Αρχείο ετικέτας ζωγράφοι

Ελληνικές φορεσιές απο τον ζωγράφο Περικλή Χέλμη (1818-1881+)

Ο Περικλής Χέλμης ήταν ζωγράφος που εργάστηκε στην Αθήνα του 19ου αιώνα. Παρακολούθησε μαθήματα στο Σχολείο των Τεχνών. Ασχολήθηκε με προσωπογραφίες και ιστορικά θέματα εμπνευσμένα από την Ελληνική Επανάσταση. Το 1862 του ανατέθηκε η δημιουργία μεγάλης ιστορικής σύνθεσης για τη Βιβλιοθήκη της Σέρβικης Βουλής. Μολονότι δεν είναι το όνομά του ιδιαίτερα γνωστό στους νεοέλληνες αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στο έργο του, μιας και αποτύπωσε σε αυτό τις φορεσιές των σύγχρονών του ανθρώπων, κυρίως της αστικής τάξης αλλά και χωρικούς.

Αθηναία
Στολή Αμαλίας
Ηπειρώτισσα από την Πάργα
Προσωπογραφία φουστανελά, 1848
Χιώτης
Κοπέλα με τοπική ενδυμασία (Μεγαρα)
Advertisements

Ο Διονύσιος Τσόκος αποτυπώνει τη μετεπαναστατική Ελλάδα του 19ου αιώνα

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ο Διονύσιος Τσόκος είναι ένας απο τους πρώτους ζωγράφους μετά την δημιουργία του ελληνικού κράτους. Σπούδασε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βενετίας με καθηγητή τον Lodovico Lipparini, ενώ αναφέρεται ότι στη Ζάκυνθο μαθήτευσε και κοντά στον Νικόλαο Καντούνη. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του έλαβε δύο φορές μέρος σε εκθέσεις στη Βενετία (1845 και 1846). Το 1847 επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1856 διορίστηκε καθηγητής σχεδίου και ζωγραφικής στο Αρσάκειο.

dame_2_by_tsokos
Προσωπογραφία κυρίας, π. 1860
Λάδι σε μουσαμά , 71 x 55,5 εκ.

Έχοντας μεγαλώσει με το ιδεώδες της ελευθερίας και επηρεασμένος από το έργο του δασκάλου του, ζωγράφισε ιστορικά θέματα εμπνευσμένα από την Επανάσταση, που χαρακτηρίζονται από μία συναισθηματική φόρτιση. Από το 1850 άρχισε παράλληλα να φιλοτεχνεί προσωπογραφίες προσωπικοτήτων, συγγενών του, καθώς και καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών για τη διακόσμηση της αίθουσας τελετών, στις οποίες επικρατεί ένα περισσότερο ακαδημαϊκό ύφος, χωρίς να λείπουν και στοιχεία της επτανησιακής ζωγραφικής. Προς το τέλος της ζωής του ανέλαβε, μετά από παραγγελία της ελληνικής κυβέρνησης, να φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα των αγωνιστών της Επανάστασης, πέθανε όμως πριν προλάβει να ολοκληρώσει το σύνολο του έργου. Τα έργα αυτά βρίσκονται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, ενώ τα προσχέδιά τους στη συλλογή Κουτλίδη και στο Μουσείο Μπενάκη.

53b31eb28b3a798342fb2d5aef9583d1
Κερκυραία και νέος, Μ. Μπενάκη

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

2139e13ab52747d9e51b8b1e5adc5b49
Πανηγυρική έλευση του Όθωνα και Αμαλίας στην Ελλάδα, Ιδ. Ε. Κουτλίδη

 

 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Δείτε ποιοί άλλοι ζωγράφοι αποτύπωσαν με το χρωστήρα τους τους  Έλληνες και τις φορεσιές τους πατώντας εδώ

πηγές

http://ellpalmos.blogspot.gr/  http://peritexnisologos.blogspot.gr/ http://anthoulaki.blogspot.gr/

http://www.nationalgallery.gr/site/content.php?artist_id=4318

Παραδοσιακοι χοροι σε πινακες ζωγραφικης

Αφιερωμένο σε όλους τους φίλους του παραδοσιακού χορού! Σας προτείνω να να δείτε τους πίνακες με υπόκρουση το κομμάτι Romaika απο τα αρχεία της Ελληνικής Μουσικής. Επίσης μπορείτε να εγγραφείτε στο μπλόγκ και με τον κωδικό που θα σας αποσταλεί να κατεβάσετε το δωρεάν e-book «20+1 ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ»

