Αρχείο ετικέτας Παραδοσιακά επαγγέλματα

Μάθημα κεραμικής απο τον αγγειοπλάστη Γιάννη Σταγκίδη στη Βόρεια Εύβοια

Το περασμένο Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου μας περίμενε μια μεγάλη έκπληξη εδώ στη Βόρεια Εύβοια και συγκεκριμένα στο χώρο του ξενοδοχείου «Αέναον» στα Κανατάδικα, την παραλία της Ιστιαίας. Όπως γνωρίζετε οι ντόπιοι και θα μάθετε σήμερα οι υπόλοιποι, η περιοχή των Κανατάδικων στη Βόρεια Εύβοια ήταν ευρέως γνωστή για τα εργαστήρια κεραμιδιών που υπήρχαν στην περιοχή. Ο παραδοσιακός αγγειοπλάστης Γιάννης Σταγκίδης, που έχει αναλάβει πολλά πρότζεκτ μουσείων και συνεργάζεται με τη σχολή Αρχαιολογίας, επισκέφτηκε το μέρος και εξέτασε το χώμα, το οποίο είναι πηλός εξαιρετικής ποιότητας, και στο χώρο του «Αέναον» δημιούργησε με τη βοήθεια των ιδιοκτητών, έναν φούρνο ψησίματος κεραμικών σε σχέδιο του 500 π.Χ, με σκοπό να δημιουργηθεί σταδιακά ένα μικρό εκπαιδευτικό πρότζεκτ, στο χώρο που παλιά παράγονταν κεραμικά.

Το περασμένο Σάββατο λοιπόν, ο Γιάννης Σταγκίδης «έκαψε» για πρώτη φορά το φούρνο, για να γίνει λειτουργικός και μας περιέγραψε τον τρόπο εξαγωγής του πηλού απο το χώμα, τον τρόπο που φτιάχνονταν τα κεραμικά παλιά και σήμερα, τον τρόπο που ψήνονται και χίλιες λεπτομέρειες που είναι άγνωστες σε όλους εμάς.

Γιαννης Σταγκίδης και φουρνος κεραμικων Κανατάδικα Ευβοιας
Ο Γιάννης Σταγκίδης εμπρός απο τον καινούριο φούρνο κεραμικών σε σχέδιο του 500πΧ.

Ο Γιάννης Σταγκίδης μας περιέγραψε πώς έχτισε το φούρνο, με εσωτερικά επίπεδα, διάτρητα για να περνά η φλόγα, χρησιμοποιώντας μίγμα πηλού και άχυρου το οποίο έπρεπε πρώτα να στεγνώσει καλά και μετά να καεί εσωτερικά για να στερεοποιηθεί. Στο εσωτερικό του μικρού κλίβανου, αναπτύσσεται θερμοκρασία μέχρι 1000 βαθμών Κελσίου, η οποία είναι απαραίτητη για να ψηθούν σωστά τα κεραμικά. «Στην αρχή βάζουμε ως καύσιμη ύλη βελανιδιά που καίει αργά και κάνει κάρβουνα για να αυξηθεί αργά η θερμοκρασία, μετά βάζουμε πεύκο που κάνει μεγάλη φλόγα και λίγα κάρβουνα και στο τέλος καίμε καλάμια που κάνουν πολλή φλόγα γρήγορα και δεν αφήνουν κάρβουνα. Τροφοδοτούμε συνέχεια το φούρνο για να μην πέσει η θερμοκρασία. Ο φούρνος πρέπει να καίει όταν έχουμε μέσα κεραμικά για τουλάχιστον τρεις ώρες, στην αρχή και τέσσερις. Μετά τον αφήνουμε να κρυώσει προοδευτικά μόνος του, κάτι που παίρνει σχεδόν ένα εικοσιτετράωρο ή περισσότερο, για να μπορέσουμε να βγάλουμε τα σκεύη απο μέσα.»

φούρνος κεραμικών 500πΧ με καμινάδα
ο φούρνος κεραμικών με την καμινάδα του. Στο πλάι το στρογγυλό καπάκι της καμινάδας.

Μετά απο την ξενάγηση στο φούρνο ο Γιάννης Σταγκίδης μας έκανε επίδειξη πώς δουλεύεται ένα πήλινο αντικείμενο στον τροχό της αγγειοπλαστικής. Μας εξήγησε πόσο σημαντικό είναι το σωστό πλάσιμο του πηλού, ώστε να μην έχει μέσα του καθόλου αέρα που θα καταστρέψει στο ψήσιμο το αντικείμενο. Επίσης μας τόνισε πόσο σημαντικό είναι το σωστό κεντράρισμα του πηλού στον τροχό και η μετακίνησή του καθώς εκείνος γυρίζει, ώστε πάντα να διατηρείται το κέντρο. Η επίδειξη που μας έκανε ήταν πραγματικά μαγική, καθώς δημιουργούσε σε λίγα λεπτά όμορφα, χρηστικά αντικείμενα. Το έκανε να μοιάζει τόσο εύκολο!

