού κατοχής που είχε καταπλεύσει στον Πειραιά για να αποτρέψει τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Κριμαϊκό Πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας. Για την απελευθέρωσή του αξιωματικού, ο οποίος ονομαζόταν Μπερτώ (ή Μπρετώ), ο Νταβέλης εισέπραξε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 30.000 δρχ. σε χρυσό από την ελληνική κυβέρνηση. Η τελευταία ταχύτατα ενέδωσε στις απαιτήσεις του Νταβέλη θέλοντας, αφενός να αποφύγει την ανάμιξη των ξένων Δυνάμεων στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας, κι αφετέρου να προλάβει τυχόν αποκαλύψεις για την διαπλοκή ανάμεσα σε ληστρικές συμμορίες και πολιτικά πρόσωπα της εποχής. Η είσπραξη των λύτρων στην παραλία του Κορινθιακού, όπου ο Νταβέλης είχε καταφύγει στηριζόμενος σε δίκτυο υποστηρικτών, εξόργισε τους άλλους λήσταρχους, οι οποίοι προσδοκούσαν από την απελευθέρωση του ξένου αξιωματικού αντί χρημάτων, την παροχή γενικής αμνηστίας.

2b47ab838218decc72dc479f82ec5cd5

Ανάμεσα στους θρύλους που αφορούν τον Νταβέλη, ένας τον θέλει να κατεβαίνει συχνά, μεταμφιεσμένος, στην Αθήνα όπου έπινε καφέ και συζητούσε ανενόχλητος στα καφενεία της πόλης. Τοπική παράδοση αναφέρει πως, από το καταφύγιό του στο Σπήλαιο των Αμώμων, έφτανε, μέσω υπόγειας σήραγγας, στη βίλα της Δούκισσας της Πλακεντίας όπου περνούσε ρομαντικές στιγμές μαζί της.

Την άνοιξη του 1856, κορυφώθηκε η δράση του γύρω από την Αθήνα. Τον Μάιο, αιφνιδίασε τους χωροφύλακες που έδρευαν στην κωμόπολη του Μενιδίου, αναγκάζοντάς τους να του παραδώσουν τα όπλα τους. Μετά από αυτή την ταπείνωση, η Χωροφυλακή τον καταδίωξε ανελέητα μέχρι τον Παρνασσό. Τότε η αλληλογραφία της κόμισσας Μπανκόλι, η οποία προσπαθούσε να φυγαδεύσει τον Νταβέλη και τη συμμορία του στην Ιταλία, έπεσε στα χέρια της Χωροφυλακής. Με γνωστές πια τις επόμενες κινήσεις του, μεγάλη δύναμη χωροφυλάκων κατόρθωσε να τον περικυκλώσει, κοντά στο Ζεμενό της Βοιωτίας στις 12 Ιουλίου του 1856. Το καταδιωκτικό απόσπασμα είχε τη συνδρομή έμπειρων ιχνηλατών και πολλών ντόπιων χωρικών, που είχαν επιστρατευθεί από δημάρχους με επικεφαλή τον πρώην ληστή νυν υπολοχαγό Γιάννη Μέγα

Κατά τη σύγκρουση που ακολούθησε, ο Νταβέλης προσφέρθηκε να μονομαχήσει μέχρι θανάτου με τον πρώην σύντροφό του, Γιάννη Μέγα. Ο Μέγας, πνέοντας ακόμη μανία εκδίκησης εναντίον του πρώην αρχηγού του, όρμησε για να του κόψει το κεφάλι με τη λόγχη του. Όμως ο Νταβέλης πρόλαβε να σκοτώσει τον Μέγα, πριν ο ίδιος τρυπηθεί από άλλον χωροφύλακα, πυροβολώντας τον και φωνάζοντας «ούτε ο Νταβέλης στα βουνά ούτε ο Μέγας στα παλάτια». Το καλοκαίρι του 1856 και για πολλές ημέρες, το κεφάλι του Νταβέλη καρφωμένο σε ένα κοντάρι στήθηκε στην Πλατεία Συντάγματος σε κοινή θέα.Στη συμπλοκή στην σκοτώθηκαν 17 ακόμη παράνομοι, μεταξύ των οποίων οι Κακαράπης, Ζαφείρης και Φουντούκης

Το τραγούδι που αναφέρεται στον φόνο του Νταβέλη στο Ζεμενό είναι το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι.

