Αρχείο ετικέτας νησιώτικες φορεσιές

Οι παραδοσιακές φορεσιές Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων

Ανασκαλεύοντας στο διαδίκτυο βρήκαμε αυτή την εργασία απο τον Οδηγό Ιονίων Νήσων της Σοφίας Μπρισένιου  και του Θεόδωρου Γ. Παππά που περιγράφουν τις παραδοσιακές φορεσιές Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων. Θεωρήσαμε σωστό να αναδημοσιεύσουμε την εργασία εμπλουτισμένη με εικόνες για τους λάτρεις της ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς.

«Η λαϊκή ενδυμασία

α. Γυναικεία

Από την περίοδο της Ενετοκρατίας, οι επιρροές στο ντύσιμο των Κερκυραίων είναι πολλές. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς από τις ξενόφερτες λέξεις που χρησιμοποιούν για να ονοματίσουν τα διάφορα μέρη της ενδυμασίας τους που προέρχονται από αντίστοιχες ενετικές, όπως: rochetto, tabarro, sarza, bombascina, carpetta, taffeta κ.ά.

Οι γυναικείες φορεσιές χωρίζονται ανάλογα με τη γεωγραφική τους περιοχή. Έτσι έχουμε της Λευκίμμης, της Μέσης, του Γύρου, του Όρους, των Παξών και των Διαποντίων Νήσων. Επίσης, άλλη διάκριση των ενδυμασιών είναι σε καθημερινές, κυριακάτικες και νυφιάτικες. Σε φορεσιές κοπέλας, παντρεμένης και χήρας.

img_001
Πανηγύρι στη Βόρεια Κέρκυρα στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Διακρίνεται καθαρά ο παραδοσιακός τρόπος ένδυσης ανδρών και γυναικών (Ιδιωτική συλλογή). (πηγή)

Αντίθετα, οι ανδρικές στολές ήταν ίδιες σε όλο το νησί. Ξεχώριζε μόνο η βλάχικη που τη φορούσαν μερικοί στην Κασσιώπη, την Πλατυτέρα και την Γαρίτσα.

Οι παραδοσιακές ενδυμασίες αρχίζουν σιγά σιγά να δίνουν τη θέση τους στον σύγχρονο τρόπο ένδυσης, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη γνωστή αλλαγή στον τρόπο ζωής. Σ’ αυτό συνέβαλαν οι εύκολες μετακινήσεις, η αστυφιλία, ο τουρισμός, ο νέος τρόπος ζωής, καθώς και άλλοι παράγοντες.

«Εμείς προφτάσαμε», λέει η Ελισάβετ-Λουλού Ι. Θεοτόκη «και φωτογραφίσαμε όσες αυθεντικές στολές βρήκαμε στην Κέρκυρα και ελπίζουμε, έτσι αρχειοθετημένες να αποτελούν στοιχεία περαιτέρω έρευνας, παραθέτουμε δε μερικές φωτογραφίες ως δείγματα του αρχείου μας και αντίγραφα από οικογενειακές φωτογραφίες διάφορων περιοχών».

Αυτό που σήμερα λέμε «παραδοσιακή φορεσιά» διαμορφώθηκε το 17ο αι. μέχρι την επικράτηση στα μέσα του 20ού αι. των «ευρωπαϊκών ρούχων». Έτσι, άνδρες, γυναίκες, νέες, γριές, χήρες, αγρότες και αστοί, ντύνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο.

Χαρακτηριστική ήταν η γυναικεία φορεσιά της Κέρκυρας. Οι φορεσιές αυτές ήταν κεντημένες από γυναίκες της οικογένειας. Είναι εντυπωσιακά τα πολύπλοκα και πολύχρωμα σχέδια και απερίγραπτη η ποικιλομορφία αυτών ανάλογα με τον τόπο προέλευσης τους.

c81b0c3d1eb23f4480813665e13c190f
Νυφιάτικη ενδυμασία περιοχής Μέσης Κέρκυρας. Αρχές του 20ού αι. Αρχείο Δ. Κάντα.

Οι κεφαλόδεσμοι ήταν ό,τι πιο αντιπροσωπευτικό της γυναικείας κερκυραϊκής φορεσιάς, πάντα περίτεχνα και πάντα ταιριαστά με την κόμμωση. Και αυτές είναι ανάλογες από τον τόπο προέλευσης, την οικογενειακή κατάσταση, αλλά και από το αν η γυναίκα που τον φοράει είναι ελεύθερη, μικροπαντρεμένη ή χήρα.

img_037
Χαρακτηριστικός κεφαλόδεσμος με «κοκόρους». Φωτογραφία Δ. Κάντα (Η παραδοσιακή φορεσιά της Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, Κέρκυρα, χ.χ., σελ. 22). πηγη

Η μπουστίνα (από το μπούστο) σκεπάζει το στήθος και φοριέται πάνω από το πουκάμισο. Είναι φτιαγμένη από λινό, βαμβακερό ή μεταξωτό ύφασμα και έχει πολλά κεντητά ποικίλματα, όπου «καρφώνανε» τα δώρα του γάμου από χρυσό.

Το πεσελί το φορούσαν ως συμπλήρωμα της γαμήλιας φορεσιάς και ήταν προσφορά του γαμπρού προς τη νύφη. Ήταν από βελούδο σε ζωντανά χρώματα, κεντημένο με χρυσή κλωστή, με πολυσύνθετα και εντυπωσιακά σχέδια. Το στόλιζαν με χρυσά και ασημένια κουμπιά. Μετά το γάμο η γυναίκα το φορούσε στις γιορτινές ημέρες, ως καλό ρούχο.

f9e39688e59baf1f866fd905dccd6de4

Την ενδυμασία συμπλήρωναν πολύτιμα κοσμήματα. Αξιοσημείωτο είναι οι ξεχωριστές ονομασίες που χρησιμοποιούσαν για τα σκουλαρίκια –περίπου 15– και υπήρχαν ισάριθμα είδη! Επίσης στόλιζαν το λαιμό και το μπούστο με στηθοβελόνες και καρφίτσες, στη μέση φορούσαν ζώνες με πόρπες. Τους καρπούς τούς στόλιζαν με βραχιόλια (μπρατσουλέτα) ή χρυσές στρογγυλές βέργες (οκάνες), και τα δάκτυλα με ανάλογα δακτυλίδια. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα κοσμήματα τα έφτιαχναν σπουδαίοι λαϊκοί Κερκυραίοι τεχνίτες ή τα αγόραζαν από τα ασημοχρυσοχοεία που διατηρούσαν Ηπειρώτες.

Όταν μια γυναίκα χήρευε, έβγαζε τα στολίδια και φορούσε μαύρη μαντίλα ή μαύρη κορδέλα επάνω από την άσπρη μπόλια που σκέπαζε το κεφάλι.

Εκείνο που έκανε να διαφέρουν οι φορεσιές των Κερκυραίων γυναικών της αστικής τάξης ήταν ότι πλεόναζαν οι δαντέλες και τα στολίδια, καθώς και τα υφάσματα ήταν από πιο ακριβά υλικά. Την «καλή» φορεσιά τη φορούσαν τις Κυριακές και τις γιορτές, αφού την έβγαζαν από το σεντούκι ή από το φορτσέρι όπου ήταν φυλαγμένη και μοσχοβολούσε από διάφορα βότανα και μυρωδιές φρούτων.

d8abc91d4922fec56a9ad004ab2bc8f7

i. Πουκαμίσες και Μπουστίνες

Κάτω από το μπούστο η Κερκυραία φορούσε το λευκό πουκάμισο ή αλλιώς την πουκαμίσα. Συνήθιζαν να δένουν πάνω σ’ αυτό το φυλαχτό και μαζί με μια πλεχτή μάλλινη φανέλα, τη μάγια, ήταν το κύριο εσώρουχο της κερκυραϊκής στολής.

Η πουκαμίσα ήταν φτιαγμένη από λινό ή βαμβακερό ύφασμα και έφτανε μέχρι το γόνατο. Τα μανίκια ήταν μακριά σουφρωτά στους καρπούς και το καλοκαίρι πιο κοντά. Είχε κεντήματα στο κάτω μέρος, στη λαιμόκοψη, καθώς και στο πάνω και κάτω μέρος από τα μανίκια. Την πουκαμίσα την ύφαιναν συνήθως οι γυναίκες στο σπίτι.

Πάνω από την πουκαμίσα φορούσαν μια άσπρη φούστα, το μισοφόρι ή ροκέττο ή κοντορόκεττο ή βελέσι, που είχε στη μέση σούρα και, συνήθως, στο κάτω μέρος ήταν κεντημένο.

Για στηθόδεσμο χρησιμοποιούσαν ένα λεπτό ύφασμα από μπατίστα, ψιλό λινό πανί ή από τούλι ή μετάξι για τις γιορτινές ενδυμασίες. Στο κάλυμμα αυτό, που το ονόμαζαν μπροστίνα ή μπουστίνα ή μπροστούρα ή πετόνι ή πετάρι έβαζαν τις γιορτινές μέρες τα χρυσαφικά τους

53bb9b8a3a798cf5cb671266b2588c97
Στολή Λευκίμμης. Από το βιβλίο της Ελισάβετ – Λουλού Θεοτόκη, Ενδυμασίες Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, Έκδοση Δήμου Κερκυραίων, Κέρκυρα 1994, σ.27.

ii. Ροκέττα και Ποδιές

Η καθημερινή φούστα που φορούσε η Κερκυραία, το ροκέττο, ήταν ριγέ με άσπρες και μπλε ρίγες. Στην περιοχή του Γύρου, οι φούστες που έβαζαν οι νύφες, ήταν από μεταξωτό ύφασμα (ταφτάς), σε χρώματα ζωηρά, όπως γαλάζιο, μοβ ή κόκκινο και ήταν πιο κοντές.

Στο νότιο συγκρότημα του νησιού, η φούστα της νύφης και αργότερα η «καλή» φούστα που φορούσε τις γιορτινές μέρες, ήταν πλισέ στο πίσω μέρος και στα πλάγια. Στο μπροστινό μέρος ήταν ίσια γιατί από πάνω φορούσαν την ποδιά. Η φούστα αυτή που λεγόταν και άμπιτο, καρπέττα ή βελέσι, ήταν μακριά και για να τη στολίσουν έραβαν στο κάτω μέρος της πολύχρωμες κορδέλες. Χαρακτηριστικές είναι οι «προξενιές», κορδέλες με λουλούδια που τις κρεμούσαν στην άκρη του ροκέττου.