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Φυσικά όλοι θέλαμε να δοκιμάσουμε! Και πρώτα τα παιδιά!

ο Σταγκίδης δείχνει πώς πλάθουμε τον πηλό στον τροχό στα παιδιά
Ο Γιάννης Σταγκίδης δίνει στα παιδιά μια εμπειρία πλασίματος πηλού στον τροχό αγγειοπλαστικής

Μπορεί όλοι σας να νομίζετε οτι το πλάσιμο του πηλού είναι κάτι εύκολο αλλά σας ενημερώνω απο προσωπική εμπειρία οτι δεν είναι τόσο απλό όσο δείχνει! Χρειάζεται δεξιοτεχνία, αυτοσυγκέντρωση και εμπειρία για να δημιουργηθεί έστω και μόνο ένα απλό αντικείμενο. Από το ξεκίνημα, τη σωστή τοποθέτηση του άμορφου σβώλου πηλού πάνω στον τροχό, το κόλλημα της μάζας, τη σωστή ποσότητα νερού ώστε να γλιστρά και να πλάθεται αλλά να μην είναι υπερβολικό  ώστε να χαλάσει ο πηλός, από τον τρόπο που θα τρυπηθεί με τη βοήθεια των δαχτύλων μας, που θα του δώσουμε ύψος ή πλάτος, και στο τέλος με τη χρήση ενός κομματιού ξύλου, που θα λειανθούν οι επιφάνειες, όλα είναι μικρές λεπτομέρειες που καθεμιά της έχει σημαντική αξία στο τελικό αποτέλεσμα. Όπως μας είπε πολύ εύστοχα ο κύριος Γιάννης «Μοιάζει με το παίξιμο του βιολιού. Είναι δύσκολο να το μάθεις αλλά αν προσπαθήσεις θα τα καταφέρεις! Πόσοι υπάρχουν στον κόσμο που ξέρουν να παίζουν βιολί!» Και επειδή η παραδοσιακή αγγειοπλαστική είναι ένα επάγγελμα που χάνεται, είναι σημαντικό αυτή η τέχνη να μεταφερθεί στα παιδιά μας…

Τα περισσότερα λόγια είναι περιττά. Ένα μόνο χρειάζεται… Μεράκι και καλή διάθεση! Ευχαριστούμε πολύ το Γιάννη Σταγκίδη για την υπέροχη εμπειρία καθώς και τους ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου ΑΕΝΑΟΝ για τη φιλοξενία.

Advertisements

Παραδοσιακά επαγγέλματα: Αλαδανάρης: Η συλλογή του λάδανου στην Κρήτη

Η λαδανιά  είναι ένα απο τα ιαματικά φυτά της ελληνικής γης. Το φυτό με την επιστημονιή ονομασία κίστος (cistus incanus), φύεται σε πολλά μέρη της Ελλάδας και είναι γνωστό και ως κουνούκλα.  Οι θεραπευτικές ιδιότητες του είναι γνωστές απο την αρχαιότητα. Στο φυτό αυτό (Cistus Creticus spp. Creticus) με ιδιωματική ονομασία αλαδανιά ή αγκίσαρος, γινόταν συστηματική εκμετάλλευση των φυσικών πληθυσμών του  στην Κρήτη.

Η αλαδανιά παράγει κάθε καλοκαίρι πάνω στα μακρόστενα και πράσινα φύλλα της μια μαύρη αρωματική ρητίνη, το λάβδανο. Ο αλάδανος ή λάβδανο ή λάδανο συλλέγεται σήμερα και κατά αποκλειστικότητα στην Κρήτη στο χωριό Σίσσες του Δήμου Μυλοποτάμου της Κρήτης.

Αυτό γίνεται κάθε καλοκαίρι κάτω από τον καυτό ήλιο, όταν το φυτό εκκρίνει σαν δάκρυ τη ρητίνη, η οποία συλλέγεται με ειδικές δερμάτινες λωρίδες. Με αυτές κτυπούν τα φυτά και η ρητίνη κολλάει πάνω τους από τις οποίες και εξάγεται

Ο Γάλλος περιηγητής Tournefort παριστάνει ζωγραφικά στο περιηγητικό του βιβλίο το εργαλείο «αργαστήρι» που χρησιμοποιείται παραδοσιακά για τη συλλογή του λάδανου. Τα λουριά του εργαλείου αυτού κατασκευαζόταν από δέρμα ζώου κομμένο σε στενές λουρίδες. Το αλάδανο από το αργαστήρι αυτό μαζευόταν με μαχαίρι.

