Αρχείο ετικέτας ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές

Η συλλογή παραδοσιακών φορεσιών του Ανδρέα Πέρη στη Λίμνη Ευβοίας

Μια  επίσκεψη στη Βόρεια Εύβοια και στη Λίμνη Ευβοίας θα είναι ελλιπής αν κάποιος παραλείψει να επισκεφτεί  την Συλλογή Παραδοσιακών Φορεσιών της Ελλάδας του κυρίου Ανδρέα Πέρη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η αλήθεια είναι ότι είχα υποσχεθεί στον κ. Πέρη να περάσουμε από το Μουσείο του από πολύ καιρό. Πριν δύο χρόνια γνωριστήκαμε με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου μου «Παραδοσιακές Ελληνικές Φορεσιές Βόρεια Εύβοια», (εκδ. Φυλάτος, 2014) στην γραφική κωμόπολη της Λίμνης, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να βρεθεί ένα απόγευμα ελεύθερο, ώστε να απολαύσουμε με την ησυχία μας την συλλογή του. Φέτος όμως το πήραμε απόφαση. Έτσι νωρίς το απόγευμα της περασμένης Τετάρτης βρεθήκαμε έξω από την πόρτα του παραδοσιακού κόκκινου σπιτιού του, έχοντας ειδοποιήσει τον κ. Πέρη από μέρες, ώστε να μας περιμένει για να  μας ξεναγήσει.

Ο κύριος Ανδρέας Πέρης- Παπαγεωργίου αποτελεί ένα από τα μεγάλα – εν ζωή- κεφάλαια της κωμόπολης της Λίμνης. Χορευτής, χορογράφος και τέως διευθυντής της Επαγγελματικής Σχολής Χορού και του «Ελληνικού Χοροδράματος» της Ραλλούς Μάνου, ο κύριος Πέρης ασχολήθηκε εδώ και πολλά χρόνια με την έρευνα της μουσικοχορευτικής παράδοσης της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Λίμνης Ευβοίας, και έγινε ιδρυτής και πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Παραδοσιακών Χορών «Το Λύμνι».

Στο παραδοσιακό Λιμνιώτικο σπίτι του, που χτίστηκε το 1895 κοντά στην κεντρική εκκλησία της Παναγίας και κληρονόμησε από τη μητέρα του, Ευαγγελία Αργυροπαίδου-Παπαγεωργίου, ο κ. Πέρης εκθέτει την εκτεταμένη ιδιωτική του Συλλογή Εθνικών αυθεντικών Ενδυμασιών που καλύπτουν σχεδόν όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Στις βιτρίνες μετρήσαμε περισσότερα από 80 σύνολα ενδυμάτων που εκτίθενται  σε δύο αίθουσες (ισόγειο και υπόγειο) ενώ η συνολική συλλογή περιλαμβάνει τουλάχιστον τριπλάσια κομμάτια. Τα κομμάτια της συλλογής χρονολογούνται από τον πρώιμο 19ο αιώνα, ίσως και νωρίτερα και φτάνουν μέχρι τα μέσα του 20ου.

IMG_9473

Ο κ. Πέρης μας αφιέρωσε ένα ολόκληρο απόγευμα να μας ξεναγήσει στα εκθέματα της συλλογής του και να μοιραστεί μαζί μας την πολύτιμη εμπειρία του, ως συλλέκτης και ερευνητής τα τελευταία πενήντα χρόνια . Για κάθε άνθρωπο που αγαπά τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό και μαγεύεται από την έμφυτη καλαισθησία και τον ενδυματολογικό πλουραλισμό των προγόνων μας, η ξενάγηση του κ. Πέρη μπορεί πραγματικά να ταξιδέψει τον ακροατή μέσα στο χρόνο. Αυτό που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι το χαρακτηριστικό πάθος του, ένα πάθος που τον διατηρεί σε πνευματική ακμή και το οποίο είναι και η κινητήρια δύναμη για τα όσα κάνει.