Τα ροκέττα που φορούσαν τις Κυριακές ήταν όπως και τα νυφιάτικα, αλλά από μαύρο γυαλιστερό αλπακά, ενώ αυτά που χρησιμοποιούσαν καθημερινά από αλατζά.

Εκτός από τη φαρδιά κόκκινη ζώνη που φορούσαν οι γυναίκες, παρατηρούμε ότι στην περιοχή της Μέσης, οι Κερκυραίες έβαζαν ένα τριγωνικό κόκκινο μαντήλι, την τσουτσουμίδα, που πάνω της απεικονίζονταν λουλούδια και φτερά παγωνιού. Τη φορούσαν στη μέση, στην αριστερή μεριά. Οι νέες κοπέλες τη φορούσαν και σαν μαντήλι στο κεφάλι. Την τσουτσουμίδα τη χρησιμοποιούν και στους χορούς.
Νυφιάτικες, γιορτινές και καθημερινές είναι και οι ποδιές ή μπροστέλλες ή μπροστομούνες. Τις καθημερινές ποδιές τις ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες και ήταν από λινάρι.

e39566bfe6694e201ef6deec3da8ec94
ποδιά νυφική Λευκίμμης πηγή

Η νυφιάτικη ποδιά της Λευκίμμης είναι εντυπωσιακή. Χρησιμοποιούσαν ως βάση τον ταφτά σε διάφορα χρώματα και από πάνω στερέωναν με κόκκινη κορδέλα το λευκό τούλι που ήταν κεντημένο. Επίσης, περνούσαν πάνω στο τούλι κορδέλες διαφόρων χρωμάτων, κεντούσαν λουλούδια ή κρεμούσαν λεπτά σιρίτια σε διάφορους σχηματισμούς, φούντες και άλλες κορδέλες. Το χρώμα όμως που κυριαρχούσε ήταν το κόκκινο. Στο κάτω μέρος από το τούλι κεντούσαν για φινίρισμα ένα βολάν.

Στην περιοχή της Μέσης, οι νυφιάτικες και γιορτινές ποδιές ήταν από μετάξι, άλλοτε εμπριμέ, άλλοτε ριγέ ή μονόχρωμες, μακρόστενες με σούρα ή με φαρδιές πιέτες. Στους Σιναράδες, οι γιορτινές ποδιές ήταν από ποπλίνα διαφόρων χρωμάτων και είχαν κόκκινο ή ροζ κέντημα στο κάτω μέρος, ή μεταξωτές που κατέληγαν σε «κρόσσια» στο κάτω μέρος.

img_007
Καθημερινή φορεσιά Μέσης Κέρκυρας (πηγη)

iii. Τζιπούνια

Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν ένα γιλέκο. Το γιλέκο αυτό, κοντό ή μακρύ και χωρίς μανίκια, άφηνε το στήθος ακάλυπτο. Τα πέτα του ήταν σε σχήμα οβάλ και ενώνονταν στο κάτω μέρος πάνω από τη ζώνη. Στο σημείο αυτό δένονταν με κορδόνια ανάμεσα από θηλιές.

Το τζιπούνι ή κοτολί ήταν το νυφιάτικο γιλέκο που φορούσαν οι γυναίκες στην περιοχή της Λευκίμμης. Ήταν φτιαγμένο από κόκκινο βελούδο και μπροστά ήταν στολισμένο με χρυσές φάσες, τις λεγόμενες πασαμάδες, που ξεκινούσαν από τη ραφή του ώμου και κατέληγαν στη μέση, όπου και δένονταν με κορδόνια που περνούσαν μέσα από θηλιές.

Γενικά το νυφιάτικο τζιπούνι ή κοτολί ήταν φτιαγμένο όχι πάντοτε από χρώμα κόκκινο, αλλά και από μπλε, βυσσινί ή θαλασσί και, σπανίως, από μαύρο ύφασμα. Δεξιά και αριστερά από το μπούστο ήταν κεντημένο με χρυσή κλωστή και στολισμένο περίτεχνα. Άλλες φορές έραβαν τρέσες από χρωματιστές κορδέλες ή χρυσά σιρίτια. Τα σιρίτια αυτά ήταν διπλά και για τελείωμα είχαν την κομποβελονιά. Και η πλάτη ήταν με χρυσοκέντημα που κατέληγε σε μια κουφόπιετα στην οποία ήταν ραμμένοι ρόδακες από χρυσή κλωστή πάνω σε χαρτόνι. Στη μέση τους, οι ρόδακες είχαν μια κόκκινη, μπλε ή πράσινη βούλα.

img_142
Κέρκυρα, περιοχή Μέσης. Γιλέκο βελούδινο, μπλε χρώματος, με μονοκόμματο κλείσιμο. Έχει λίγο κόκκινο μεταξωτό κέντημα και είναι φθαρμένο.
Συλλογή Ελισάβετ – Λουλού Ι. Θεοτόκη.

Στο τελείωμά του το κοτολί ήταν κεντημένο με χρυσή κλωστή. Το κέντημα αυτό πολλές φορές γινόταν πάνω σε μεταξωτή κορδέλα, κόκκινη ή γαλάζια. Με φεστόνι έφτιαχναν τις κουμπότρυπες που έκλειναν με ασημένια κουμπιά ή με ασημένια αλυσίδα. Στο εσωτερικό του το τζιπούνι ήταν φοδραρισμένο με λεπτό βαμβακερό ύφασμα. Το καθημερινό τζιπούνι ήταν μάλλινο το χειμώνα, καφέ, πράσινο, μπλε και έκλεινε με ένα κουμπί.

Τα νυφιάτικα τζιπούνια που συναντούμε στην περιοχή του Γύρου και του Όρους, ήταν βελούδινα, αλλά και από αλπακά ή τσόχα, σε χρώμα κόκκινο, μπλε, πράσινο και μαύρο. Στόλιζαν τη μανικοκόλληση με ένα κόκκινο σιρίτι κόκκινο, ροζ, κίτρινο ή χρυσό. Τα κεντήματα στο πλάι του τζιπουνιού, από το στήθος μέχρι τη μασχάλη, λέγονταν σαρκεντίνες. Ήταν κεντημένα συνήθως με κίτρινη ή χρυσή κλωστή.

Για να μην ανοίγει το γιλέκο περνούσαν ένα χρωματιστό σιρίτι από θηλιές που ήταν φτιαγμένες πάνω σ’ αυτό και βρίσκονταν ακριβώς κάτω από το στήθος και την μπροστούρα. Το τζιπούνι που είχαν για τις «καλές» μέρες το λέγανε πασαμά. Επειδή ήταν μακρύ το φορούσαν μέσα από το ροκέτο.

Στη μέση έβαζαν στην περιοχή του Γύρου πολύχρωμες φασκιές ενώ στο Όρος φορούσαν μαύρο ζωνάρι που είχε πάνω του ραμμένη χρωματιστή κορδέλα που κατέληγε σε φούντες.

Το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένες οι φασκιές και οι ζώνες ήταν το βαμβάκι. Τις ύφαιναν πάνω στο πόδι χρησιμοποιώντας το χτένι και την ξύλινη σπάθη. Οι φασκιές είχαν μήκος συνήθως γύρω στο 1,60 μ. και το φάρδος κυμαινόταν από 3 έως 6 εκ. Ένα κομμάτι της φασκιάς ήταν άσπρο και το υπόλοιπο είχε κάθετες πολύχρωμες γραμμές. Οι συνδυασμοί των χρωμάτων επαναλαμβάνονταν.

«Στερέωναν το νήμα στα πόδια, βγάνοντας τα υποδήματα, από τους φτέρνες μέχρι πάνω απ’ το γόνα. Στη μέση τούτου είχαν ένα κτένι και ύφαινον, κτυπώντας το νήμα με ξύλινη πλεμουδιστή σπάθη. Οι κορδέλες είχαν πλάτος 2 εκ. και ήσαν έγχρωμες κατά γραμμάς και κατά μήκος, συνήθως εις το μέσον»

iv. Πεσελιά

Ζακέτα με μανίκια. Από τα πιο εντυπωσιακά κομμάτια της κερκυραϊκής στολής, που φορούσαν οι νύφες σε όλο το νησί. Το πεσελί ήταν συνήθως δώρο του γαμπρού προς τη νύφη. Ήταν φτιαγμένο από ύφασμα βελούδο κόκκινο, μπλε, μοβ, μαύρο ή καφέ και καμιά φορά από τσόχα.

img_045
Νυφιάτικη φορεσιά από Γιαννάδες Κέρκυρας. Αρχείο Κόκκαλη πηγη

Το πεσελί ήταν χρυσοκεντημένο. Τα κεντήματα αυτά γίνονταν παλιά από τους Τερζήδες, που κατάγονταν από την Ήπειρο και αργότερα από τους Εβραίους. Σε κάποια χωριά τα κεντούσαν οι γυναίκες.

«Στην πλάτη κεντούσαν το δέντρο της ζωής, που φύτρωνε από μία γλάστρα. Το δέντρο εθεωρείτο στήριγμα του κόσμου και σύμβολο αιωνιότητας. Στην κορυφή του δέντρου ήταν κεντημένος ο δικέφαλος αετός ως σύμβολο δύναμης και μεγαλείου. Κεντούσαν και παγώνια με μακριές ουρές ως σύμβολο υπεροχής και ομορφιάς. Το δέντρο είχε ρόδακες, φυλλαράκια, μικρά λουλουδάκια, κλαριά. Αλλού η χρυσή κλωστή ήταν βαλμένη μονή και αλλού διπλή ή και τριπλή. Στο κέντρο από τα λουλούδια και τους ρόδακες ήταν απλικαρισμένο μικρό χρωματιστό μετάξι. Η ίδια τεχνική του απλικαρίσματος χρησιμοποιείτο για τη γλάστρα του δέντρου και το σώμα του αετού».