 

εργαλείο του 18ου αιώνα για τη συλλογή του λάδανου, Κρήτη, Tournefort, 1717

Η συλλογή με τον τρόπο αυτό γίνεται μόνο από στο είδος Cistus creticus και εξαρτάται από το μικροκλίμα της περιοχής. Στις παλαιότερες εποχές ήταν δυνατή και σε αλλά σημεία της ανατολική Μεσογείου όπως η Βορειος Αφρικη  και η Κύπρος, με την μεταβολή του κλίματος στις περιοχές αυτές όμως,  η συλλογή σταμάτησε.

Είναι ενδιαφέρον οτι η διαδικασία συλλογής έχει παραμείνει η ίδια όπως βλέπουμε απο το παρακάτω βίντεο, μόνο που το αργαστήρι πια έχει πλαστικά λουριά.Χτυπώντας αυτά τα λουριά πάνω στο φυτό, το πλαστικό μαζεύει τον «ιδρώτα» των φύλων. Ο ιδρώτας αυτός όταν κρυώσει στερεοποιείται και γίνεται μαύρος.

Για να μαζευτεί ο αλάδανος πρέπει να κάνει ζέστη και να έχει ηλιοφάνεια. Όταν μαζευτεί ο αλάδανος από ένα φυτό, χρειάζεται μια-δυο μέρες για να ξαναπαρουσιαστεί ο χαρακτηριστικός ιδρώτας, δηλαδή το υγρό του αγκίσαρου που γίνεται αλάδανος. Η εργασία της περισυλλογής του αλαδάνου είναι πολύ κουραστική και επίπονη, γιατί ο αλαδανάρης πρέπει να ανεβοκατεβαίνει στα βουνά μέσα στη ζέστη και μέσα σε πολύ μεγάλη θερμοκρασία.

Από την Μινωική εποχή το λάδανο ήταν το σπουδαιότερο φυτικό προϊόν της Κρήτης, το οποίο μάλιστα και εξαγόταν.Οι Μινωίτες το χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή θυμιάματος, θεραπευτικών και καλλυντικών αλοιφών. Η Φραγκάκη Ευαγγελία στο βιβλίο της «Συμβολή εις τη δημώδη ορολογία των φυτών» μιλάει για την ομορφιά των ανθών της αλαδανιάς που προκάλεσαν την προσοχή των Μινωιτών καλλιτεχνών. Γι’ αυτό και την βλέπουμε να εικονίζεται στην τοιχογραφία του παλατιού της Κνωσού «το γαλάζιο πουλί».

Τα Γαλάζια Άνθη του Αγκίσαρου και το Γαλάζιο Πουλί (1550 π.Χ.)Υστερομινωική ΙΑ περίοδος, π. 1550 π.Χ. Κνωσσός (ανάκτορο,»σπίτι των τοιχογραφιών»). σωζόμενο ύψος 60 εκ. Ηράκλειο Αρχαιολογικό Μουσείο

Η τοιχογραφία αυτή είναι από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες της μινωικής Κρήτης. Μέσα στη φύση που οργιάζει, με τις φωτεινές κίτρινες αγριοτριανταφυλλιές, τα γαλάζια άνθη του αλάδανου,τα κρινάκια και άλλα φυτά σε διαφορετικά χρώματα βάθους ( κόκκινο, κίτρινο, γαλάζιο), δεσπόζει σε λευκό βάθος το γαλάζιο πουλί καθισμένο σε βράχο. Ελευθερία στην πινελιά, ξεφάντωμα της φύσης, ανάπαυση του βλέμματος χαρακτηρίζουν το απόσπασμα αυτής της ξεχωριστής τοιχογραφίας, που θα πρέπει να ανήκε σε ένα λαμπρό σύνολο που καταστράφηκε.  (πηγή: Ελληνική Τέχνη – Η Αυγή της Ελληνικής Τέχνης – Εκδοτική Αθηνών)


Το λάδανο είναι γνωστό και ως το μύρο της βίβλου και ήταν ένα από τα βασικά λιβάνια που έπρεπε να καίγονται κατά την ανάγνωση των Ψαλμών του Δαυίδ και της Βίβλου. Το άρωμά του εξαιρετικά πλούσιο και δυνατό, χρησιμοποιείται για προστασία, δύναμη & πνευματική εξέλιξη. Στην εποχή των Ρωμαίων η Κύπρος ήταν η περιοχή με την σημαντικότερη παράγωγη Οι ρωμαίοι ονόμαζαν το άρωμα του λαδανου Κύπριο (Chypre), ένα όνομα γνωστό στην αρωματοποιία ακόμη και σήμερα. Επίσης το λάδανο ή αλάδανο αποτελεί ένα από τα σαράντα συστατικά που απαιτούνται για την παρασκευή του Άγιου Μύρου.