Ο κύριος Πέρης μας μίλησε αναλυτικά για την ιστορία της Λίμνης και την ενδυματολογική της ιδιαιτερότητα σε αντίθεση με τα υπόλοιπα χωριά της Βόρειας Εύβοιας. Όπως είδαμε, η Λίμνη έχει νησιώτικη κουλτούρα. Οι Λιμνιώτισσες φορούσαν νησιώτικες ενδυμασίες με φουστάνι σε αντίθεση με τις γυναίκες των όμορων χωριών που φορούσαν τα σεγκούνια, ενώ οι άντρες είχαν ως γιορτινή φορεσιά τους την γαλάζια βράκα, που διαφοροποιείται χρωματικά από τις σκούρες μπλέ νησιώτικες βράκες. Η βαφή τους γινόταν με λουλακί χρώμα του εμπορίου και στη συλλογή του κ. Πέρη περιλαμβάνεται εκτός από τις ενδυμασίες κι ένα μεγάλο πήλινο δοχείο-πιθάρι με γυαλωμένο στόμιο και στρογγυλεμένο πάτο σε ξύλινη βάση,  που χρησιμοποιούσαν οι βαφείς υφασμάτων και το οποίο ανήκει στην οικογένειά του.  Η συλλογή του με Λιμνιώτικες φορεσιές, περιλαμβάνει τις πλήρεις φορεσιές των γυναικών και ανδρών της οικογένειάς του, αλλά και ενδυματολογικά σύνολα που δωρήθηκαν στη Συλλογή από συντοπίτες του.

IMG_9503

Εν συνεχεία ακολουθούν φορεσιές από την περιοχή της Αγίας Άννας και τα χωριά της περιοχής της Αιδηψού, οι οποίες συνοδεύονται από την κατάλληλη αρματωσιά (τα κοσμήματα). Στις αναμνήσεις του κ. Πέρη υπάρχει γλαφυρή η ιδιαίτερη φορεσιά των χωριών του Τελέθριου.

«Η πρώτη ξαδέρφη του πατέρα μου», μας είπε ο κ. Πέρης, «είχε παντρευτεί στις Γαλτσάδες. Τα πατρικά σπίτια μας ήταν κοντά, και είχε έρθει να δει τις αδερφές της και είχε μαζί της τη συμπεθέρα της. Θυμάμαι τις γιαγιές αυτές τις δύο, ήμουν μικρό παιδάκι, που φορούσαν μαύρα σεγκούνια και με πράσινο γαρνίρισμα γύρω γύρω και η ποδιά τους ήταν μαύρη με πράσινο γύρω γύρω.»

Η έκθεση προχωράει με φορεσιές από την Κεντρική και Νότια Εύβοια. Τα σύνολα είναι ενδεικτικά των περιοχών και κάνουν σαφή τον ενδυματολογικό χάρτη του νησιού. Ο κ. Πέρης μας ανέφερε πολλές πληροφορίες για την κατεργασία του βαμβακιού και του μεταξιού που γινόταν στην περιοχή της Λίμνης.

«Κάθε σπίτι έφτιαχνε εκείνη την εποχή μετάξι. Και μέσα στο σπίτι μας βρήκαμε μασούρια από μετάξι στα μπαούλα της γιαγιάς. Παρόλα αυτά, η μητέρα μου μού είπε οτι το λεπτό μετάξι δεν το ύφαιναν εδώ, το αγοράζανε… Κυρίως το έφερναν από την Πόλη, από τη Σμύρνη, από την Καλαμάτα ή την Κύμη. Τα πουκάμισα ολόκληρα τα μεταξωτά τα έφερναν από την Πόλη. Της γιαγιάς του πατέρα μου το πουκάμισο έχει διασωθεί αλλά είναι πολύ παλιό, το πιάνεις και λιώνει, γιατί το μετάξι όπως είναι διπλωμένο καίγεται… Θυμάμαι την Νανά την Παπαντωνίου που μου έλεγε ότι όποτε τα βγάζω να τους αλλάζω το δίπλωμα, να μην είναι διπλωμένα στο ίδιο σημείο γιατί καταστρέφονται. Και η Κύμη έβγαζε λεπτό μετάξι… στη Σαλαμίνα λέγεται ότι πήγαν Κυμιώτισσες που τους έμαθαν πώς να κατεργάζονται και να υφαίνουν το μετάξι και έτσι άρχισε εκεί η παραγωγή μεταξιού. Εδώ στην Βόρεια Εύβοια έφτιαχναν το κουκουλάρικο μετάξι. Ακόμη οι μουριές υπάρχουν σε μερικά σπίτια, όπως μπροστά στο σπίτι του παππού μου.»