Μεγάλοι ζωγράφοι του περασμένου αιώνα

3cd85833382e29a65427208e5873dcc9
Two Greek warriors dancing costumes Study Souliotes 1824 by Ferdinand Victor Eugène Delacroix 1798
e978c3e8-e37c-4a60-a989-5da04c8b6fe2_g_570
Theodoros Vryzakis  THE GREEK DANCE
fe2c598c2694b03d7c4404c12ecf2884
Λύτρας Νικηφόρος-A Festival in Megara

1db84c45f9c1a2965b49d584381748db

5f94aa6b9df6ef1cbbf17285ad06ebbb

39682666fe27f997b1e47990e1f8adf1
Unknown artist Greek dance coloured lithography, 17 x 23 cm

Αλλά και σύγχρονοι ζωγράφοι

4284-large
Δ.Ζωγράφος, Dancers
img_5398
Yvonne, paintingskiathos.wordpress.com

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Μπορείτε να δείτε παραδοσιακούς χορούς σε γκραβούρες του 19ου αιώνα και στη σειρά e-book Traditional Dress of Greece

Ο ζωγράφος Θεόφιλος και η ελληνική φορεσιά – Theofilos the painter and the Greek Folk Costume

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, γνωστός απλά ως Θεόφιλος,ή Θεόφιλος Κεφαλάς ή Κεφάλας, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα γεννήθηκε στη Βαρειά της Λέσβου μεταξύ του 1867 και 1870, πρώτο παιδί μια φτωχής οικογένειας που απέκτησε άλλα επτά στη συνέχεια. Το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική εκδηλώθηκε από νωρίς.

3b7cc6cbcfc6cea4e52f83fd679f41b9

Σε ηλικία περίπου δεκαοκτώ ετών ο Θεόφιλος δραπετεύει από τη Μυτιλήνη και φεύγει για τη Σμύρνη, την πόλη με τους χιλιάδες Έλληνες, που είναι το οικονομικό κέντρο της Μικράς Ασίας. Δουλεύει θυροφύλακας (»καβάσης») στο ελληνικό προξενείο και παράλληλα ζωγραφίζει. Στη Σμύρνη, ο Θεόφιλος θα διαμορφώσει την εικαστική του γλώσσα και το βασικό του θεματολόγιο, από τον κόσμο της αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της νεώτερης Ελλάδας. Τότε κάνει τη ζωγραφική επάγγελμά του.Με το ξέσπασμα του Ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 φεύγει για την Ελλάδα, με την πρόθεση να καταταγεί εθελοντής. Πριν προλάβει να γνωρίσει τα πεδία των μαχών, ο πόλεμος τερματίζεται. Αποφασίζει να μείνει στον Βόλο, πλούσιο αγροτικό και βιομηχανικό κέντρο στις αρχές του 20ου αιώνα.

contentsegment_15651618w1000_h0_r0_p0_s1_v1jpg

Ο Θεόφιλος φέρεται να είχε και έντονη συμβολή στα κοινωνικά δρώμενα της περιοχής με τη διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων στις εθνικές γιορτές, ενώ την περίοδο της Αποκριάς συνήθιζε να έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, άλλοτε ντυμένος ως Μεγαλέξανδρος και άλλοτε ως ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, με εξοπλισμό και κουστούμια που έφτιαχνε ο ίδιος.

2b4f4e05555868daed03bac5bbdd2297
Υπήρξε πάντοτε ιδιαίτερα φτωχός και συχνά ζωγράφιζε τοίχους καφενείων ή σπιτιών για να κερδίσει ένα πιάτο φαγητό. Εξίσου συχνά έπεφτε θύμα εμπαιγμού και περιφρόνησης, ειδικά λόγω της επιλογής του να εγκαταλείψει τον ευρωπαϊκό τρόπο ένδυσης και να φοράει φουστανέλα, όπως οι ήρωες που απεικόνιζαν τα έργα του.Τα οικονομικά του καλυτερεύουν κάπως, όταν ένας πλούσιος γαιοκτήμονας της Μαγνησίας, ο Γιάννης Κοντός, του αναθέτει το 1912 την τοιχογράφηση του σπιτιού του στην Ανακασιά. Ο Θεόφιλος ζωγραφίζει σκηνές από την Επανάσταση του ’21, αρχαίους θεούς και τοπία. Σήμερα, η οικία Κοντού είναι το Μουσείο Θεόφιλου στον Βόλο.