πηγες

https://www.bioaroma.gr/el/content/21–dittany

http://ladano.blogspot.gr/

http://dim-sison.reth.sch.gr/environmental/texts/Fylladio_aladanou.pdf

Οι σφουγγαράδες των Δωδεκανήσων

Σφουγγαράδες- Sponge divers. SCHWEIGER LERCHENFELD, Amand, (Freiherr von). Griechenland in Wort und Bild, Eine Schilderung des hellenischen Konigreiches, Leipzig, Heinrich Schmidt & Carl Günther, 1887 / Kettwig, Phaidon, 1992.

Ο «βούτος» για σφουγγάρια γνώρισε τεράστια άνθηση στα μέσα του 19ου μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Οι πρώτες αναφορές στο επάγγελμα των σφουγγαράδων γίνονται ήδη από τον Όμηρο, αλλά και μεταγενέστερους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς. Σφουγγαράδες δεν θεωρούνται μόνο οι δύτες, αλλά και όσοι βρίσκονται στο σκάφος χειριζόμενοι τον μηχανικό εξοπλισμό προς βοήθεια των σφουγγαράδων-δυτών. Το επάγγελμα άκμασε στα μέσα του 19ου με αρχές 20ου αιώνα στα Δωδεκάνησα και κυρίως στην Κάλυμνο και τη Σύμη, Χάλκη, Καστελόριζο, ενώ έπειτα επεκτάθηκε και σε άλλα μέρη.

Μέθοδοι κατάδυσης

Από ιστορικές πηγές του 1800 πληροφορούμαστε για τα «ταξίδια ζωής ή θανάτου» των τολμηρών σφουγγαράδων, που αρχές της άνοιξης, με λίγες προμήθειες και μόνο εφόδιο την αντοχή της αναπνοής τους, ξεκινούσαν για να ψαρέψουν σφουγγάρια. Ήταν οι θρυλικοί γυμνοί δύτες, που βουτούσαν σε βάθος μέχρι και 30 μέτρων ζωσμένοι με μια βαριά σκανδαλόπετρα – ένα κομμάτι μαρμάρου που τους βοηθούσε να καταδυθούν γρήγορα και βαθιά. Το φθινόπωρο, όταν η κρύα θάλασσα δεν επέτρεπε την κατάδυση, επέστρεφαν στο νησί που τους περίμενε με δάκρια συγκίνησης και χαράς.

Κατά τη δεκαετία του 1860 εφαρμόστηκε μια νέα – επαναστατική για τα χρόνια εκείνα – μέθοδος κατάδυσης, το σκάφανδρο ή φόρεμα. Με το σύστημα αυτό, ο δύτης έφερε πλήρη ενδυμασία (στολή, περικεφαλαία σκάφανδρου, χάλκινο θώρακα, παπούτσια, βαρίδια στο στήθος), που του επέτρεπε την παραμονή στο βυθό για πολύ περισσότερη ώρα. Κατά τη διάρκεια της κατάδυσης, μια χειροκίνητη αεραντλία με έμβολα έστελνε μέσω ενός σωλήνα, που ονομαζόταν μαρκούτσι, φυσικό αέρα στην περικεφαλαία του δύτη. Όσο αποτελεσματική ήταν η μέθοδος αυτή, άλλο τόσο αποδείχτηκε και επικίνδυνη καταγράφοντας χιλιάδες θανάτους και παραλύσεις (νόσος των δυτών), λόγω της άγνοιας των κανόνων κατάδυσης – κυρίως στο στάδιο της ανάδυσης – από τους δύτες.

Στα 1920 υιοθετήθηκε ένας νέος αναπνευστικός μηχανισμός, η μέθοδος Φερνέζ, χάρη στην οποία ελαττώθηκαν τα ατυχήματα. Τα πλεονεκτήματα του μηχανισμού ήταν: η χρήση μικρού αερόσακου φορεμένου στην πλάτη του δύτη που του εξασφάλιζε ομαλή ροή αέρα, η κατάργηση της βαριάς στολής και ο ελαφρύς σωλήνας τροφοδοσίας αέρα.

Τη δεκαετία του 1970 όλες οι παλαιότερες μέθοδοι κατάδυσης αντικαταστάθηκαν από το σύγχρονο σύστημα του ναργιλέ, όπου ο δύτης φορά στολή βατραχανθρώπου και ένας αεροσυμπιεστής του παρέχει αέρα από το σκάφος. Παράλληλα, οι δύτες εκπαιδεύονται στην Κρατική Σχολή Δυτών της Καλύμνου – μοναδική στο είδος της στην Ελλάδα – που τους παρέχει κρατικό επαγγελματικό δίπλωμα δύτη.