Η έκθεση συνεχίζεται με ένα πολύχρωμο τοπίο φορεσιών από περιοχές της Στερεάς Ελλάδας και Πελοποννήσου: Μεσόγεια Αττικής, όπου θα σταθούμε στις τρείς φορεσιές με τα τριών ειδών φούντια, διαφορετικών χρονικών περιόδων  με εμφανή την διαφορά στα χρώματα και στο κέντημα, μία εκ των οποίων χρονολογείται στα 1850. Ακολουθούν φορεσιά Σαλαμίνας, Δεσφίνας, Περαχώρας Πελοποννήσου, Στεφανοβίκειου και Μηλιών Πηλίου, Σκύρου, Σκιάθου και Λέσβου. Δίπλα τους  υπάρχουν φορεσιές του Βόρειου Αιγαίου και των Δωδεκανήσων.

IMG_9446

Ο κάτω όροφος φιλοξενεί τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Ανάμεσα στα σπάνια ενδύματα της συλλογής θα σημειώσουμε εδώ την παρουσία ενός καραγκούνικου σαγιά του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα διακοσμημένου με μαιανδρικά κεντήματα καθώς και δύο φορεσιών από τα Χάσια Γρεβενών (εκτίθεται η μία), με ιδιαίτερη ιστορία.

«Περηφανεύομαι», μας είπε ο κ. Πέρης, «ότι έχω δύο ολόκληρα κοστούμια, τα οποία είναι από το ίδιο σπίτι, από τα Χάσια Γρεβενών. Έχει ένα το Μπενάκη και ένα το Μουσείο Μακεδονίας… Δεν έχω δει πουθενά αλλού σε άλλη συλλογή κι αυτό που έχει η Νανά (Παπαντωνίου) στο βιβλίο της είναι του Μπενάκη. Αυτά τα σύνολα μου τα πούλησε ο άνθρωπος που τα είχε γιατί ήθελε να στείλει την κόρη του στο εξωτερικό για σπουδές… η ανάγκη τον έκανε. Η κυρία αυτή που τα είχε στην συλλογή της ήταν φίλη της Χατζημιχάλη, μαζί έκαναν τις περιοδείες στην Μακεδονία, την εποχή του Μεταξά, περίπου  το 1936. Αυτή η κυρία τα είχε λοιπόν είχε αγοράσει τότε, πριν τον πόλεμο, από σπίτι για την προσωπική της συλλογή, μαζί με τις ποδιές και με όλα. Μαζί με τη Χατζημιχάλη γύριζαν τα χωριά και έβγαλαν φωτογραφίες που διασώζονται στο Μπενάκη. Δυστυχώς, όλα τα χωριά αυτά τα έκαψαν οι Γερμανοί μετά, για το λόγο αυτό και δεν σωθήκανε πολλές φορεσιές. Είναι όλα με μαλλί κεντημένα. Και εδώ υπάρχει το δέντρο της ζωής σαν κέντημα, που το συναντάμε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας αλλά και σε όλα τα Βαλκάνια.

Πάνω στη Μακεδονία όλα τα κεντήματα στα ρούχα ήταν με μαλλί. Το μοναδικό πουκάμισο που έχω βρεί να είναι κεντημένο με μετάξι στον ποδόγυρο είναι από τη Σκοπιά (σημ. Σερρών). Όλα τα άλλα είναι με μαλλί. Υπήρχαν και πουκάμισα κεντημένα με χάντρες στα μανίκια και στον ποδόγυρο, όπως αυτά της περιοχής της Φλώρινας, που έλεγε η Νανά ότι ήταν τα νυφικά. Σε κοντινές περιοχές και στη Μακεδονία βλέπουμε να υπάρχουν τα ίδια σχέδια στα ρούχα αλλά κεντημένα με άλλα χρώματα, βαμμένα με φυτικές βαφές. Το μαύρο το έβγαζαν από τα φλούδια από τα ρόδια που έκαιγαν στη φωτιά, τα έτριβαν και με άλλες προσμίξεις έπαιρναν μαύρο χρώμα. »

IMG_9467

Πολλά και ενδιαφέροντα μας είπε ο κ. Πέρης και για τους παραδοσιακούς χορούς.