Το 1927 ο Θεόφιλος επέστρεψε στη Λέσβο και έναν περίπου χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον τεχνοκριτικό και έμπορο έργων τέχνης Στρατή Ελευθεριάδη – Teriade, μια γνωριμία που συνέβαλε αρχικά στη βελτίωση των συνθηκών επιβίωσής του και μετέπειτα (δυστυχώς μετά θάνατον) στη σταδιακή αναγνώριση του έργου του, ώσπου το Υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε το έργο του ως «χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας». Ο Θεόφιλος πέθανε στις 24 Μαρτίου του 1934, πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση.

Μια ενδιαφέρουσα σειρά slides  με το έργο του μπορείτε να δείτε και εδώ

2ce43d35a19b9f323b9bbd1f37ecf6b0

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1935 δημοσιεύεται συνέντευξη του Teriade στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα», στην οποία χαρακτηρίζει τον Θeόφιλο «μεγάλο έλληνα ζωγράφο». Ένα χρόνο αργότερα οργανώνεται έκθεσή του στο Παρίσι. Ο μεγάλος αρχιτέκτονας Λε Κορμπιζιέ γράφει σε άρθρο του για τον Θεόφιλο «…Είναι ζωγράφος γεννημένος από το ελληνικό τοπίο. Μέσω του Θεόφιλου, ιδού το τοπίο και οι άνθρωποι της Ελλάδας: κοκκινόχωμα, πευκότοπος και ελαιώνας, θάλασσα και βουνά των θεών, άνθρωποι που λούονται σε μια τολμηρά επικίνδυνη ηρεμία….». Ο Γιώργος Σεφέρης και ο Γιάννης Τσαρούχης εκφράζονται εγκωμιαστικά για την τέχνη του.Ο Teriade χρηματοδοτεί την ίδρυση του Μουσείου Θεοφίλου, που άνοιξε το 1965 στη γενέτειρά του Βαρειά στη Λέσβο, όπου φιλοξενούνται 86 πίνακες του ζωγράφου.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

From a humble Lesbiote family, he showed an inclination for painting at a very early age. He left the island in 1883 and settled in Smyrna till 1897 when he returned with the aim of enlisting as a volunteer at the front of the Greek-Turkish war. Not being able to return to Turkish-occupied Smyrna, he remained in Thessaly, and specifically Volos, and the villages of Pelion, where he decorated shops, cafes and inns with paintings, but without being accepted by the residents of the area because of his eccentric behavior and appearance. In 1927, Theophilos returned to his birthplace in disappointment where he continued to work till his death. A few years earlier, the art critic Stratis Eleftheriadis, known in the artistic circles of Paris as Teriade, at the recommendation of Fotis Kontoglou and Georgios Gounaropoulos, arranged a meeting with Theophilos and ordered works from him for an exhibition in Paris. The exhibition was at last presented in 1936. In 1965 the Theophilos Museum was opened in Vareia, a gift of Teriade.
In Theophilos’ works — wall paintings, painting on objects or cloth — his world is caught with the ingenuousness and innocence, but also the freshness, of folk painting, a world equally of gods, heroes and everyday human beings, which coexists with elements and images from familiar reality and landscape

Μπορείτε να δείτε γκραβούρες με ελληνικές φορεσιές του 19ου αιώνα σε αυτό το σύνδεσμο

See engravings depicting Greek folk costumes of the 19th century in this link.

πηγές

http://www.lesvosgreece.gr/el/theofilos-hatzimihail  http://vaspik.blogspot.gr/2011/05/blog-post.html  https://paletaart.wordpress.com/ https://gr.pinterest.com

Αν σας άρεσε το άρθρο αυτό μοιραστείτε το! Please share if you liked this post!