Για τη ζωή των σφουγγαράδων ενδιαφέρον είναι το ντοκιμαντερ της ΕΡΤ3

Οι σφουγγαράδες της Καλύμνου

Οι έρευνες των σφουγγαράδων στο βυθό ήταν και η αιτία της ανακάλυψης σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων όπως ο μηχανισμός των Αντικυθήρων  ενώ στις αρχές του προηγούμενου αιώνα μετά την οικονομική κρίση, πολλοί σφουγγαράδες έγιναν μετανάστες στις ΗΠΑ

πηγές: http://www.visitgreece.gr/el/greek_islands/dodecanese/sponge_harvesters_from_kalymnos_the_diving_legends

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%86%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82

http://www.thegreektraveller.com/en/portfolio/our-science-was-diving/

Παραδοσιακή Υφαντική και Κεντητική

Αναζητώντας στο διαδίκτυο στοιχεία βρήκαμε αυτό το ενδιαφέρον pdf της Νάντιας Μαχά- Μπιζούνη που αναφέρεται στην παραδοσιακή ελληνική υφαντική και κεντητική:

«Η υφαντική τέχνη, από την επεξεργασία της πρώτης ύλης –μαλλί, βαμβάκι, μετάξι, λινάρι– μέχρι και τη μεταποίησή της σε νήμα και ύφασμα, αντανακλά την πρακτική των μελών μιας κοινότητας για την αντιμετώπιση των βασικών αναγκών και των αναγκών στολισμού. Τα υφαντά, ως έργα του υλικού λαϊκού πολιτισμού, διαθέτουν και αυτά έναν ισχυρό «βιογραφικό λόγο». Έτσι, οι υφαντικές ύλες, οι
τεχνικές της ύφανσης καθώς και τα θέματα στις διακοσμημένες επιφάνειες των υφαντών γνωστοποιούν και αναδεικνύουν το πολιτισμικό πλαίσιο της παραγωγής τους, μαρτυρούν την ιδιοπροσωπία της τοπικής υφαντικής τέχνης όπως αυτή
διαμορφώθηκε υπό την επίδραση πολιτισμικών επιρροών και την ταυτότητα κάθε κοινότητας και εθνοπολιτισμικής ομάδας, ενώ ο τρόπος χρήσης των υφαντών τεκμηριώνει την οργάνωση και τη δομή κάθε τοπικής κοινωνίας.

Κύπριες γυναίκες που υφαίνουν στον αργαλειό (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού,

Η υφαντική, στο πλαίσιο της ελληνικής παραδοσιακής κοινότητας, σε οικοτεχνικό αλλά και επαγγελματικό / εργαστηριακό / βιοτεχνικό επίπεδο, αποτελεί, κατά βάση, έργο των γυναικείων χεριών, αναδεικνύοντας έτσι την έμφυλη διάστασή της. Ο αργαλειός στα χέρια των γυναικών αποτελεί εργαλείο πρώτιστα για την
παραγωγή των προικιών. Η αναγνώριση δε της ικανότητας και της επιδεξιότητας της υφάντρας δίνει κύρος στην ίδια και την οικογένειά της, ενώ, ταυτόχρονα, αποτελεί ισχυρό όπλο διαπραγμάτευσης κατά την αναζήτηση γαμπρού..

ο αργαλειος πηγη

Από την άλλη πλευρά, στην υφαντική παραγωγική διαδικασία, οι άντρες λειτουργούν κυρίως μέσα από τη συντεχνιακή οργάνωση (καζάζηδες, αμπατζήδες,καποτάδες), αφενός ως τεχνίτες κι αφετέρου ως έμποροι, προμηθευόμενοι το ύφασμα συνήθως από τους αργαλειούς της υπαίθρου ή της πόλης. Είναι γνωστή,
για παράδειγμα, η δραστηριότητα της ισχυρής συντεχνίας των καποτάδων στα Γιάννενα, κατά την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα, με τα σαράντα μέλη της σε ανταγωνισμό με τους καποτάδες του Μετσόβου, του Συρράκου και των Καλαρρυτών. Εξίσου γνωστή είναι και η δραστηριότητα της συντεχνίας των καποτάδων
του Συρράκου, η οποία αρχίζει να αποκτά βιοτεχνικά χαρακτηριστικά στα τέλη του 18ου αιώνα, φτάνοντας στην κορύφωσή της τον επόμενο αιώνα, με εργαστήρια στα Επτάνησα (στη Ζάκυνθο, στην Κεφαλονιά και στην Κέρκυρα) και με καταστήματα πώλησης καπών στην Ιταλία…»

Διαβάστε περισσότερα κατεβάζοντας το αρχείο απο τον παρακάτω σύνδεσμο

https://eclass.duth.gr/modules/document/file.php/KOM03230/2.2.7-8_Morfes_organosis_B.pdf