Εκτός από το πεσελί φορούσαν και τη γιακέττα, τόσο τις Κυριακές, όσο και τις καθημερινές. Η κυριακάτικη ήταν συνήθως φτιαγμένη από βελούδο ή μετάξι διαφόρων χρωμάτων· η χειμωνιάτικη ήταν μάλλινη, η δε καλοκαιρινή ήταν φτιαγμένη από τσίτι. Λεγόταν γκρέκα στη Λευκίμμη και στο Γαστούρι, πόρκα στους Σιναράδες. Ήταν κοντή με λαιμόκοψη. Στο κάτω μέρος εμπρός είχε πιέτες πλακωτές, οι οποίες έφθαναν αρκετά πιο πάνω από τη μέση του στήθους και κούμπωνε με σούστες από τις πιέτες και πάνω.

v. Κάλτσες και Παπούτσια

Οι γυναικείες κάλτσες ήταν πλεκτές, μάλλινες ή βαμβακερές. Συνήθως ήταν άσπρες. Έφθαναν ως το γόνατο και τις δένανε με κορδέλες ή καλτσοδέτες. Φορούσαν όμως για καθημερινή χρήση κάλτσες καφέ που τις βάφανε με καρυδότσουφλα. Στην περιοχή του Όρους φορούσανε μαύρες κάλτσες. Τις έπλεκαν με πέντε βελόνες εκ των οποίων τη μία την έβαζαν στην σκαλτσουνόροκα, δηλ. ένα τρύπιο ξύλο όπου έμπαινε μέσα ή βελόνα.

img_217
Γυναικείες χειροποίητες βαμβακερές κάλτσες με άσπρη κορδελίτσα για δέσιμο. Οι γυναικείες κάλτσες ήταν πλεκτές, μάλλινες ή βαμβακερές. Συνήθως ήταν άσπρες. Έφθαναν ως το γόνατο και τις δένανε με κορδέλες ή καλτσοδέτες. Φορούσαν όμως για καθημερινή χρήση κάλτσες καφέ που τις βάφανε με καρυδότσουφλα. πηγη

Όταν δεν ήταν ξυπόλητοι φορούσαν μαύρα παπούτσια με κορδόνια, χωρίς ψηλά τακούνια. Τα νυφιάτικα παπούτσια στην περιοχή της Λευκίμμης και Μέσης ήτανε κόκκινα μεταξωτά με ασημένιες φούμπιες. Τα γιορτινά ήταν μαύρα σκαρπίνια με φούμπια ή κορδόνια.

vi. Κεφαλόδεσμοι

Στη νεοελληνική γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά, ο κεφαλόδεσμος έχει ιδιαίτερη σημασία. Απ’ αυτόν αναγνωρίζεται η περιοχή, η κοινωνική θέση της γυναίκας, αν είναι κοπέλα, παντρεμένη ή χήρα. Επιπλέον, οι κεφαλόδεσμοι διακρίνονται σε γιορτινούς και καθημερινούς. Απαρτίζονται δε από την κόμμωση, τα δεσίματα, τις μαντίλες και το στόλισμα

Οι κεφαλόδεσμοι της Κέρκυρας παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις διάφορες περιοχές, αλλά και ανάμεσα στα χωριά της ίδιας περιοχής. Στη Λευκίμμη, οι κοπέλες είχαν τα μαλλιά τους κοτσίδες, τα έδεναν σαν στεφάνι στο κεφάλι τους και επάνω φορούσαν μαντήλι. Στην περιοχή της Μέσης, φορούσαν κλαρωτά κίτρινα ή άσπρα μαντήλια με λουλούδια κόκκινα και φύλλα πράσινα.

img_092
Καθημερινός κεφαλόδεσμος Λευκίμμης. Στη Λευκίμμη, οι γυναίκες είχαν τα μαλλιά τους κοτσίδες, τα έδεναν σαν στεφάνι στο κεφάλι τους και επάνω φορούσαν μαντήλι πηγη

Μέχρι την δεκαετία του 1960, οι χωρικές φορούσαν πάντα μαντήλια και απέφευγαν να βγαίνουν έξω με κεφάλι ακάλυπτο. Οι μαντίλες στην Κέρκυρα ήταν λευκές ή κρεμ. Μόνο οι κοπέλες φορούσαν χρωματιστά μαντήλια.

img_093
Καθημερινοί κεφαλόδεσμοι Γύρου. πηγη

vii. Κοσμήματα

Απαραίτητο συμπλήρωμα της κερκυραϊκής νυφιάτικης και γιορτινής στολής ήταν τα χρυσά στολίδια. Τα κοσμήματα ήταν δώρα του γαμπρού προς τη νύφη και μαρτυρούσαν την οικονομική κατάσταση του ζεύγους.

Τα κοσμήματα της Κέρκυρας έμοιαζαν με αυτά της Λευκάδας και ιδίως μ’ αυτά της Κάτω Ιταλίας. Τα σχέδια ήταν ιταλικά αλλά τα επεξεργάζονταν επιδέξια Κερκυραίοι τεχνίτες.

Οι κοπέλες, από πολύ νεαρή ηλικία, φορούσαν σκουλαρίκια. Όταν γίνονταν νύφες, οι γονείς τους χάριζαν μαζί με τα άλλα και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια.

img_094

Τα κερκυραϊκά σκουλαρίκια είναι πολλών ειδών: τριάπιδα (τρία κρεμαστά από κρίκο σε σχήμα αχλαδιού), βεργέτες (μεγάλα κρεμαστά σκουλαρίκια), μποκολέτες (μακριά με κόκκινη πέτρα), καμπάνες (σε σχήμα καμπάνας), κλωσσαριές (στρογγυλά με μαργαριτάρια), κουμπιά (μπουμπούλια ολοστρόγγυλα), δάκρυα (σταγονοειδή), κρίκοι, τορκίνες, μασουρέτες, κουλούρες, λαουρέτες, λαουράδες κ.ά.

Τα σκουλαρίκια αποτελούσαν ένα μικρό τμήμα του όλου κύκλου των γυναικείων κοσμημάτων. Τα υπόλοιπα κοσμήματα, αλυσίδες, μενταγιόν, σταυροί, καδένες, στηθοβελόνες, βελόνες, καρφίτσες, πόρπες, βραχιόλια, δακτυλίδια κ.ά., δείγματα εξαιρετικής λαϊκής παραδοσιακής τέχνης, συμπλήρωναν τη φιλαρέσκεια της Κερκυραίας.

viii. Υφάσματα

Για την κατασκευή των υφασμάτων, χρησιμοποιούσαν λινάρι και μαλλί. Το λινάρι καλλιεργείτο στη Λευκίμμη και στη Βόρεια Κέρκυρα. Το μαλλί προερχόταν από τα πρόβατα που υπήρχαν στο νησί.

Το λινάρι το γνέθανε και, αφού γινόταν νήμα, στη συνέχεια το δουλεύανε στον αργαλειό. Από αυτό κάνανε τα πουκάμισα αντρών και γυναικών, σεντόνια κ.ά. Το μαλλί των προβάτων, το έπλεναν και το στέγνωναν στον ήλιο. Μετά το κτενίζανε στα λανάρια για να ξεχωρίσουν το μακρύ μαλλί και το υφάδι από το κοντό, τα οποία πηγαίνανε στον αργαλειό για τα υφάσματα, τις κουβέρτες κ.ά.

Χρησιμοποιούσαν, επίσης, υφάσματα βαμβακερά και βελούδινα αγορασμένα από εμπόρους και ναυτικούς.
β. Ανδρική φορεσια

H ανδρική φορεσια απαρτίζεται από φανέλα, πουκάμισο, βράκα, ζωνάρι, γιλέκο και σακάκι, κάλτσες και τσαρούχια και στο κεφάλι φορούσαν φέσι τουνέζικο ή ψάθα. Ήταν η ίδια σε όλο το νησί.

img_046
Χωρικός της Κέρκυρας, 1900-1910. Ταχυδρομικά δελτάριο από το χρωμολιθοτυπογραφείο Ασπιώτη. Αρχείο Δ. Κάντα πηγη

Ο Κερκυραίος φορούσε στο κεφάλι την τρίτσα (ψάθινο καπέλο) και σπανιότερα φέσι. Φορούσε, επίσης, άσπρο βαμβακερό πουκάμισο με πέτα και με μανίκια φουσκωτά που κατέληγαν σε μανσέτες στους καρπούς των χεριών. Το πουκάμισο είχε μια σειρά κουμπιών, αλλά άφηνε μεγάλο μέρος από το στήθος ανοιχτό. Μέσα από το πουκάμισο φορούσε μάλλινη φανέλα, τη μάγια. Από πάνω από το πουκάμισο φορούσε κοντό γιλέκο από μαύρη τσόχα και κεντημένο με σιρίτια σε ασημί απόχρωση. Κούμπωνε στο πάνω μέρος με ασημένια κουμπιά και αλυσίδες, που περνούσαν μέσα από θηλιές. Τη μέση του την κάλυπτε φαρδύ ζωνάρι πολύχρωμο ριγέ από μάλλινο και μεταξωτό ύφασμα. Από κάτω φορούσε πολύπτυχη βράκα από σκούρο γαλάζιο βαμβακερό ή λινό ύφασμα. Στο μπροστινό μέρος, ανάμεσα από τα πόδια κατέληγε σε μύτη. Με τα σκαλτσούνια, κάλτσες βαμβακερές ή μάλλινες, ολοκληρώνεται η ανδρική στολή. Τις κάλτσες τις έδεναν στο γόνατο με κορδόνια ή κορδέλες, όπως οι καλτσοδέτες. Στα πόδια φορούσαν μυτερά τσαρούχια. Το χειμώνα για να μην κρυώνουν φορούσαν σκουρόχρωμο σακάκι από τσόχα, ή κάπα τργομαλλίσια που είχαν υφάνει οι γυναίκες στον αργαλειό. Γενικώς, όμως, οι άρχοντες Κερκυραίοι και οι αστοί μιμήθηκαν στην ενδυμασία τους Ενετούς.

Ενώ ο Κερκυραίος αστός υιοθέτησε, από νωρίς, τον βενετικό τρόπο ένδυσης, οι κάτοικοι της υπαίθρου διατήρησαν το χαρακτηριστικό τοπικό ένδυμα. «Ένα κόκκινο μάλλινο σκούφο, ένα κοντό γιλέκο από τσόχα ή βελούδο βαθύχρωμο συνήθως, γαρνιρισμένο με γουναρικό το χειμώνα, με διπλή σειρά χοντρά ασημόκουμπα, πανταλόνι πολύ φαρδύ ως τη μέση της γάμπας, κόκκινο μάλλινο ή μεταξωτό ζωνάρι, μπαμπακερές κάλτσες και παπούτσια με μεγάλες ασημένιες φούμπιες. Αυτή είναι η κερκυραϊκή φορεσιά. Ο Κερκυραίος αφήνει μακριά μαλλιά. Τα πλέκει, τα ανασηκώνει στη σούρα του σκούφου και τα στερεώνει πλάγια. Έχει πάντοτε μουστάκι κι είναι περήφανος γι’ αυτό. Να του το κόψουν είναι μεγάλη προσβολή. Το μακρύ μαχαίρι που τρυπώνει στο ζωνάρι δεν είναι απλό στολίδι. Κατά την χειμωνιάτικη περίοδο, προσθέτει στη φορεσιά του κι ένα καπότο από χοντρόπανο που τον προστατεύει από τη βροχή»

Οι Κερκυραίοι φορούσαν και ζωνάρι που το έδεναν γύρω από τη μέση. Το ζωνάρι για καθημερινή χρήση ήταν μάλλινο, ενώ το κυριακάτικο ζωνάρι ήταν μεταξωτό από διάφορα χρώματα με λεπτές ρίγες, κυρίως κίτρινες. Τα ζωνάρια ήταν κόκκινα με φούντες ή γαλάζια με γαρύφαλλα.