Ελληνικές Φορεσιές μέσα από το χρωστήρα του Ν. Γύζη

Ο Νικόλαος Γύζης , ένας από τους μεγαλύτερους Ελληνες  ζωγράφους, γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι της Τήνου την 1η Μαρτίου του 1842.Από πολύ μικρός  έδειξε την κλίση του στη ζωγραφική και σε ηλικία μόλις οκτώ ετών αποφασίστηκε να σπουδάσει στο Σχολείο των Τεχνών, όταν  η τότε νόμιμη ηλικία ήταν τα δώδεκα. Η  οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα το 1850. Ο Γύζης αρχικά παρακολουθεί μαθήματα ως ακροατής στο Σχολείο των Τεχνών και αργότερα φοιτεί κανονικά,  ως το 1864.
gyzis_nikolaos_the_step_mother
H ψυχομάνα (φορεσιές Μεγάρων)
Σε ηλικία πέντε μόλις ετών αντέγραψε μια λιθογραφία στο πατρικό του σπίτι που αναπαρίστανε έναν αγωνιστή του 1821. Στο τέλος των σπουδών του, μέσω του φίλου του, επίσης μεγάλου ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα, γνωρίζει τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, ο οποίος μεσολαβεί προκειμένου να του χορηγηθει υποτροφία  από το Ευαγές Ιδρυμα  του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην περίφημη Ακαδημία του Μονάχου .
gyzis_nikolaos_-_girl_from_megara_-_google_art_project
Κορίτσι από τα Μέγαρα
Τον Ιούνιο του 1868 γίνεται δεκτός στις τάξεις του  Πιλότυ που είχε τη φήμη ενός εξοχου δασκάλου. Τό έργο του, χάρη στο οποίο έγινε δεκτός στις τάξεις του Πιλότυ είχε ως  θέμα του  τον “Ιωσήφ στην φυλακή” κι ο ζωγράφος το δώρησε στο Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου, ως ένδειξη τιμής κι ευγνωμοσύνης.
gyzis_krypho_sxol
Το Κρυφό Σχολειό
Εφημερίδες και περιοδικά  της Γερμανίας τον εγκωμιάζουν. Τον Απρίλιο του 1872 επιστρέφει στην Ελλάδα. Ζωγραφίζει κυρίως στα Μέγαρα και συγκεντρώνει ένα υλικό, που θα το χρησιμοποιήσει αργότερα στην Γερμανία. Στην Αθήνα εγκαθίσταται στην αυλή,  απέναντι από το πατρικό του στην αδιεξοδη πάροδο της οδού Θεμιστοκλέους 18) δεν βρίσκει  ανταπόκριση  και μετά από ένα σύντομο ταξίδι με το Νικηφόρο Λύτρα στη Μικρά Ασία απ’ όπου γυρίζει με πολλά σχέδια για μελλοντικά του έργα, αποφασίζει να ξαναγυρίσει στο Μόναχο. Τον Αύγουστο του 1880 ανακηρύσσεται επίτιμο μέλος της  Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου. Την Πρωτοχρονιά του 1881  πήρε δώρο από την Ελλάδα την επίσημη αναγνώρισή του, (δίπλωμα και μετάλλιο του Γεωργίου Α΄).
Το 1882 εκλέγεται παμψηφεί εκτακτος καθηγητής της Ακαδημίας του Μονάχου.  Στη Διεθνη Εκθεση του  Μονάχου βραβεύεται με ασημένιο μετάλλιο για την “Αποστήθιση”.  Με το πέρασμα του χρόνου δουλεύει το  πολύ γνωστό “Παραμύθι της γιαγιάς”.  που είναι μια υποσυνείδητη αναφορά στα παιδικά του χρόνια. Από το 1884   αρχίζει να μελετά σε βάθος  τη ζωή και το πνεύμα των αρχαίων. Το 1887 ζωγραφίζει το λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1888 εκλέγεται τακτικός καθηγητής της Ακαδημίας του Μονάχου.
the-fortune-teller-nikolaos-gyzis
Διαβάζοντας τη μοίρα – The fortune-teller 
Το 1892 είναι γεμάτο από διεθνείς διακρίσεις! Η Πινακοθήκη του Μονάχου  βραβεύει το έργο του “Αποκριά στας Αθήνας”, στη Μαδρίτη του απονέμεται χρυσό βραβείο για το “Τάμα”. Ακολουθούν κι άλλες διακρίσεις από Γερμανούς και Γάλλους   και το “Δίπλωμα των Ολυμπιακών αγώνων” (1896), για το οποίο του απενεμήθη αργυρό μετάλλιο κι είχε σαν θέμα τον Ευαγγελισμό της Ελλάδας. Θα πρέπει να μνημονευτούν τα αριστουργήματά  του “Ολυμπιονίκης, το πνεύμα της θλίψεως, η δόξα των Ψαρρών, σπουδές Κενταύρων, ο γέρος που καπνίζει και η χαρά εν μέσω των παιδιών (1897). Το 1898 παίρνει  το χρυσό παράσημο Ριτερκρόϋτς και το κράτος αγοράζει έργα του για την Πινακοθήκη.
 Το καλοκαίρι του 1900 ο Γύζης αρρωσταίνει  από  λευχαιμία και τον Ιανουάριο του 1901 πεθαίνει. Η τελευταία του φράση είναι η προτροπή “Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι”.
Δείτε περισσότερες γκραβούρες με ελληνικές φορεσιές στη σειρά βιβλίων traditional dress of Greece
apokries
Απόκριες στην Αθήνα