«Και οι χοροί κάθε περιοχής σχετίζονται και με την φορεσιά. Η Μακεδονία μεν έχει χορούς πιο ζωηρούς όμως είναι πιο κοντά τα ρούχα ενώ στην Ηπειρο είναι πιο μακριά γιατί οι χοροί είναι αργοί. Οι Μακεδόνισσες, φοράν τις κάλτσες τις μάλλινες από κάτω και από πάνω έχουν μάλλινα σεγκούνια. Τα πουκάμισά τους όμως δεν είναι κανένα μάλλινο. Ενώ στη Θράκη που είναι το κρύο το κλίμα υπάρχουν και μάλλινα από μέσα. Όσο για το μετάξι, δεν φορούσαν μεταξωτά γιατί το μετάξι ήταν ακριβό, το πουλούσαν…»

IMG_9456

Όσα και να γράψω, δεν  μπορώ σε αυτή τη ανάρτηση να αναφέρω παρά ελάχιστα από τα όσα μάθαμε από το στόμα του κ. Πέρη. Για να μην σας κουράσω με λεπτομέρειες, περάσαμε μέσα στο χώρο του Μουσείου τρείς ώρες κατά τις οποίες χαρήκαμε την συζήτηση με αυτόν τον αειθαλή άνθρωπο με την ευγενική πρόθεση να συνεισφέρει τις γνώσεις του σε όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για την ελληνική παραδοσιακή φορεσιά…

IMG_9530
Με τον κύριο Ανδρέα Πέρη στο χώρο της έκθεσης

Να αναφέρω επίσης ότι ο κ. Πέρης σε συνεργασία με τον ζωγράφο κ. Γήση Παπαγεωργίου έχουν δημιουργήσει μια σειρά βιβλίων με ζωγραφικές απεικονίσεις των φορεσιών της  συλλογής του κ. Πέρη που αφορούν πολλές περιοχές Ελλάδας  υπο τον τίτλο «Ελληνικές Παραδοσιακές Φορεσιές». Οι τόμοι κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μίλητος και από την Ελληνοαμερικανική ένωση.

Κλείνοντας θα ήθελα να σας ενθαρρύνω αν βρεθείτε στην γραφική κωμόπολη της Λίμνης να μη χάσετε την ευκαιρία να επισκεφτείτε τη Συλλογή Ελληνικών Ενδυμασιών του κ. Πέρη και κυρίως να κουβεντιάσετε μαζί του. Η ενέργειά του και το πάθος του είναι σίγουρο ότι θα σας αιχμαλωτίσουν.

To άρθρο αναρτήθηκε πρώτη φορά απο τη συγγραφέα στον ιστοχώρο Δίαυλος

Advertisements

Οι παραδοσιακές φορεσιές Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων

Ανασκαλεύοντας στο διαδίκτυο βρήκαμε αυτή την εργασία απο τον Οδηγό Ιονίων Νήσων της Σοφίας Μπρισένιου  και του Θεόδωρου Γ. Παππά που περιγράφουν τις παραδοσιακές φορεσιές Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων. Θεωρήσαμε σωστό να αναδημοσιεύσουμε την εργασία εμπλουτισμένη με εικόνες για τους λάτρεις της ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς.

«Η λαϊκή ενδυμασία

α. Γυναικεία

Από την περίοδο της Ενετοκρατίας, οι επιρροές στο ντύσιμο των Κερκυραίων είναι πολλές. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς από τις ξενόφερτες λέξεις που χρησιμοποιούν για να ονοματίσουν τα διάφορα μέρη της ενδυμασίας τους που προέρχονται από αντίστοιχες ενετικές, όπως: rochetto, tabarro, sarza, bombascina, carpetta, taffeta κ.ά.

Οι γυναικείες φορεσιές χωρίζονται ανάλογα με τη γεωγραφική τους περιοχή. Έτσι έχουμε της Λευκίμμης, της Μέσης, του Γύρου, του Όρους, των Παξών και των Διαποντίων Νήσων. Επίσης, άλλη διάκριση των ενδυμασιών είναι σε καθημερινές, κυριακάτικες και νυφιάτικες. Σε φορεσιές κοπέλας, παντρεμένης και χήρας.

img_001
Πανηγύρι στη Βόρεια Κέρκυρα στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Διακρίνεται καθαρά ο παραδοσιακός τρόπος ένδυσης ανδρών και γυναικών (Ιδιωτική συλλογή). (πηγή)

Αντίθετα, οι ανδρικές στολές ήταν ίδιες σε όλο το νησί. Ξεχώριζε μόνο η βλάχικη που τη φορούσαν μερικοί στην Κασσιώπη, την Πλατυτέρα και την Γαρίτσα.