Επαγγέλματα που χάθηκαν: Ο σαλεπιτζής

Πριν από πολλά χρόνια, όταν τύχαινε κάποιοι να ξενυχτήσουν, κατέβαιναν στην Πλατεία Ομονοίας για να αγοράσουν την εφημερίδα της επομένης ημέρας και μετά αναζητούσαν τον σαλεπιτζή για ένα ρόφημα που θα τους βοήθαγε να ξεχάσουν την παγωνιά της νύχτας.
Εκεί στο στέκι του, όση ώρα αυτός ετοίμαζε το ζεστό ρόφημα, δημιουργούσε ένα κλίμα ευθυμίας αλλά και αντιπαραθέσεων, προκαλώντας τους πελάτες που περίμεναν μέσα στην παγωνιά, και θίγοντας θέματα που αφορούσαν την πολιτική επικαιρότητα, την καθημερινότητα και οτιδήποτε ήταν ικανό να «ανάψει τα αίματα». Έτσι οι θαμώνες ζεσταίνονταν έως ότου εκείνος ολοκληρώσει την παρασκευή του θαυματουργού ροφήματος.
Στην τούρκικη γλώσσα salep σημαίνει σαλέπι και salepci o παρασκευαστής και πωλητής του ποτού, ο σαλεπιτζής.
Το σαλέπι είναι σκόνη από αποξηραμένους βολβούς διαφόρων ορχεοειδών. Η σκόνη βράζεται με ζάχαρη ή μέλι και αρωματίζεται με πιπερόριζα. Το ομώνυμο ποτό είναι θρεπτικό λόγω του αμύλου και της γόμας που περιέχει καθώς και θερμαντικό λόγω της παχύρρευστης μορφής του.
Ο Σαλεπιτζής κρατούσε στο ένα χέρι ένα μεγάλο σαμοβάρι και στο άλλο ένα καλαθάκι, με ποτηράκια και τη ζάχαρη. Είχε βράσει από το σπίτι του το νερό με το σαλέπι. Στη βάση του σαμοβάρι είχε αναμμένα κάρβουνα, για να διατηρεί ζεστό το νερό. Ή μεταλλική λάμα στό άκρο τού σκεύους τό σταθερό ποιούσε , αλλά καί κρατούσε τό υγρό ζεστό μέχρι νά πέσει στό ποτήρι! Δίπλα από το σαμοβάρι, είχε το ειδικό τραπεζάκι, για να στηρίζει την ζάχαρη, την κανέλλα και το δοχείο με το νερό, για να ξαναφτιάξει, αν του χρειαζόταν. Για το βράδυ, υπήρχε και μια λάμπα (θυέλλης), που φώτιζε τον χώρο. Στην πλάτη, είχε πάντα κρεμασμένο ένα ξύλο, σαν τόξο, για να κρεμάει το σαμοβάρι και τη λοιπή πραμάτεια, σαν άλλαζε στέκι.

Δείτε εδώ και άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα που δεν υπάρχουν πια.
Πηγές:

… ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ Club Φίλων …: Ένα επάγγελμα που χάθηκε: ο σαλεπιτζής

21105503_1499760763423291_7213843244595486250_n
Σαλεπιτζής στο κέντρο της Αθήνας στις αρχές του 20ου αιώνα.
Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί στη Σταδίου και το κτίριο πίσω από το σαλεπιτζή και τους πελάτες του είναι το Βασιλικό Τυπογραφείο, στην αρχική του ισόγεια μορφή. Η προσθήκη ορόφου έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ’30 προκειμένου να στεγάσει το Πρωτοδικείο και έτσι πήρε τη σημερινή του μορφή. Το ψηλό κτίριο πίσω του είναι το Μέγαρο Αξελού και ανάμεσά τους η οδός Σανταρόζα. 
Από Μεταμορφώσεις της πόλης – και όχι μόνο

O νερουλάς : επαγγέλματα που χάθηκαν

ce92cea1432111

Από τότε που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα της χώρας μέχρι και τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, οι Αθηναίοι έλεγαν -κυριολεκτικά- το νερό νεράκι. Στην παλιά Αθήνα δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, όπως σήμερα, με τρεχούμενο νερό, μόνο κανένα πηγάδι εδώ και εκεί.