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

πηγές

http://tosympantistexnis.blogspot.gr/

https://paletaart.wordpress.com

Αν σας άρεσε το άρθρο αυτό μοιραστείτε το!

Ο Νικόλαος Βώκος αποτυπώνει τις ελληνικές φορεσιές

Ο Νικόλαος Βώκος (1854-1902) ανήκε στους καλλιτέχνες της Σχολής του Μονάχου και εγγονός του Έλληνα αγωνιστή της Επανάστασης Ανδρέα Μιαούλη. Γράφτηκε αρχικά για σπουδές στην Σχολή Ευελπίδων, αλλά γρήγορα την εγκατέλειψε για σπουδάσει ζωγραφική στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) κατά την περίοδο 1874–1878. Το 1885, μετά από διαγωνισμό, έλαβε υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Μόναχο με δασκάλους τον Νικόλαο Γύζη, τον Λούντβιχ Λαίφτς (Ludwig Löfftz) και τον Ανδρέα Μύλλερ (Andreas Müller). Εκεί παρέμεινε επί 16 χρόνια διατηρώντας σχολή ζωγραφικής μέχρι που ασθένησε. Επέστρεψε το 1902 στην Ελλάδα όπου και πέθανε λίγους μήνες αργότερα.Απέσπασε χάλκινο μετάλλιο το 1888 στο διαγωνισμό των Ολυμπίων και το αργυρό μετάλλιο σε έκθεση σκαριφημάτων που διοργάνωσε ο Σύλλογος Παρνασσός.Μεταξύ των βραβευθέντων έργων του ονομαστά υπήρξαν ο Ιχθυοπώλης (Βραβείο Σικάγου) και το Επιτραπέζιον, που κόσμησε τα Ανάκτορα του Αντιβασιλέως της Βαυαρίας Λουιτπόλδου.

Ο Νικόλαος Βώκος αποτυπώνει ρεαλιστικά με το πινέλο του φορεσιές της Ελλάδος μέσα από τα θέματα που τον εμπνέουν. Η φορεσιά που αποτυπώνεται περισσότερο είναι της Μεγαρίτισσας. Ας θαυμάσουμε λοιπόν λίγα από τα έργα του που αποδίδουν τη ζωή στα τέλη του 19ου αιώνα.

Μπορείτε να δείτε περισσότερες φορεσιές του 19ου αιώνα στη σειρά Traditional Dress of Greece πατώντας εδώ

a4afb83a4053b748a1818db6962e02df
Χωριατοπούλα ή νεαρή Ελληνίδα (Εθν. πινακοθήκη)
203111963ae0548d0baf297b1b52b947
Νεαρή κοπέλα με λουλούδια
to_armegma_tis_katsikas_by_vokos
Το άρμεγμα της κατσίκας 1895
bda5c9973fd70850e3e96000e1101e92
Η αγκαλιά της μητέρας

Ο Θ.Ράλλης και οι μεγαρίτικες φορεσιές

Πολλοί ζωγράφοι αποτύπωσαν με το πινέλο τους τις ελληνικές φορεσιές. Ένας απο αυτούς, ο οποίος εμπνεύστηκε απο τη Μεγαρίτικη φορεσιά και την αποτύπωσε ολοζώντανα στους πίνακές του ήταν και ο Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909). Εδώ θα δούμε έργα του στα οποία αποτυπώνεται η ποικιλία της φορεσιάς των Μεγάρων στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους πίνακες έχουν δημιουργηθεί περί το 1890-1905.