Το ανδρικό πουκάμισο ήταν λευκό με μακριά και φαρδιά μανίκια που κατέληγαν στους καρπούς όπου και κούμπωναν. Είχε γιακά ή όρθιο κολάρο, όπου και κούμπωνε με άσπρο κουμπί τις καθημερινές και χρυσό στις γιορτινές. Στο μπροστινό μέρος ήταν ανοιχτό ως τη μέση του στήθους και το κάτω μέρος ήταν ενιαίο. Ήταν στολισμένο με πιέτες και δαντελωτά σιρίτια.

Κάτω από το πουκάμισο φορούσαν τη μάγια, μάλλινη φανέλα με μακριά μανίκια. Τις μάγιες τις έπλεκαν στις βελόνες οι γυναίκες. Τα πουκάμισα από λινάρι τα ύφαιναν οι γυναίκες στον αργαλειό.

Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το γιλέκο ή τζιπούνι από μαύρη τσόχα, το οποίο κούμπωνε σταυρωτά με ασημένια κουμπιά, τοποθετημένα σε λοξή γραμμή. Είχε δύο τσέπες και στη μία από αυτές έβαζαν συνήθως το ρολόι με την καδένα. Το γιορτινό γιλέκο ήταν στολισμένο με χρυσό σιρίτι.

Στη Λευκίμμη οι άντρες φορούσαν το χειμώνα σκούρο τσόχινο σακάκι ή κάπα από τράγιο μαλλί που ύφαιναν οι γυναίκες.

Οι κάλτσες, τα σκαλτσούνια, ήταν άσπρες και φθάνανε μέχρι το γόνατο, όπου και τις δένανε με δύο κόκκινες μεταξωτές κορδέλες. Τις κάλτσες τις έπλεκαν οι γυναίκες με πέντε βελόνες. Τα σκαλτσούνια ήταν μάλλινα το χειμώνα, βαμβακερά το καλοκαίρι. Στα πόδια φορούσανε τσαρούχια με μύτες μπροστά.

γ. Φορεσιά Γαρίτσας

img_068
Χωρική από τη Γαρίτσα Κέρκυρας. Λιθογραφία σε χαρτί, έγχρωμη εκτύπωση. 36,8Χ19,2 εκ. Επιγραφές: «ΚΕΡΚΥΡΑ – ΛΥΚΟΥΡΣΙ {ΝΥΝ ΓΑΡΙΤΣΑ}, ΧΩΡΙΚΗ / Corfou – Villageoise De Lykursi (Now Garitsa}». Αγγελική Χατζημιχάλη, Ελληνικαί Εθνικαί Ενδυμασίαι Εκδιδομέναι Επιμελεία Αντωνίου Ε. Μπενάκη, Αθήνα 1948-1954, πιν. 77. Αρ. ευρ. 40862 Συλλογή Μουσείου Μπενάκη. Πίνακας της συλλογής Κοιλαλού, αρ. 401.πηγη

 

Η γυναικεία στολή της Γαρίτσας ήταν ηπειρώτικης προέλευσης και αποτελείτο από άσπρη μακριά υφαντή πουκαμίσα με χρωματιστά κεντήματα γύρω από την τραχηλιά, το σεγκούνι, το οποίο φορούσαν πάνω από το πουκάμισο και το πεσελί. Το σεγκούνι, ήταν μακριά ζακέτα, ανοιχτή μπροστά που έφθανε μέχρι τα γόνατα, χωρίς μανίκια. Ήταν φτιαγμένο από μάλλινο ύφασμα που ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες. Στα πόδια φορούσαν μάλλινες κάλτσες, τα λεγόμενα τσουράπια, που ήταν πλεκτά. Για υποδήματα χρησιμοποιούσαν τσαρούχια με μαύρες φούντες.

Στη μέση τους, οι γυναίκες φορούσαν ποδιά διακοσμημένη με ωραία κεντήματα, ζώνη υφαντή και, στο κεφάλι, περίπλοκο κεφαλόδεσμο. Φορούσαν, επίσης, κόκκινο φέσι που λεγόταν τσουπάρι. Πίσω από το τσουπάρι δένανε με θηλιά μία κόκκινη μεταξωτή μαντίλα. Τα μαλλιά ήταν πλεγμένα σε δύο κοτσίδες. Για να μην πέφτει ο κεφαλόδεσμος τύλιγαν ένα μαύρο μαντήλι σαν ταινία, που δένεται πίσω στον τράχηλο πάνω από το κόκκινο τσουπάρι.

Τα κοσμήματα της γυναίκας της Γαρίτσας ήταν πλούσια και αργυρά. Στο στήθος βάζανε τα διπλά αλυσιδωτά κιουστέκια, που σχημάτιζαν σταυρό. Επίσης φορούσανε αλυσίδες στη μέση και πόρπες στο στήθος.

Οι Ηπειρώτες που ήρθαν στην Κέρκυρα φορούσαν φουστανέλα. Εκτός από τη φουστανέλα, η στολή αποτελείτο από τη λευκή πουκαμίσα που κούμπωνε μπροστά και είχε φαρδιά μανίκια. Κάτω απ’ αυτήν, κατάσαρκα, φορούσαν τη μάλλινη φανέλα, πλεγμένη ή υφαντή. Πάνω από το πουκάμισο βάζανε το γελέκι και από πάνω τη φέρμελη με τα μανίκια. Στα πόδια φορούσαν μακριές άσπρες κάλτσες που τις στερέωναν κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες και τσαρούχια από ακατέργαστο δέρμα βοδιού. Το χειμώνα φορούσαν κάπα από χονδρό γίδινο ύφασμα. Στο κεφάλι φορούσαν φέσι κόκκινο με φούντα, οι δε ηλικιωμένοι μαύρη τόκα.
4. Παραδοσιακή ενδυμασία Παξών

img_074
Γυναικεία ενδυμασία στους Παξούς. Φωτ. Σπ. Μπογδάνου. Η γυναίκα φορούσε μαύρη φούστα: ροκέττο. Από μέσα άσπρο ποκάμισο, με μακρύ μανίκι. Πιο μέσα, σταυρωτό σωκάρδι, την μπαλαμάνα. Είχε μακριά μανίκια, σχιστά μπροστά, με σειρήτια ή κεντήματα χρυσά και χρυσά κουμπιά. Στο κεφάλι φορούσε μαντήλια πολίτικα, πολύτιμα. Παπούτσια: στιβαλέττα (με λάστιχο στα πλάγια, λουστρίνια). Αυτό ήτανε το λούσο. Πληροφορήτρια: Αμαλία Γραμματικού, Λουκάτος, Δημήτριος, Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών, ό.π. πηγη

α. γυναικεία φορεσια

Η γυναίκα στους Παξούς φορούσε στο κεφάλι μια μακριά μαντίλα σκούρου χρώματος από μετάξι, το κρέπι, που ρίχνονταν μπροστά και οι μύτες της έφταναν ως τη μέση. Τη στερέωναν με καρφίτσα στα μαλλιά. Άλλοτε ήταν μεταξωτή με κρόσσια και άλλοτε λινή ή μάλλινη. Οι νέες γυναίκες φορούσαν μαντίλες με λουλούδια. Φορούσε άσπρη πουκαμίσα βαμβακερή ή λινή, ενώ οι πιο εύπορες φορούσαν μεταξωτή. Τα μανίκια της ήταν μακριά και φαρδιά. Από πάνω από την πουκαμίσα φορούσε γιλέκο από μετάξι ή βελούδο ή πεσελί ή κοντογούνι. Άφηνε το μπούστο ανοιχτό. Ήταν κεντητό στα μανίκια από τον αγκώνα και κάτω, στους ώμους και στις δύο πιέτες της πλάτης, με χρυσοκλωστή. Στο μέρος του στήθους οι Παξινές στολίζονταν με πλούσιο κέντημα. Στη μέση φορούσαν ζώνη μεταξωτή ή πάνινη με ασημένια ή χρυσά κουμπιά. Η φούστα, το ρεκέτο ή βέστα, όπως την έλεγαν ήταν μακριά και φαρδιά από μετάξι, σε χρώματα γήινα. Από πάνω έβαζαν άσπρη ποδιά, την μπροστέλα, στολισμένη με δυο κόκκινες ρίγες και δαντέλα. Στα πόδια φορούσαν άσπρες βαμβακερές ή μάλλινες κάλτσες, πλεγμένες με ντόπιο μαλλί με τέσσερις βελόνες και μαύρα υποδήματα, γοντολέτες ή μποτίνια. Το χειμώνα φορούσαν το σκουτί, ταμπάρο ή βελέσι, ένα παλτό με μακρύ μανίκι, στενό στον καρπό και φουσκωτό στον ώμο με κρόσσια στο τελείωμα. Μπροστά είχε πολλά κουμπιά και κεντήματα. Τα εσώρουχα ήταν η μπουστίνα, ένας στηθόδεσμος, συνήθως με ασπροκέντι, το βρακί, μια μακριά κιλότα, η οποία στερεώνονταν με κορδέλες, το μεσοφόρι, ένα λευκό ή μπεζ κομπινεζόν, το κότολο, μια εσωτερική φούστα η οποία έσφιγγε στη μέση με κορδόνι.