 

πηγές

http://www.aoristies.gr/2011/04/blog-post.html  http://www.athensmagazine.gr/galleries/gallery/3308                                                             Ζήσης Βαγγέλης, «Πεντελη. Ιστορία, Θρύλοι, Μυστήρια», σελ. 238-263, εκδόσεις Άλλωστε (2013)  https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%9D%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%82

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΕ ΠΑΛΙΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

«Του Ανδρούτσου η μάνα» τραγούδι ιστορικό για τη ζωή του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ηχογραφημένο από την Μαρίκα Παπαγκίκα το 1923

 

Το τραγούδι “Τσοπανάκος ήμουνα” που στο δίσκο περιγράφεται ως “Κλέφτικο”. Ηχογραφήθηκε το 1906, στην Κωνσταντινούπολη. Ερμηνεύει η Ελληνική Εστουδιαντίνα με συνοδεία φλογέρας, μαντολίνων, φωνές ζώων καθώς και κρουστά. Δίσκοι Zonophone X-104562 και Gramophone 4-14579 με αριθμό μήτρας 1580r. Επανεκδοθηκε στην Victor Αμερικής 63552. . Πληροφορίες για την ηχογράφηση και στη σελίδα rebetiko.sealabs.net

Η πρώτη ηχογράφηση σόλο της Παλιάς Ιτιάς (τσάμικο) από τον κλαρινίστα Βαγγέλη Σούκα, ηχογραφημένη το 1965

 

Παραδοσιακά Βλάχικα Τραγούδια και χοροί απο την περιοχή Ασπροποτάμου

Άιντε μωρ’ μηλιά Εκτύπωση E-mail
Άιντε μωρ’ μηλιά, άιντε μωρ’ μηλιά, άιντε μωρ’ μηλιά, κι εσύ τριανταφυλλιά,
κι εσύ τριανταφυλλιά.

Μου ‘βαλες μαράζι, μου ‘βαλες μαράζι,
μου ‘βαλες μαράζι, ντέρτι στην καρδιά,
ντέρτι στην καρδιά.

Στα Τρίκαλα θα πάω, στα Τρίκαλα θα πάω,
στα Τρίκαλα θα πάω, στα μπογιατζίδικα,
στα μπογιατζίδικα.

Να βάψω τα μαλλιά σου, να βάψω τα μαλλιά σου,
να βάψω τα μαλλιά σου, τα σεβνταλίδικα,
τα σεβνταλίδικα.

Εσύ ‘σαι μωρ’ καημένη, εσύ ‘σαι μωρ’ καημένη,
εσύ ‘σαι μωρ’ καημένη, που δεν παντρέυεσαι,
που δεν παντρέυεσαι.

Και με το νου σου λέγεις, και με το νου σου λέγεις,
και με το νου σου λέγεις, καλόγρια γίνεσαι,
καλόγρια γίνεσαι.

Μάνα για δε με πάντρευες

Άιντε μωρέ, μάνα μ’ για δε, ωχ μάνα μ’, για,
δε με πάντρευες.

Μάνα μ’ για δε με πάντρευες,
όταν ‘μουν στον καιρό μου.

Άιντε μωρέ, στα δεκαεφτά, ωχ στα δεκα-,
εφτά, στα δεκαοχτώ.

Στα δεκαεφτά, στα δεκαοχτώ,
βαριά στα εικοσιένα.

Άιντε μωρέ, μάνα μ’ τα συ-, ωχ μάνα μ’, τα
συνομήλικα.

Μάνα μ’ τα συνομήλικα,
είν’ όλα παντρεμένα.

Άιντε μωρέ, έχουν παιδιά, έχουν παι-,
διά στο δάσκαλο.

Έχουν παιδιά στο δάσκαλο,
παιδιά και στη δασκάλα.

Δείτε όλα τα τραγούδια στη σελίδα του  χωριού Γαρδίκι πατώντας τον παρακάτω σύνδεσμο:

Παραδοσιακά τραγούδια του Ασπροποτάμου

Μη διστάσετε να αφήσετε ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση… Πείτε μας αν σας άρεσε η ανάρτηση, ρωτήστε ο,τι θέλετε και ας κάνουμε μια συζήτηση γύρω από το θέμα…

Don’t hesitate to leave a comment under the post… Tell us if you liked it, ask questions and let’s discuss on the topic!