Οι παραδοσιακές ενδυμασίες αρχίζουν σιγά σιγά να δίνουν τη θέση τους στον σύγχρονο τρόπο ένδυσης, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη γνωστή αλλαγή στον τρόπο ζωής. Σ’ αυτό συνέβαλαν οι εύκολες μετακινήσεις, η αστυφιλία, ο τουρισμός, ο νέος τρόπος ζωής, καθώς και άλλοι παράγοντες.

«Εμείς προφτάσαμε», λέει η Ελισάβετ-Λουλού Ι. Θεοτόκη «και φωτογραφίσαμε όσες αυθεντικές στολές βρήκαμε στην Κέρκυρα και ελπίζουμε, έτσι αρχειοθετημένες να αποτελούν στοιχεία περαιτέρω έρευνας, παραθέτουμε δε μερικές φωτογραφίες ως δείγματα του αρχείου μας και αντίγραφα από οικογενειακές φωτογραφίες διάφορων περιοχών».

Αυτό που σήμερα λέμε «παραδοσιακή φορεσιά» διαμορφώθηκε το 17ο αι. μέχρι την επικράτηση στα μέσα του 20ού αι. των «ευρωπαϊκών ρούχων». Έτσι, άνδρες, γυναίκες, νέες, γριές, χήρες, αγρότες και αστοί, ντύνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο.

Χαρακτηριστική ήταν η γυναικεία φορεσιά της Κέρκυρας. Οι φορεσιές αυτές ήταν κεντημένες από γυναίκες της οικογένειας. Είναι εντυπωσιακά τα πολύπλοκα και πολύχρωμα σχέδια και απερίγραπτη η ποικιλομορφία αυτών ανάλογα με τον τόπο προέλευσης τους.

c81b0c3d1eb23f4480813665e13c190f
Νυφιάτικη ενδυμασία περιοχής Μέσης Κέρκυρας. Αρχές του 20ού αι. Αρχείο Δ. Κάντα.

Οι κεφαλόδεσμοι ήταν ό,τι πιο αντιπροσωπευτικό της γυναικείας κερκυραϊκής φορεσιάς, πάντα περίτεχνα και πάντα ταιριαστά με την κόμμωση. Και αυτές είναι ανάλογες από τον τόπο προέλευσης, την οικογενειακή κατάσταση, αλλά και από το αν η γυναίκα που τον φοράει είναι ελεύθερη, μικροπαντρεμένη ή χήρα.

img_037
Χαρακτηριστικός κεφαλόδεσμος με «κοκόρους». Φωτογραφία Δ. Κάντα (Η παραδοσιακή φορεσιά της Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, Κέρκυρα, χ.χ., σελ. 22). πηγη

Η μπουστίνα (από το μπούστο) σκεπάζει το στήθος και φοριέται πάνω από το πουκάμισο. Είναι φτιαγμένη από λινό, βαμβακερό ή μεταξωτό ύφασμα και έχει πολλά κεντητά ποικίλματα, όπου «καρφώνανε» τα δώρα του γάμου από χρυσό.

Το πεσελί το φορούσαν ως συμπλήρωμα της γαμήλιας φορεσιάς και ήταν προσφορά του γαμπρού προς τη νύφη. Ήταν από βελούδο σε ζωντανά χρώματα, κεντημένο με χρυσή κλωστή, με πολυσύνθετα και εντυπωσιακά σχέδια. Το στόλιζαν με χρυσά και ασημένια κουμπιά. Μετά το γάμο η γυναίκα το φορούσε στις γιορτινές ημέρες, ως καλό ρούχο.