Η γυναίκα φορούσε μαύρη φούστα: ροκέττο. Από μέσα άσπρο ποκάμισο, με μακρύ μανίκι. Πιο μέσα, σταυρωτό σωκάρδι (πουκάμισο χωρίς μανίκια), την μπαλαμάνα. Είχε μακριά μανίκια, σχιστά μπροστά, με σιρίτια ή κεντήματα χρυσά και χρυσά κουμπιά.

img_071
πηγη

Στο κεφάλι φορούσε μαντήλια πολίτικα, πολύτιμα. Ύστερα ήρθε το κρέπι (μεταξωτό) σε διάφορα χρώματα –όχι άσπρο ή μαύρο– βαλμένο στο κεφάλι με τρόπο, να πέφτει με χάρη, με ουρά πίσω. Είχε και κρόσσια. Και βάνανε το κρέπι αλαφάτσα, σε συνδυασμό με τα μαλλιά (δένεται στο κεφάλι με σφίγγλες). Στα μαλλιά βάνανε από πάνω ένα ρολό (από μέσα), σηκώνανε τα μαλλιά σα στεφάνι, κι από πάνω τσιμπούσανε το μαντήλι πάνω στο ρολό. Οι γριές κάνανε τα μαλλιά τους μέρζες: στεφάνι πλεξίδες μπροστά. Κι απάνου τους τσιμπούσανε το μαντήλι. Τα μισοφόρια ήτανε πέντε, για να φουσκώνουν τα γοφά, να φαίνεται τέλεια γυναίκα, ζωηρή. Φορούσαν μποκολέτες ή σκουλαρίκια στ’ αυτιά.

Παπούτσια: στιβαλέττα (με λάστιχο στα πλάγια, λουστρίνια). Αυτό ήτανε το λούσο. Επίσης, γοντολέτες ή μποτίνια που έκλειναν με κουμπιά. Στη δουλειά, ξυπόλητες

Η γυναικεία ενδυμασια των Παξών ήταν επηρεασμένη από την Πάργα.

β. ανδρική ενδυμασια

Οι άνδρες φορούσαν φέσι κόκκινο, καμιζέττο, πουκάμισο με πλατιά μανίκια, χωρίς γιακά. Καμιζέττο του λαιμού χωρίς πλάτη και μανίκια που κούμπωνε στο λαιμό. Μαντήλι του λαιμού συνήθως άσπρο ή κόκκινο. Έβαζαν βράκα μπλε που σκέπαζε το γόνατο και στη μέση την έδεναν με πλατύ μάλλινο ζωνάρι. Γιλέκο που ήταν ανοικτό πάνω και που κούμπωνε κάτω. Ζωνάρι της μέσης κόκκινο ή γαλάζιο, κάλτσες άσπρες μέχρι το γόνατο, τις οποίες έδεναν με κορδέλα. Φορούσαν πασουμάκια ή τσαρούχια μαύρα, χωρίς κορδόνι και το χειμώνα χοντροπάπουτσα από δέρμα, χωρίς κορδόνια, γλώσσες ή χωρίς, οι λεγόμενες μούλες.

«Μέρη της ανδρικής φορεσιάς: σέλα γαλάζια (λινό κ.λπ.), κάλτσες άσπρες (σκαλτσούνια) και τσαρούχια από την Αλβανία. Από πάνω φορούσαν πουκάμισο γαλάζιο ή άσπρο, σταυρωτόν γκελέ από μαύρο ύφασμα (γελέκο) από κάτω σακάκι (σαλαμπάρκα= κοντό σακκάκι με μακρύ μανίκι, κεντήματα χρυσά και κουμπιά χρυσά. Τη φορούσανε σε γιορτές). Κουμπιά. Στο κεφάλι φορούσαν σκουφί άσπρο, με φούντα μαύρη, αλλά το καλοκαίρι και ψάθα (του κάμπου). Οι άνδρες εγκατέλειψαν πολύ ενωρίς την παραδοσιακή τοπική φορεσιά και φόρεσαν τα φράγκικα του συρμού», Πληροφορήτρια: Αμαλία Γραμματικού.

5. Παραδοσιακή ενδυμασία Διαποντίων Νησιών

Οι φορεσιές των Διαποντίων νήσων είναι διαφορετικές από αυτές της Κέρκυρας, αφού τα νησιά αυτά οικίστηκαν από τα αρχαία χρόνια από Ηπειρώτες και στα νεότερα από κατοίκους των Παξών. Η παραδοσιακή φορεσιά είναι ωραία, σε χρώματα του άσπρου πουκαμίσου, μαύρου και κόκκινου πέπλου, μαντίλι κεφαλής, που πέφτει με διαφορετικά μήκη δεξιά στον ώμο κι αριστερά στον αγκώνα. Χαρακτηρίζεται από τη πικέ σάρτσα, ένα εξωτερικό φόρεμα από μαλλί προβατίνας. Μέσα από τη σάρτσα, φορούσαν τον κόντολο, μια εσωτερική λευκή φούστα. Από πάνω το τσιπούνι και τη γιακέτα ή σιγκούνι. Οι άσπρες κάλτσες δίνουν πολλή γραφικότητα και χάρη στο βάδισμα. Η νυφική φορεσιά είναι ιδιότυπη και πλουσιότατη σε διακόσμηση, σχεδόν κοινή με τους Οθωνούς και το Μαθράκι, αλλά διαφορετική της κερκυραϊκής.

Ο Δημήτριος Σ. Λουκάτος αναφέρει ότι οι γυναίκες της Ερείκουσας φορούσανε μαντήλι στο κεφάλι αλαφάτσα μαύρο, καφένιο ή χρωματιστό, πουκάμισο άσπρο, φουστάνι μαύρο, καφέ ή μπλε και άσπρες κάλτσες.

img_050
Νυφικά φορεσιά από την Ερείκουσα. Η νυφική φορεσιά είναι ιδιότυπη και πλουσιότατη σε διακόσμηση, σχεδόν κοινή με τους Οθωνούς και το Μαθράκι, αλλά διαφορετική της κερκυραϊκής. Οι γυναίκες της Ερείκουσας φορούσανε μαντήλι στο κεφάλι αλαφάτσα μαύρο, καφένιο ή χρωματιστό, πουκάμισο άσπρο, φουστάνι μαύρο, καφέ ή μπλε και άσπρες κάλτσες. Δημήτριος Λουκάτος Λαογραφική αποστολή εις τας νήσους Οθωνούς, Ερείκουσα και Μαθράκι. πηγη

Επίσης αναφέρει: «Εις παλαιότερους χρόνους (μέχρι το 1915), οι άνδρες έφερον βράκαν, άσπρες κάλτσες και τσαρούχια, άσπρο πουκάμισο, γελέκι σταυρωτό και φέσι κόκκινο με φούντες. Αι γυναίκες έφερον επίσης τσιπούνι και γιακέττα ή σιγκούνι, κότολο (εσωτερική φούστα) και σάλτσα (εξωτερική φούστα). Ιδιότυπος και πλουσιοτάτη εις διακόσμησιν ήτο η νυφική αμφίεσις της Ερεικουσιώτισσας, κοινή σχεδόν εις Οθωνούς και Μαθράκι και αρκετά διάφορος της Κερκυραϊκής. Περιελάμβανε μέρζες και φούντες εις το κεφάλι, πεσελί χρυσοκεντημένο, ποδιά μεταξωτή κ. ά. Πρόκειται πιθανότατα περί συνδιασμού Παξιακών, Κερκυραϊκών και Ηπειρωτικών στοιχείων».

Για το Μαθράκι τονίζει: «Η τοπική ενδυμασία διατηρείται ελάχιστα μεταξύ των γυναικών, ιδία εκείνων της Κάτω Πάντας. Κατά της αναμνήσεις των παλαιοτέρων, οι άνδρες έφερον σέλλα ή πλατοβράκι (βράκα), γελέκο και σκαλτσούνια άσπρα, πάντοτε δε έφερον τρίτσαν (ψάθινον πίλον) κατά Κερκυραϊκήν επίδρασιν. Των γυναικών η ενδυμασία ήτο ομοία προς της Ερεικούσης».
Επιλογή Βιβλιογραφίας

Βεντούρα Νίκου Σπ., Κορφιάτικος Γάμος, εκδ. Νίκος Χειμαριός, Κέρκυρα 1987.
Βρέλη-Ζάχου Μαρίνα, «Ένδυμα και διαφήμιση στη Ζάκυνθο κατά το χρονικό διάστημα 1877-1911», Δωδώνη, 15, τεύχ. 1 (1986), σσ. 143-168.
Βρέλη-Ζάχου Μ., «Επτανησιακά χειρόγραφα Λαογραφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Συλλογή φοιτητών, 1964-1992. Οι ενδυματολογικές ειδήσεις από την Κέρκυρα», Δωδώνη, 27, τεύχ. 1 (1998), σσ. 163-208 (+20 φωτογραφίες).
Βρέλη-Ζάχου Μαρίνα, Η ενδυμασία στη Ζάκυνθο μετά την ένωση (1864-1910). Συμβολή στη μελέτη της ιστορικότητας και της κοινωνιολογίας του ενδύματος, εκδ. Ίδρυμα Αγγελικής Χατζημιχάλη, Αθήνα 2002.
Γιανναρά-Ιωάννου Τατιάνα, Ελληνικές κλώστινες συνθέσεις – Δαντέλες, Εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1986.
Δεληβορριάς Άγγελος, Ελληνικά Παραδοσιακά κοσμήματα, Μουσείο Μπενάκη, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1979.
Ζώρα Πόπη, Κεντήματα και κοσμήματα της ελληνικής φορεσιάς, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα 1981, β΄ έκδοση.
Θεοτόκη Ελισάβετ-Λουλού, Ενδυμασίες Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων νήσων, έκδ. Δήμου Κερκυραίων, Αθήνα 1994.
Θεοτόκη Ελισάβετ-Λουλού, Οι Κερκυραϊκές ενδυμασίες της πόλης: από τον 15ο μέχρι και τον 19ο αιώνα, εκδ. Έψιλον, Κέρκυρα 1998.
Κατσαρού Σπύρου, Σύντομη Ιστορία της Κέρκυρας, εκδ. Innovation, Κέρκυρα 1992, 4η έκδοση.
Κλήμης Οδυσσέας-Κάρολος, Δρώμενα και έθιμα του Κερκυραϊκού λαού, Γραφικές Τέχνες Νίκος Χειμαριός, Κέρκυρα 1987, β΄ έκδοση.
Κοντομίχης Πανταζής, Η λευκαδίτικη λαϊκή φορεσιά. Από τον 17ο αιώνα ως τα μέσα του 20ου, έκδοση Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ., Αθήνα 1989.
Κυριακίδου-Νέστορος Άλκη, Λαογραφικά μελετήματα, εκδ. Ολκός, Αθήνα 1975.
Κορρέ Κατερίνας, 1977-1978. «Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος», ανάτυπο από τα τεύχη 1203 και εξής της Νέας Εστίας.
Λεκάκης Γ., Αρχαία ιστορία και τοπωνύμια των Παξών, εκδ. Δήμου Παξών, 2005.
Του ιδίου, Παξοί, τα νησιά του ερωτικού πάθους του Ποσειδώνα, εκδ. Αέροπος, 2005.
Του ιδίου, Διαπόντιοι Νήσοι: Οθωνοί, Ερείκουσα, Μαθράκι, εκδ. Αέροπος, 2006.
Λουκάτος Δημήτριος Σ., Εισαγωγή στην ελληνική λαογραφία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1978 β΄ έκδοση.
Λουκάτος Δημήτριος Σ., Λαογραφική αποστολή εις τας νήσους Οθωνούς, Ερείκουσα και Μαθράκι του Νομού Κερκύρας, Ακαδημία Αθηνών, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, τόμος ΙΓ-ΙΔ, έτη 1960-1961, Αθήνα.
Λουκάτος, Δημήτριος, Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών (Καταγραφή 1957), Χορηγία του «Κοινωφελούς Ιδρύματος Παξών» (επιμ. Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Αθήνα 2002, σσ. 49-54.
Μπουνιάς Ιωάννης, Κερκυραϊκά, Ιστορία – Λαογραφία, τόμος Β, Κέρκυρα 1959.
Μωραΐτης Μενέλαος, Ήθη, έθιμα και παραδόσεις της Βόρειας Ορεινής Κέρκυρας, εκδ. Γραφικές Τέχνες Σ. Κοντοσώρος – Γ. Τόμπρος, Κέρκυρα 1993.
Πάγκαλης Γιώργος Αλεξ., Κέρκυρα. Ιστορία και Μύθος, Άνω Παυλιάνα, Λαογραφία και Παράδοση, Αθήνα 1991.
Πανδής Ν. Μπάμπης, Κέρκυρα το Βαϊλάτο του Αλεύχιμου και το Πεντάχωρο- Ιστορία, Ενθυμήματα, Εκδ. κ. Ντούσγος και Σια Ο.Ε.
Ράφτης Άλκης, Ο κόσμος του ελληνικού χωριού, Αθήνα 1985.
Σαλβάνος Γεράσιμος, Γαμήλια έθιμα Αργυράδων Λευκίμμης, ανατύπωση στον 1ο τόμο της Λαογραφίας, Θεσσαλονίκη 1931.
Σιμόπουλος Κυριάκος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ.Χ.- 1821 μ.Χ., τόμοι Α, Β, Γ1, Γ2, Αθήναι 1974- 1975.
Σταμέλος Δημήτριος, Νεοελληνική Λαϊκή Τέχνη, Αλκαίος, Αθήνα 1975.
Χατζημιχάλη Αγγελική, Ελληνική Γυναικεία Φορεσιά, εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, Αθήνα 1977.
Χατζημιχάλη Αγγελική, Ελληνικαί εθνικαί ενδυμασίαι. Πίνακες Νικ. Σπέρλιγκ, τόμ. 1, Αθήναι 1948, και τομ. 2, έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήναι 1954.
Χιώτης Π., Ιστορικά απομνημονεύματα Επτανήσου, Ζάκυνθος 1888.
Χυτήρης Γεράσιμος, Τα λαογραφικά της Κέρκυρας, Δημοσιεύματα Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1988.