21Το αντίδωρο ή Μετά τη λειτουργία 

Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Σ. Πέστροβα (Ερευνητή – δάσκαλο παραδοσιακών χορών) στα Μέγαρα  «Συναντάμε δυο τύπους γυναικείας φορεσιάς ,τα «φουστάνια» & τους «καπλαμάδες». Στα «φουστάνια» ανήκει η νυφική φορεσιά «τα κατηφένια». Την ονομασία κατηφένια την πήραν αρχές του 20ου αιώνα, όταν έφτιαχναν τα ζιπούνια από βελούδο (κατηφές ήταν ένα είδος μεταξωτού βελούδου) ενώ τα παλαιότερα ζιπούνια ήταν από τσόχα. Επίσης στα φουστάνια ανήκε και η πρώτη φορεσιά το φούντι με το κοντοζίπουνο. Πάμπολλες οι αναφορές από περιηγητές, ζωγράφους, ενδυματολόγους για την συγκεκριμένη φορεσιά η οποία έγινε γνωστή πάλι (ολοκληρωμένη) από τον κ. Δημήτρη Ηλία που ασχολήθηκε σε βάθος με την έρευνα των χορών και των φορεσιών.

12_37Παραμονή εορτής, ελαιογραφία σε καμβά, Ιδιωτική συλλογή Πηγή: www.lifo.gr

Δεύτερος τύπος φορεσιάς είναι οι «καπλαμάδες» οι οποίοι συνυπήρχαν με τα φουστάνια με πολλές παραλλαγές ανάλογα την περίσταση. Αναφέρω λίγες από τις ονομασίες που υπήρχαν. Ο καπλαμάς με το φούντι, ο καλός ή ψιλός καπλαμάς, ο σπαθάτος, ο καπλαμάς με τα σκούρα και ο χοντρός (καθημερινός).»

9_43

Ο εσπερινός, ελαιογραφία σε ξύλο, 35 χ 27 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα, κληροδότημα Θ. Ράλλη Πηγή: www.lifo.gr

Ο καπλαμάς, αποτελούνταν από τον μπούστο, τα μισοφόρια, τα φούντια, την τραχηλιά, τον επενδύτη – καπλαμά, τη ζώστρα ή ζουνάρα, την ποδιά, το γκιουρντί ή σιγκούνι και τα ποδήματα. Ο κεφαλόδεσμος σχηματιζόταν από το σαρικάκι και το κίτρινο μαντήλι για τις νέες, και από το σαπίσο μαντήλι για τις ηλικιωμένες. Η φορεσιά αυτή διακρινόταν για την απλότητά της ενώ το μόνο κόσμημα της φορεσιάς ήταν οι άλυσες. Τον μπούστο τον φορούσαν οι νέες γυναίκες για να σφίγγουν το στήθος μέσα από τα φούντια. Από τη μέση και κάτω έβαζαν αρκετά μισοφόρια για να έχει μεγαλύτερο αέρα και όγκο η φορεσιά. Τα φούντια, τα δύο ποκάμισα έμπαιναν πάνω από το μπούστο των νέων γυναικών και κατάσαρκα στις μεγαλύτερες. Φορούσαν δύο, το ένα πάνω από το άλλο για να έχει αέρα ο καπλαμάς και πήρε την ονομασία του από το σχέδιο που στόλιζε τον ποδόγυρο. Το κατακόρυφο άνοιγμα της τραχηλιάς έκλεινε με κουμπάκια ως τη μέση. Η τραχηλιά ήταν διακοσμημένη με ταμιτέλες πλεγμένες από τις γυναίκες στα κοπανέλια ή με το βελονάτσι. Το εξωτερικό φούντι ήταν ραμμένο από άσπρο ουβγιωτό ύφασμα του αργαλειού, το τσουλίντρι.