Για έναν περίπου αιώνα η ύδρευση ταλάνιζε την Αθήνα. Το παλαιό υδραγωγείο του Αδριανού είχε πάθει ανεπανόρθωτες ζημιές από τους πολέμους του ’21.
Η Αθήνα υδρευόταν από τις 55 δημοτικές βρύσες που υπήρχαν σε διάφορα σημεία, οι οποίες συνεισέφεραν ελάχιστα έως και καθόλου στις καθημερινές ανάγκες της κατανάλωσης νερού. Ατελείωτες οι ουρές των Αθηναίων καθημερινά σε αυτές με τους τενεκέδες και τις στάμνες, καυγάδες για τη σειρά και φασαρίες.

cebdceb5cf81cebfcf85cebbceaccf82
Μέσα σε όλες αυτές τις καταστάσεις η μόνη λύση που έδινε μια κάποια μικρή ανακούφιση στον απλό κοσμάκη ήταν ο νερουλάς.
Ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότησή του κόσμου με νερό, και έκανε χρυσές δουλειές.

nero-5_neroulas
Οι νερουλάδες μετέφεραν με τα κάρα τους και πουλούσαν νερό στην Αθήνα, στα σπίτια που διέθεταν δεξαμενές από τις πηγές των γύρω χωριών, όπως της Κηφισιάς και του Αμαρουσίου. Στο κάρο είχε βυτίο που χωρούσε τετρακόσιες οκάδες νερό. Όπου περνούσε, οι νοικοκυρές του έκαναν σινιάλο να σταματήσει. Στα χέρια κρατούσαν ένα τενεκέ και μία δραχμή. Τα Σάββατα, συνήθως, ήταν αποφασισμένες για πιο μεγάλες σπατάλες…

Η χειρότερη ώρα του Νερουλά ήταν όταν τουμπάριζε το κάρο. Όχι και λίγες φορές σε κάποια επικίνδυνη καμπή του δρόμου, Νερουλάς, κάρο και ζωντανό έπεφταν στο χώμα με κίνδυνο μέχρι να χάσουν τη ζωή τους. Την επόμενη στιγμή αν δεν χτυπούσε σοβαρά ο νερουλάς, πεταγόταν κι άδειαζε το βυτίο με σπαραγμό ψυχής. Για να ξεθυμάνει πολλές φορές δάγκωνε υστερικά μέχρι τ’ αυτί του ζώου. Ύστερα πιο ήρεμος σήκωνε το κάρο, έδενε το μουλάρι και κινούσε να ξαναφορτώσει υπομονετικά νερό

cf85ceb4cf81cebfcf86cf8ccf81ceb1
Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία.
Βέβαια στα χωριά δεν υπήρχαν αυτά τα δύο επαγγέλματα, διότι γάλα είχαν σχεδόν όλοι και νερό είχαν από τις κεντρικές βρύσες του χωριού, που το κουβαλούσαν οι γυναίκες με τις βαρέλες ή με πιο μεγάλα βαρέλια που τα φόρτωναν στο γαϊδουράκι !
Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβότανε περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ.
Συνήθως είχε επάνω στον γάιδαρο του δυο βαρελάκια δεμένα ή σε ένα κάρο ένα-δυο μεγάλα βαρέλια με νερό και φώναζε στις γειτονιές ή χτυπούσε την κουδούνα του,
έτρεχαν έξω οι νοικοκυρές και οι υπηρέτριες από τα αρχοντικά με τα δοχεία τους και έπαιρναν το νερό, ενώ ταυτόχρονα γινότανε και το σχετικό «πηγαδάκι» για το κουτσομπολιό της ημέρας !

nero-11_neroulas
Ο πιο διάσημος νερουλάς της πατρίδας μας, ήταν ο γνωστός Ολυμπιονίκης Σπύρος Λούης. Το 1896 μέσα από απρόβλεπτες καταστάσεις, κέρδισε τον Μαραθώνιο στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας. Μετά τη θρυλική νίκη, ο βασιλιάς του πρότεινε για δώρο κτήματα. Αυτός όμως προτίμησε μια σούστα με τέσσερις ρόδες να τοποθετεί πολλές θήκες για τα σκαμνιά του. Κάθε πρωί πήγαινε στο υδραγωγείο του Μαρουσιού για φόρτωμα. Εκεί έβλεπε μαζεμένα πολλά πιτσιρίκια που δεν χόρταιναν να τον θαυμάζουν. Έξυπνος άνθρωπος τους έδινε από μια καραμέλα και τα’βαζε να γεμίζουν τα σκαμνιά και να τα ταπώνουν με φελλό. Ύστερα ερχόταν ο δημοτικός υπάλληλος κι έβαζε ένα μπλε χαρτί με την αναπαράσταση της Αμαρύσιας Αρτέμιδας. Στο τέλος σφράγιζε με μολύβι τα σταμνιά για το γνήσιον του …νερού.

Βέβαια πέρασαν τα χρόνια οι νερουλάδες άφησαν τα κάρα τους και χρησιμοποίησαν πλέον τις μηχανές -θα τις θυμάστε οι μεγαλύτεροι- αυτές με τις τρεις ρόδες, τέτοια τρίκυκλα κατέκλυσαν την πατρίδα μας μετά το 1940.