f9e39688e59baf1f866fd905dccd6de4

Την ενδυμασία συμπλήρωναν πολύτιμα κοσμήματα. Αξιοσημείωτο είναι οι ξεχωριστές ονομασίες που χρησιμοποιούσαν για τα σκουλαρίκια –περίπου 15– και υπήρχαν ισάριθμα είδη! Επίσης στόλιζαν το λαιμό και το μπούστο με στηθοβελόνες και καρφίτσες, στη μέση φορούσαν ζώνες με πόρπες. Τους καρπούς τούς στόλιζαν με βραχιόλια (μπρατσουλέτα) ή χρυσές στρογγυλές βέργες (οκάνες), και τα δάκτυλα με ανάλογα δακτυλίδια. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα κοσμήματα τα έφτιαχναν σπουδαίοι λαϊκοί Κερκυραίοι τεχνίτες ή τα αγόραζαν από τα ασημοχρυσοχοεία που διατηρούσαν Ηπειρώτες.

Όταν μια γυναίκα χήρευε, έβγαζε τα στολίδια και φορούσε μαύρη μαντίλα ή μαύρη κορδέλα επάνω από την άσπρη μπόλια που σκέπαζε το κεφάλι.

Εκείνο που έκανε να διαφέρουν οι φορεσιές των Κερκυραίων γυναικών της αστικής τάξης ήταν ότι πλεόναζαν οι δαντέλες και τα στολίδια, καθώς και τα υφάσματα ήταν από πιο ακριβά υλικά. Την «καλή» φορεσιά τη φορούσαν τις Κυριακές και τις γιορτές, αφού την έβγαζαν από το σεντούκι ή από το φορτσέρι όπου ήταν φυλαγμένη και μοσχοβολούσε από διάφορα βότανα και μυρωδιές φρούτων.

d8abc91d4922fec56a9ad004ab2bc8f7

i. Πουκαμίσες και Μπουστίνες

Κάτω από το μπούστο η Κερκυραία φορούσε το λευκό πουκάμισο ή αλλιώς την πουκαμίσα. Συνήθιζαν να δένουν πάνω σ’ αυτό το φυλαχτό και μαζί με μια πλεχτή μάλλινη φανέλα, τη μάγια, ήταν το κύριο εσώρουχο της κερκυραϊκής στολής.

Η πουκαμίσα ήταν φτιαγμένη από λινό ή βαμβακερό ύφασμα και έφτανε μέχρι το γόνατο. Τα μανίκια ήταν μακριά σουφρωτά στους καρπούς και το καλοκαίρι πιο κοντά. Είχε κεντήματα στο κάτω μέρος, στη λαιμόκοψη, καθώς και στο πάνω και κάτω μέρος από τα μανίκια. Την πουκαμίσα την ύφαιναν συνήθως οι γυναίκες στο σπίτι.

Πάνω από την πουκαμίσα φορούσαν μια άσπρη φούστα, το μισοφόρι ή ροκέττο ή κοντορόκεττο ή βελέσι, που είχε στη μέση σούρα και, συνήθως, στο κάτω μέρος ήταν κεντημένο.

Για στηθόδεσμο χρησιμοποιούσαν ένα λεπτό ύφασμα από μπατίστα, ψιλό λινό πανί ή από τούλι ή μετάξι για τις γιορτινές ενδυμασίες. Στο κάλυμμα αυτό, που το ονόμαζαν μπροστίνα ή μπουστίνα ή μπροστούρα ή πετόνι ή πετάρι έβαζαν τις γιορτινές μέρες τα χρυσαφικά τους

53bb9b8a3a798cf5cb671266b2588c97
Στολή Λευκίμμης. Από το βιβλίο της Ελισάβετ – Λουλού Θεοτόκη, Ενδυμασίες Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, Έκδοση Δήμου Κερκυραίων, Κέρκυρα 1994, σ.27.

ii. Ροκέττα και Ποδιές

Η καθημερινή φούστα που φορούσε η Κερκυραία, το ροκέττο, ήταν ριγέ με άσπρες και μπλε ρίγες. Στην περιοχή του Γύρου, οι φούστες που έβαζαν οι νύφες, ήταν από μεταξωτό ύφασμα (ταφτάς), σε χρώματα ζωηρά, όπως γαλάζιο, μοβ ή κόκκινο και ήταν πιο κοντές.