Η τραχηλιά ήταν ραμμένη από τις γυναίκες με άσπρο μεταξωτό ύφασμα και ήταν ξεχωριστή από τα φούντια. Οι ηλικιωμένες δεν φορούσαν τραχηλιά, ήταν δηλαδή ξεστήθωτες. Την τραχηλιά συγκρατούσε ο καπλαμάς που έμπαινε από πάνω. Ο γαλάζιος καπλαμάς, είναι το εξωτερικό κομμάτι της φορεσιάς και είναι κατακόρυφα ανοιχτός μπροστά με μακριά, στενά μανίκια. Ο καθημερινός και ο γιορτινός μοιάζουν σε μορφή, ενώ το μόνο που τους διαχωρίζει είναι η ποιότητα του υφάσματος και ο διάκοσμος. Τα κάθετα ραμμένα μακριά του μανίκια, φτάνουν ως τον καρπό και γυρίζουν προς τα πάνω, τα καπάσια. Οι καπλαμάδες των κοριτσιών ήταν φτιαγμένοι από άσπρο και γαλάζιο ύφασμα και ονομάζονταν για αυτό παρδαλοί. Ο καθημερινός γυναικείος είναι ραμμένος από τις γυναίκες από χοντρό, βαμβακερό, γαλάζιο σκούρο ύφασμα, το καλοπάνι. Ήταν διακοσμημένος απλά, με κορδονάκια και σειρήτια πολύχρωμα. Ο καλός, γιορτινός καπλαμάς ή ψιλός καπλαμάς ήταν από γαλάζιο σωπανιασμένο ύφασμα για να προσθέτει αέρα, όγκο και χάρη στο βάδισμα της Μεγαρίτισσας. Σ’ αυτόν ύφαιναν και μια λωρίδα κόκκινου βελούδου ολόγυρα στον ποδόγυρο για να φαίνεται το σχέδιο καθώς σήκωναν τις σκούτες του καπλαμά (τις άκρες του). Με το ίδιο ύφασμα ήταν φοδραρισμένα και τα μανίκια στα καπάσια τους. Η ζώστρα ή ζουνάρα ήταν μάλλινη και την τύλιγαν στο σώμα χαμηλά, έτσι που ακουμπούσε στους γοφούς.

Η ποδιά που φορούσαν οι γυναίκες ήταν χρωματιστή, βαμβακερή ή μάλλινη λογιόμυτη. Οι νύφες και οι νιόπαντρες ύφαιναν άσπρες, βαμβακερές, ριγωτές για τις καθημερινές, τη λεγόμενη μάρτινα και άσπρες μεταξωτές στις γιορτές, την καλαμάτα (πήρε την ονομασία της από την πόλη που αγόραζαν το ύφασμα). Όταν οι θερμοκρασίες έπεφταν πολύ κατά τη διάρκεια του χειμώνα, πάνω από τον καπλαμά φορούσαν το άσπρο σιγκούνι ή το γκιουρντί. Το σιγκούνι ήταν κατακόρυφα ανοιχτό μπροστά, δεν είχε μανίκια και έφτανε ως το γόνατο. Ήταν απλά διακοσμημένο με γαλάζια τσόχα στον ποδόγυρο και τις ραφές του ώμου. Τα ποδήματα φορούσαν οι γυναίκες μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές, ενώ τις καθημερινές ήταν ξυπόλυτες. Τα γουρουνοτσάρουχα που φορούσαν πριν την τουρκοκρατία πιθανόν ονομάζονταν ξενοθήλια, ενώ τα χρόνια της τουρκοκρατίας και μετά τη θέση τους πήραν οι κουντούρες. Οι κουντούρες ήταν ένα είδος παντόφλας με χαμηλό τακούνι και τσόχα ή βελούδο.

Για να θαυμάσουμε λοιπόν τις Μεγαρίτικες φορεσιές δια του χρωστήρα του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου

 

Αν σας αρέσουν οι φορεσιές της Αττικής μπορείτε να δείτε το βιβλίο μου με συλλογή γκραβούρων του 19ου αιώνα από την Αττική και άλλα μέρη της Ελλάδος πατώντας ακριβώς εδώ   Όλη η σειρά βιβλίων με γκραβούρες που παρουσιάζουν φορεσιές από όλη την Ελλάδα μπορείτε να τη δείτε πατώντας εδώ
Πηγές άρθρου : http://habilisii-habilis.blogspot.gr/
«Ελληνικές Φορεσιές», Συλλογή Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, β’ έκδοση, Αθήνα 2005, σελ. 98
Η Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά (Τόμοι Πρώτος & Δεύτερος) Αγγελική Χατζημιχάλη, Μουσείο Μπενάκη, Εκδόσεις «Μέλισσα»