Δείτε εδώ και την ανάρτηση μας με τα παραδοσιακά κερκυραϊκά κοσμήματα

Advertisements

Τα κοσμήματα της Κερκυραϊκής φορεσιάς

Οι παραδοσιακές φορεσιές είναι υπέροχες το γνωρίζουμε όλοι. Όμως όταν η ενδυμασία συμπληρώνεται με το απαραίτητο κόσμημα τότε πλέον οι φορεσιές γίνονται απλά εντυπωσιακές. Για σήμερα η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στα κοσμήματα που στολίζουν τις Κερκυραϊκές φορεσιές. Τα κοσμήματα ήταν δώρα του γαμπρού προς τη νύφη και μαρτυρούσαν την οικονομική κατάσταση του ζεύγους.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Καδένες

Τα κοσμήματα της Κέρκυρας έμοιαζαν με αυτά της Λευκάδας και ιδίως μ’ αυτά της Κάτω Ιταλίας. Προτιμούνταν μακριές χρυσές καδένες που τις στερέωναν πάνω στο στήθος με καρφίτσες, απο τις οποίες κρεμόντουσαν μενταγιόν. Τα σχέδια ήταν ιταλικά αλλά τα επεξεργάζονταν επιδέξια Κερκυραίοι τεχνίτες.

img_229
καδένα με μενταγιόν και πετράδια πηγή

Σκουλαρίκια

Τα κερκυραϊκά σκουλαρίκια είναι πολλών ειδών: τριάπιδα (τρία κρεμαστά από κρίκο σε σχήμα αχλαδιού), βεργέτες (μεγάλα κρεμαστά σκουλαρίκια), μποκολέτες (μακριά με κόκκινη πέτρα), καμπάνες (σε σχήμα καμπάνας), κλωσσαριές (στρογγυλά με μαργαριτάρια), κουμπιά (μπουμπούλια ολοστρόγγυλα), δάκρυα (σταγονοειδή), κρίκοι, τορκίνες, μασουρέτες, κουλούρες, λαουρέτες, λαουράδες κ.ά

b003904ecfefd84ca0b8dd0741522c4a

Οι κοπέλες, από πολύ νεαρή ηλικία, φορούσαν σκουλαρίκια. Όταν γίνονταν νύφες, οι γονείς τους χάριζαν μαζί με τα άλλα και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια.

img_230
φαναρωτά σκουλαρίκια (συλλογή Κ. Μαρόλλα) πηγή

 

Τα «τριάπιδα» είναι χρυσά συρματερά σκουλαρίκια της γυναικείας ενδυμασίας της Κέρκυρας. Το κόσμημα αποτελείται από μικρό δισκοειδή ρόδακα από χρυσό έλασμα με συρματερή διακόσμηση από όπου κρέμεται άνθινο συρματερό στοιχείο με κόκκινη πέτρα στο μέσον και τρία αχλαδόσχημα κεμμασίδια, ‘τα απίδια’. Το κόσμημα μοιάζει πολύ με τις μπόκολες της Λευκάδας και χαρακτηρίζονται από τη λεπτή συρματερή τεχνική τους που δίνει στο κόσμημα την αίσθηση της δαντέλας. (πηγή)

fa43ad61cc0da8092736fbaff952810f

corfu6

τριάπιδα κέρκυρας μελτ
«τριάπιδα» από το ΜΕΛΤ

Επιστήθιος σταυρός

78ccc7a80c285045717f1b553df17ebb

aee59fc72e917fcda0cb0e6539c4987d
Παρόμοιος με αυτόν που φορούσαν στην Πάτμο ο επιστήθιος αυτός σταυρός ανήκει στα κοσμήματα της Κέρκυρας (19ου αιω- Μ. Μπενακη)

Στηθοβελόνες

Πολλών ειδών και σχεδίων κοσμούν το στήθος της γυναίκας

8928ed8a71a768062daf48bed9a16ecd

3eadf71886b123a0c6005c8c3908a601
στηθοβελόνες «χελώνες» σε διάφορα μεγέθη και καρφίτσα ρόδακας δυτικού τύπου πηγη
img_228
Συλλογή Ελισάβετ – Λουλού Θεοτόκη πηγή

Τέλος ακόμη και τα κουμπιά των φορεσιών ήταν ασημένια με έκτυπα σχέδια

img_231
ασημένια κουμπιά πηγή 

Την αμφίεση συμπλήρωναν βελόνες, καρφίτσες, πόρπες, βραχιόλια, δακτυλίδια κ.ά., δείγματα εξαιρετικής λαϊκής παραδοσιακής τέχνης.

Αν σας αρέσουν τα παραδοσιακά ελληνικά κοσμήματα μπορείτε να θαυμάσετε σύγχρονα αντίγραφα των κοσμημάτων των ελληνικών νησιών πατώντας ακριβώς εδώ 

Η χιώτικη «σκούφια η στρουγγάτη»: ένας παλαιότατος κεφαλόδεσμος

Πριν από λίγες ημέρες, ένας Χιώτης φίλος ανακάλυψε και μας έστειλε φωτογραφίες από μια ιδιαίτερη παλαιότατη σκούφια από τον κεφαλόδεσμο της χιώτικης φορεσιάς της Καλαμωτής. Η σκούφια αυτή μας κίνησε το ενδιαφέρον λόγω του ημικυκλικού σχήματός της και του ιδιαίτερου ραψίματός της και έτσι θεωρήσαμε ενδιαφέρον να σας την παρουσιάσουμε. Το κεφαλοκάλυμμα αυτό στη μορφή αυτή είναι πολύ παλιό, πιθανόν του 19ου αιώνα.

15175446_1642285702738916_1888820511_n
παλαιότατη σκούφια στρουγγάτη, ιδιωτική συλλογή
15218349_1642326326068187_184975745_n
παλαιότατη σκούφια στρουγγάτη, ιδιωτική συλλογή
15151456_1642285726072247_741508902_n
παλαιότατη σκούφια στρουγγάτη, ιδιωτική συλλογή
15151479_1642142876086532_1614384592_n
παλαιότατη σκούφια στρουγγάτη, ιδιωτική συλλογή

Η σκούφια η στρουγγάτη η οποία ήταν αρκετά δύσκολο στο να ραφτεί, για το λόγο αυτό φαίνεται οτι αντικαταστάθηκε στην πορεία με σκούφια στην οποία εφαρμοζόταν εσωτερικό στρουγκί (όπως μας γράφει ο Philip Argenti στο The Costumes of Chios. Their Development from the XVth to the XXth Century, Λονδίνο, B.T. Batsford [1953].)

d6e62df36560e6624f17bc57b83f4790

Το εξάρτημα αυτό φοριόταν με τη φορεσιά της Καλαμωτής και καλύπτεται από τα τέσσερα τσεμπέρια, (βαμβακερά μαντήλια), και την «παπαζίνα» (αραχνοΰφαντο βαμβακερό μαντήλι).

 

 

imagegen
φορεσιά Καλαμωτής απο το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο αρ.6858
1192478294_110_nor_4603a
Νυφική ενδυμασία Καλαμωτής Χίου από τη συλλογή του ΜΕΛΤ

Ο ιδιόμορφος αυτός κεφαλόδεσμος είναι εμφανής και σε γκραβούρες αλλά και ζωγραφικές απεικονίσεις και φωτογραφίες της φορεσιάς

timthumb

timthumb-1

73ecbb8452d223a8417d2ea68475b32e
Γυναίκα από την Καλαμωτή συλλογή ΠΛΙ

Μπορείτε να δείτε πώς δενόταν ο ιδιόμορφος αυτός κεφαλόδεσμος σε αυτό το βίντεο από το Λύκειο Ελληνίδων Πατρών. Στο βίντεο αντί για»στρουγγάτη σκούφια» υπάρχει  σκούφια με στρουγκί και μπορείτε να δείτε τη διαφορά που έχει μια καινουργοφτιαγμένη σκούφια από την αυθεντική παλιά, συγκρίνοντας με τις φωτογραφίες που παρατίθενται παραπάνω.