 

Μέχρι το 1924 η Αθήνα υδρευόταν κυρίως από τα νερά των πηγών της Πάρνηθας και από τον υπόγειο υδροφορέα.
Το 1925 άρχισαν να κατασκευάζονται τα πρώτα σύγχρονα έργα ύδρευσης στην περιοχή της Πρωτεύουσας.
Τη χρονιά αυτή υπογράφτηκε σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, της Αμερικανικής Εταιρείας ULEN και της Τράπεζας Αθηνών για τη χρηματοδότηση και κατασκευή έργων ύδρευσης της Πρωτεύουσας.
Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε η ΟΥΛΕΝ

Δείτε και αλλα επαγγελματα όπως ο λούστρος,  πωλητης πουλερικών ή ο βοσκός  , ο τσαρουχοποιός , ο χαμάλης  , ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές της Λευκάδας
ΠΗΓΕΣ

http://pisostapalia.blogspot.gr/2016/09/blog-post_301.html

Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς / Μικρός Ρωμιός

my-magazine/lolanaenaallo

https://radioaetos.com/%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC-%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CF%85%CF%80%CE%AE%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%BD-%CE%B2%CF%81%CF%8D%CF%83/

Επαγγέλματα που χάθηκαν: Ο λούστρος

 

Λούστρος ή λουστραδόρος ονομάζεται ο πλανόδιος που το επάγγελμα του είναι να γυαλίζει παπούτσια περαστικών. Στη δουλειά του λούστρου χρησιμοποιείται κασελάκι που μέσα έχει τα βερνίκια και βούρτσες για το γυάλισμα των παπουτσιών. Σε αρκετές περιπτώσεις, ιδιαίτερα παλαιότερα (όπως φαίνεται & σε ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου), οι λούστροι ήταν επί το πλείστον παιδιά ή έφηβοι.

Τα μαύρο δερμάτινο ή καφέ σκούρο παπούτσι ή σκαρπίνι ήταν status για τον άνδρα της γύρας και έπρεπε πάντα να είναι λουστραρισμένο και να δείχνει στο μάτι ,κυρίως σε μια εποχή που τα παπούτσια λέρωναν εύκολα και σκονίζονταν από τους χωματόδρομους.

18892932_1444739542251681_6614855031383558694_n
Πάτρα 1930.

«Ο πελάτης άπλωνε το πόδι του στο στη μπρούτζινη συνήθως βάση απ’το κασέλι και όλα τα άλλα τα αναλάμβανε ο λούστρος. Δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα. Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με πανί και με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν.

cebbcebfcf85cf83cf84cf81cebfcf82
Μερικοί λούστροι έκαναν επίδειξη της δεξιοτεχνίας τους προσφέροντας δωρεάν θέαμα στο κοινό, πετώντας τις βούρτσες στριφογυριστά στο αέρα, σαν ζογκλέρ, ή χτυπώντας τες ρυθμικά στο κασελάκι.
Ο λούστρος μπορεί να ήταν και πλανόδιος κάποιες φορές όταν κουράζοντας από το σκαμνί του.

loustros209
Περνούσε από τα καφενεία κυρίως όπου σύχναζαν οι μόρτηδες οι σκαρπινάτοι.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο πελάτης του καφενείου με νεύμα του τον καλούσε για λουστράρισμα ενώ ο ίδιος απολάμβανε τον ελληνικό του διαβάζοντας την εφημερίδα του. Εγώ ως γραφών την έζησα αυτή τη σκηνή σε καφενείο με πελάτη το θείο μου. Ο πελάτης όσο φτωχός κι αν ήταν έδειχνε αρχοντικός στη διάρκεια του λουστραρίσματος κυρίως στο καφενείο και πολλοί το ζούσαν ως αρχόντοι του ενός λεπτού.
Φυσικά οι λούστροι δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης από την υπόλοιπη κοινωνία , όσο φτωχή κι αν ήταν τα χρόνια εκείνα.
Η λέξη «λούστρος» ήταν συνώνυμη του σημερινού γύφτου και αποτελούσε βρισιά.
Το επάγγελμα ήταν ταπεινό από τη φύση του , ο λούστρος πολλές φορές δε κοιτούσε ψηλά στον πελάτη όσο διαρκούσε η δουλειά του εκτός αν ήταν ανάγκη να του πει κάτι. Για τους λούστρους μεγαλύτερης ηλικίας η στάση του σώματος ήταν επώδυνη ανάλογα και κατα πόσο ήταν παχύς.» (πηγή)

Ο λουστραδόρος είναι ένα επάγγελμα που έχει καταργηθεί στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά υπάρχει ακόμη σε άλλες χώρες, όπως η γειτονική μας Τουρκία.

Δείτε και αλλα επαγγελματα όπως ο πωλητης πουλερικών ή ο βοσκός  , ο τσαρουχοποιός , ο χαμάλης  , ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές της Λευκάδας