Είναι ακόμη πολύ ενδιαφέρον το γεγονός οτι η παλαιότατη αυτή βάση του χιώτικου κεφαλόδεσμου παραπέμπει οπτικά στο αρχαιοελληνικό κράνος τύπου «πίλου».

553507342
Λακεδαιμόνιος αξιωματικός με ανοιχτό κράνος τύπου πίλου με το ανεστραμμένο λοφίο των Δωριέων βαθμοφόρων

πηγές http://eng.travelogues.gr/    http://www.nhmuseum.gr/   ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Αν σας άρεσε αυτό το άρθρο χαρίστε μας το Like σας και κοινοποιήστε το!

Οι φορεσιές της Τήνου στις αρχές του 19ου αιώνα-Tinos costumes in early 19th century

Από τη σελίδα του Facebook Τήνος Φωτογραφίες Tinos Island Photos Cyclades αντλούμε σήμερα πληροφορίες για τη φορεσιά της Τήνου των αρχών του 19ου αιώνα με τη βοήθεια της περιγραφής της Στυλιανής Γάφου η οποία έγινε γύρω στα 1800 και καταγράφηκε από την Άννα Σερούιου, στο έργο Οικογενειακόν Ημερολόγιον, (Ερμούπολις 1902, σ. 125-127) και μας δίνει μια εικόνα της ζωής στην Τήνο εκείνη τη χρονική περίοδο. Η απόδοση στη νεοελληνική έχει γίνει από τον π. Μάρκο Φώσκολο.

Η ενδυμασία των Τηνιακών, γύρω στο έτος 1800, ήταν η ακόλουθη:

Σκούφος μάλλινος κόκκινος (φέσι) με θύσανο (φούντα) μπλε κάλυπτε την κεφαλή και σκέπαζε εντελώς τα μαλλιά τους.Φορούσαν περιλαίμιο (κολάρο) κεντημένο με κόκκινη κλωστή, που το περιέστρεφαν σαν σχοινί και οι δυο άκρες του κατέληγαν σε χρυσά κρόσια. Ο λαιμοδέτης (γραβάτα) ήταν κουμπωμένος πολύ χαλαρά και κατέβαινε πάνω στο στήθος. Το γιλέκο τους ήταν βελούδινο και από πάνω φορούσαν σακάκι μάλλινο με μακριά μανίκια, που το έλεγαν «δολαμά» και τον έσφιγγαν στη μέση τους με ένα σάλι κόκκινο ή κίτρινο. Η βράκα τους ήταν φαρδιά και περιείχε δυο ή τρεις πήχεις μάλλινο και κατέβαινε μέχρι τα γόνατά τους και ονομαζόταν «σαλβάρι».

Η χρήση κόκκινου φεσιού ήταν αποκλειστική μόνο στην Τήνο και σε κάποια γειτονικά νησιά. Φαίνεται πως προήλθε από κάποιο προνόμιο, όταν αυτά τα νησιά παραδόθηκαν στους Τούρκους, διότι κανένας Έλληνας δεν τολμούσε να παρουσιαστεί μπροστά σε Τούρκο με ένα τέτοιο κάλυμμα κεφαλής.

Το παντελόνι τους ήταν από λευκό βαμβάκι ή από ποικιλόχρυσο μετάξι. Τα υποδήματά τους ήταν μαύρα, ραμμένα γύρω-γύρω με κόκκινο μαροκινό δέρμα και συνδέονταν μεταξύ τους τα δυο μέρη με ασημένιες πόρπες. Φορούσαν και χιτώνα από λευκό ή μεταξένιο ύφασμα, κομμένο σύμφωνα με το ευρωπαϊκό τρόπο.

Ξύριζαν τα γένια τους, αλλά διατηρούσαν το μουστάκι. Πολύ λίγοι, όσοι θεωρούσαν τους εαυτούς των απόγονους της παλαιάς αριστοκρατικής τάξης του νησιού, φορούσαν ρούχα ευρωπαϊκού τύπου.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ Jean Baptiste Vanmour 1737

Η ενδυμασία των γυναικών ήταν δυο ειδών: η ενδυμασία των νεαρών, και η ενδυμασία των παντρεμένων.

Τα κορίτσια του νησιού ντύνονταν όπως εκείνα της Κωνσταντινούπολης. Φορούσαν φόρεμα το οποίο ονόμαζαν «βλάχικο» επειδή καταγόταν από τη Βλαχία. Αυτό το φόρεμα είχε μακριά μανίκια και κούμπωνε στο στήθος. Την έσφιγγαν πίσω με κορδόνια, ενώ, συνήθως, εμπρός είχε μπαλένες, όπως και οι στηθόδεσμοι του Παρισιού. Στο κεφάλι τους φορούσαν το «τομπουρνούς», δηλαδή μικρό λευκό φέσι, που το τύλιγαν εξωτερικά και κυλινδρικά με ένα μαντήλι. Τα μαλλιά τους ήταν πλεγμένα σε πολλές κοτσίδες (πλεξίδες), απ’ τις οποίες μερικές περικύκλωναν αυτόν τον κεφαλόδεσμο, ενώ άλλες κρέμονταν σε όλο τους το μήκος. Τα μαλλιά των κροτάφων ήταν κομμένα πολύ κοντά και κατέβαιναν και από τις δυο πλευρές μέχρι το ύψος των ώμων.

Γυναίκα αστικής καταγωγής από την Τήνο με τις κόρες της. Η ενδυμασία της Τήνου – Tinos Traditional Costume Voyage pittoresque de la Grece ( 1782 ) Marie Gabriel Florent Auguste de Choiseul-Gouffier

Οι γυναίκες, τόσο οι αστές όσο και εκείνες ευγενικής καταγωγής, φορούσαν μεσοφόρι που έφτανε μέχρι τις φτέρνες και γιλέκο (μπούστο) που κατέληγε στη ζώνη, την οποία έκλειναν μπροστά κουμπιά ασημένια. Πάνω στο στήθος έφεραν ένα είδος χοντρού επενδύτη, από υλικό στερεό και όχι ευλύγιστο, που τον ονόμαζαν «πεττορίνη» (στηθοέρεισμα, σουτιέν). Αυτός ο επενδύτης, που ήταν τριγωνικός, είχε μήκος οκτώ δακτύλων, έξι πλάτος και μισό πάχος και σταθεροποιούταν στα κουμπιά του γιλέκου με κορδόνια, τα οποία έσφιγγαν δυνατά πάνω στο στήθος. Πάνω από την πεττορίνη κάλυπταν τα στήθη τους με ένα μαντήλι. Έζωναν τη μέση τους με μια πλατιά ποικιλόχρωμη ταινία, την οποία έσφιγγαν πολύ και ενώνονταν οι δυο άκρες μπροστά με μια πόρπη. Αντί γι’ αυτή την ταινία, κάποιες γυναίκες μεταχειρίζονταν ένα σάλι, διπλωμένο τριγωνικά, του οποίου η μεσαία γωνία κατέβαινε προς την πλευρά του ενός ισχύου (γοφού), συνήθως το αριστερό.

Η ενδυμασία της Τήνου Tinos Traditional Costume

Τα σανδάλια, που ήταν ποικιλόχρωμα, είχαν υψηλό πέλμα. Τύλιγαν την κεφαλή τους με κόκκινο ή μωβ βελούδο, μήκους ενός πήχη και πλάτος μεγαλύτερο ενός ποδιού. Αυτό το είδος κεφαλοδέσμου ονομαζόταν «μαχραμάς», είχε κυλινδρικό σχήμα και το έδεαν στο μέτωπο με ποικιλόχρωμο μαντήλι. Πάνω από αυτόν τον κεφαλόδεσμο έριχναν μια καλύπτρα, την «μπόλια», μεταξωτή ή κίτρινη, της οποία η μια άκρη έπεφτε πάνω στο στήθος, ενώ το άλλο πάνω στον ώμο. Οι γυναίκες της κατώτερης τάξης αντί το κόκκινο μεταξωτό βελούδο μεταχειρίζονταν κίτρινο βαμβακερό βελούδο. Τα μαλλιά τους τα σκέπαζαν.

Οι γυναίκες των χωριών ντύνονταν με πολλή απλότητα, αλλά με πολλή χάρη. Φορούσαν φορέματα από χοντρό ύφασμα, κατασκευασμένα όπως τα γαλλικά, αλλά λιγότερο στολισμένα, χωρίς ποδόγυρο από πτυχές.

Υπηρέτριες από την Τήνο. Servantes de l’ile de Tine 1782 Voyage pittoresque de la Grece ( 1782 ) Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη

Όταν έβγαιναν από τα σπίτια τους για επίσκεψη, έφεραν πάντα ένα μανδύα με μανίκια, του οποίου το χρώμα και η ποιότητα εξαρτιόταν από την εποχή και την περιουσία τους. Οι περισσότερες φορούσαν σκουλαρίκια και μακριά βραχιόλια, χρυσά ή μαργαριτοφόρα, δαχτυλίδια με πολύτιμες πέτρες, χρυσά ή μαργαριτοφόρα περιδέραια, απ’ τα οποία κρεμούσαν φλουριά (δουκάτα) ή χρυσά μετάλλια. Ποτέ δε χρησιμοποίησαν το ασήμι στα στολίδια τους, παρά μόνο για τα κουμπιά των γιλέκων και ορισμένες φορές, για τις πόρπες των ζωστήρων τους.

Μπορείτε να δείτε περισσότερες γκραβούρες από τις φορεσιές της Τήνου και των υπόλοιπων Αιγαιοπελαγίτικων Νησιών στη συλλογή Traditional Dress of Greece πατώντας εδώ 

If you liked this article please like and share! Αν σας άρεσε το άρθρο κάντε like και share!

Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ – MALE AND FEMALE GREEK TRADITIONAL DRESSES OF LESVOS


ΑΝΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ


Χαρακτηριστικό συστατικό στοιχείο της αντρικής παραδοσιακής φορεσιάς στη Λέσβο είναι η βράκα. Είναι κατασκευασμένη από χοντρό ή λεπτό υφαντό ύφασμα ανάλογα με τη χρήση (καθημερινή ή εορταστική) και με την εποχή (χειμώνας, καλοκαίρι). Η βράκα – πάντα μαύρου χρώματος – έχει άνοιγμα περίπου 2 μέτρα και στερεώνεται στη μέση με τη βρακοζώνη, που είναι ένα κορδόνι πλεγμένο στο χέρι. Ένα μαύρο υφαντό ζωνάρι μήκους από 3-5 μέτρα και πλάτους περίπου μισού μέτρου συγκρατεί τη βράκα. Η ανδρική ενδυμασία συμπληρώνεται με λευκό πουκάμισο, μαύρο γιλέκο, σταυρωτό με λοξό κούμπωμα, σκούρες κάλτσες, μάλλινες ή λινές, μαύρη κατσούλα στο κεφάλι και μαύρα υποδήματα. Τα παπούτσια χαρακτηρίζονται ως παντόφλες με σηκωμένη τη μύτη και είναι ιδιαίτερα βαριά. Αγαπημένο αξεσουάρ των ανδρών από τη Λέσβο είναι μέχρι και σήμερα το κομπολόι. Χορεύουν συχνά κρατώντας το, ενώ όταν δεν το κρατούν, είτε το περνούν στον καρπό, είτε το κρεμούν στο ζωνάρι.

 

Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ


Από ιστορικές μαρτυρίες  και προικοσύμφωνα, τη βάση της γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς, πριν τον 18ο αιώνα,  αποτελούσε το «φουστάνι». Το φουστάνι είναι μακριά ίσια φούστα που εφαρμόζει στη μέση ή ανεβαίνει υψηλότερα και πιθανόν στηρίζεται στους ώμους με τιράντες ή φέρει προσραμμένο μικρό χωρίς μανίκια μπούστο, με μεγάλο άνοιγμα στο στήθος, το οποίο καλύπτεται από το «στηθόπανο». Το είδος της ενδυμασίας αυτής συμπληρωνόταν από το πουκάμισο λευκό κεντημένο ή διακοσμημένο με δαντέλλα στο άνοιγμα του λαιμού και κάτω στο μανίκι. Έμπαινε μέσα στη φούστα και συχνά συνοδευόταν από ζωνάρι, που τύλιγε τη μέση και άφηνε μπροστά να κρέμονται οι δύο κεντημένες άκρες. Σαν συμπλήρωμα έφερε το γιλέκι που φοριόταν όπως το «καμιτζόρι». Το «αντερί» ήταν εξωτερικό είδος φορέματος, το καλοκαίρι φοριόταν με φουστάνι ανοιχτό προς τα εμπρός ενώ το χειμώνα ήταν ο επενδύτης που ποίκιλε σε μάκρος. Το μαντήλι «ποσί» ήταν σαν είδος καλύπτρας, σαν μεταξωτή εσάρπα ή είδος μπόλιας. Τα «προμάνικα»  ήταν πρόσθετα μανίκια ή τμήμα μανικιών, κατάλοιπο πιθανώς της Βυζαντινής παράδοσης.


     

Το σαλβάρι είναι το πιο χαρακτηριστικό ένδυμα της λεσβιακής γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς. Λέγεται και «βράκα» ή «βρακί» και αποτελεί το  κύριο στοιχείο στη καθημερινή και γιορτινή φορεσιά της «βρακούσας», όπως λέγεται η γυναίκα που το φορεί, από την προεφηβική ηλικία μέχρι το τέλος της ζωής της.
Το σαλβάρι διατηρήθηκε ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, αλλά δεν είναι γνωστό πότε πρωτοεμφανίστηκε. Φαίνεται ότι σχετίζεται με την Ανατολή, στα νησιά του Μαρμαρά και σ’ όλη τη βορειοδυτική Μικρά Ασία, η παλιά ενδυμασία των γυναικών ήταν το σαλβάρι, τα βρακιά, όπως λέγονταν, με μικρές παραλλαγές που έδιναν το γνώρισμα της κάθε περιοχής.

 

Γενικά στο νησί επικρατούσαν δύο τύποι σαλβαριού το «ίσιο» και το «σκαλωτό».Τα πλωμαρίτικα βρακιά είχαν τη προσθήκη της «κλαπάτσας». Έτσι ονομάζονταν τα δύο ξέχωρα τμήματα του βρακιού, που ράβονταν στα πλάγια του στο κάτω μέρους και σχημάτιζαν τα δύο καλαμοβράκια. Χαρακτηριστικό του είναι ο αυξημένος όγκος της βράκας με δύο, τρία ή και περισσότερα βρακιά, όμοια ή μικρότερα σε  μέγεθος από το εξωτερικό. «Η θειά μ’ η Αμιρσούδα τρία βρατσά φορεί, ώσπου να βγάλει το’ να τ’ άλλα τα κατουρεί». Η συμμετρική τακτοποίηση των πτυχών της βράκας γινόταν με σχολαστική ακρίβεια, φιλαρέσκεια απαραίτητη για το αρμονικό ζυγισμά της. Τα πρόσθετα βρακιά, που αύξαιναν τον όγκο της έδιναν πλαστικότητα στη φόρμα της και χάρη στο περπάτημα με την κυματιστή κίνηση βάρκας.

 

Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν τα μάλλινα και μεταξωτά για τα γιορτινά σαλβάρια και το υφαντό, με ζεστά ζωηρά χρώματα και ποικίλες συνθέσεις, του σπιτικού αργαλειού για τα καθημερινά.
Το σαλβάρι συμπληρωνόταν από τα «μπλουζάκια» ή τις πολύχρωμες «καζάκες» με τα φουσκωτά μανίκια στους ώμους και την εφαρμοστή μέση, που τόνιζαν τη φυσική διάπλαση του γυναικείου κορμιού.
Το κεφαλοδέσι, το «τσεμπέρι», μονόχρωμο ή λευκό ή σταμπωτό, χαρακτηριστικό για κάθε ηλικία, παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία στη μορφή και στο σχήμα του.
Στην παραδοσιακή φορεσιά της πόλης της Μυτιλήνης και των περιχώρων της, στο βόρειο και βορειοανατολικό τμήμα του νησιού, (Μόλυβος, Άντισσα, Ανεμώτια, Μεσότοπος) επικράτησε κυρίως το φουστάνι ή «φστάν» ή «φστάνα». Είναι φούστα με σούρες ή πυκνές και λεπτές  ατσάκιστες πιέτες που στηρίζεται στη μέση με ζωνάκι. Για εσώρουχο έχει μεγάλα τετράφυλλα μισοφόρια, στολισμένα με κεντήματα, που κρατούν το φουστάνι όσο γίνεται πιο φουσκωτό.

 

 

Το πανωκόρμι, το πουκάμισο «πκαμσέλ» ή «μπουστέλ» είναι τα εσώρουχα της νεότερης φορεσιάς. Η φορεσιά συμπληρώνεται από το «καμιζόρι» ή το «λιμπαντέ», ενώ το χειμώνα έχει το «κοντογούνι» ή τη μακρύτερη «γούνα». Συνηθίζονταν επίσης οι «ζακέτες» βελούδινες, μάλλινες ή μεταξωτές, χωρίς γιακά που κουμπώνουν μπροστά ως το λαιμό.
Στη μέση για ζώνη δένεται το υφαντό ζωνάρι και σε κάποιες περιοχές όπως ο Μόλυβος ένας τσεβρές κεντημένος, που οι κεντημένες άκρες του πέφτουν πάνω στη φούστα. Στο κεφάλι φοριέται το τσεμπέρι ή το «τεπεδάκι», που είναι μικρό, στρογγυλό κάλυμμα, κεντημένο με χρυσά σιρίτια. Στις γιορτινές μέρες μπορεί να φορούσαν και ένα μικρό κόκκινο βελούδινο τεπέ που πιανόταν με βελόνες στη κορυφή του κεφαλιού και είχε στο γύρο του μία ή δύο σειρές «φλουρέλλια».
Οι κάλτσες ήταν προϊόν οικοτεχνίας και ήταν βαμβακερές μονόχρωμες ή με σχέδια και το χειμώνα μάλλινες. Τα καθημερινά υποδήματα ήταν τα τσόκαρα ή αλλιώς «κτσόφτερνα» ή «τσοκαρίνες» από χοντρό μονοκόμματο ξύλο βελανιδιάς, που έφτιαχναν οι ίδιες οι γυναίκες από ύφασμα ή από λεπτό δέρμα. Υπήρχαν και τα «καριγλέλια» που είχαν δύο τακούνια ένα στη φτέρνα και ένα στη μύτη. Ονομάστηκαν έτσι γιατί στην εμφάνιση θυμίζουν σκαμνί (καριγλέλια = καρεκλίτσες).
Τα πολυτελή γυναικεία υποδήματα ήταν τα «βιδέλα» από πολυτελές μαύρο λεπτό δέρμα με φιόγκο από κορδέλα ή με γλώσσα. Κοσμήματα και κεντήματα συμπληρώνουν την παραδοσιακή φορεσιά της Μυτιλήνης. Ως διακοσμητικά στοιχεία της διαμορφώνονται από την εθιμική και αισθητική παράδοση του τόπου, δένουν με το τύπο της φορεσιάς και ακολουθούν την εξέλιξή της.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ Μ. Αναγνωστοπούλου

ΠΗΓΗ: «Ο Μόλυβος»: Πολιτιστικός Σύλλογος Παραδοσιακών Χορών – Παράρτημα Αθήνας

Μπορείτε να δείτε παλιές γκραβούρες με φορεσιές της Λέσβου του 19ου αιώνα στο βιβλίο Traditional Gress of Greece Vol 1

αλλά και ακόμα παλιότερες γκραβούρες με φορεσιές της Λέσβου του 18ου αιώνα στο βιβλίο Traditional Dress of Greece of the 18th Century

 

Αν σας αρέσουν οι παραδοσιακοι χοροι και η ελληνική παραδοσιακή φορεσιά θα χαρείτε τη σειρά e-book «Traditional Dress of Greece» για την οποία θα μπορέσετε να βρείτε πληροφορίες πατώντας εδω

If you like greek dances and greek traditional clothes you will enjoy the book series «Traditional Dress of Greece» for which you will find details right here

Μη διστάσετε να αφήσετε ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση… Πείτε μας αν σας άρεσε, ρωτήστε ο,τι θέλετε και ας κάνουμε μια συζήτηση γύρω από το θέμα…

Don’t hesitate to leave a comment under the post… Tell us if you liked it, ask questions and let’s discuss on the topic!