Στο νότιο συγκρότημα του νησιού, η φούστα της νύφης και αργότερα η «καλή» φούστα που φορούσε τις γιορτινές μέρες, ήταν πλισέ στο πίσω μέρος και στα πλάγια. Στο μπροστινό μέρος ήταν ίσια γιατί από πάνω φορούσαν την ποδιά. Η φούστα αυτή που λεγόταν και άμπιτο, καρπέττα ή βελέσι, ήταν μακριά και για να τη στολίσουν έραβαν στο κάτω μέρος της πολύχρωμες κορδέλες. Χαρακτηριστικές είναι οι «προξενιές», κορδέλες με λουλούδια που τις κρεμούσαν στην άκρη του ροκέττου.

Τα ροκέττα που φορούσαν τις Κυριακές ήταν όπως και τα νυφιάτικα, αλλά από μαύρο γυαλιστερό αλπακά, ενώ αυτά που χρησιμοποιούσαν καθημερινά από αλατζά.

Εκτός από τη φαρδιά κόκκινη ζώνη που φορούσαν οι γυναίκες, παρατηρούμε ότι στην περιοχή της Μέσης, οι Κερκυραίες έβαζαν ένα τριγωνικό κόκκινο μαντήλι, την τσουτσουμίδα, που πάνω της απεικονίζονταν λουλούδια και φτερά παγωνιού. Τη φορούσαν στη μέση, στην αριστερή μεριά. Οι νέες κοπέλες τη φορούσαν και σαν μαντήλι στο κεφάλι. Την τσουτσουμίδα τη χρησιμοποιούν και στους χορούς.
Νυφιάτικες, γιορτινές και καθημερινές είναι και οι ποδιές ή μπροστέλλες ή μπροστομούνες. Τις καθημερινές ποδιές τις ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες και ήταν από λινάρι.

e39566bfe6694e201ef6deec3da8ec94
ποδιά νυφική Λευκίμμης πηγή

Η νυφιάτικη ποδιά της Λευκίμμης είναι εντυπωσιακή. Χρησιμοποιούσαν ως βάση τον ταφτά σε διάφορα χρώματα και από πάνω στερέωναν με κόκκινη κορδέλα το λευκό τούλι που ήταν κεντημένο. Επίσης, περνούσαν πάνω στο τούλι κορδέλες διαφόρων χρωμάτων, κεντούσαν λουλούδια ή κρεμούσαν λεπτά σιρίτια σε διάφορους σχηματισμούς, φούντες και άλλες κορδέλες. Το χρώμα όμως που κυριαρχούσε ήταν το κόκκινο. Στο κάτω μέρος από το τούλι κεντούσαν για φινίρισμα ένα βολάν.

Στην περιοχή της Μέσης, οι νυφιάτικες και γιορτινές ποδιές ήταν από μετάξι, άλλοτε εμπριμέ, άλλοτε ριγέ ή μονόχρωμες, μακρόστενες με σούρα ή με φαρδιές πιέτες. Στους Σιναράδες, οι γιορτινές ποδιές ήταν από ποπλίνα διαφόρων χρωμάτων και είχαν κόκκινο ή ροζ κέντημα στο κάτω μέρος, ή μεταξωτές που κατέληγαν σε «κρόσσια» στο κάτω μέρος.

img_007
Καθημερινή φορεσιά Μέσης Κέρκυρας (πηγη)

iii. Τζιπούνια

Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν ένα γιλέκο. Το γιλέκο αυτό, κοντό ή μακρύ και χωρίς μανίκια, άφηνε το στήθος ακάλυπτο. Τα πέτα του ήταν σε σχήμα οβάλ και ενώνονταν στο κάτω μέρος πάνω από τη ζώνη. Στο σημείο αυτό δένονταν με κορδόνια ανάμεσα από θηλιές.

Το τζιπούνι ή κοτολί ήταν το νυφιάτικο γιλέκο που φορούσαν οι γυναίκες στην περιοχή της Λευκίμμης. Ήταν φτιαγμένο από κόκκινο βελούδο και μπροστά ήταν στολισμένο με χρυσές φάσες, τις λεγόμενες πασαμάδες, που ξεκινούσαν από τη ραφή του ώμου και κατέληγαν στη μέση, όπου και δένονταν με κορδόνια που περνούσαν μέσα από θηλιές.

Γενικά το νυφιάτικο τζιπούνι ή κοτολί ήταν φτιαγμένο όχι πάντοτε από χρώμα κόκκινο, αλλά και από μπλε, βυσσινί ή θαλασσί και, σπανίως, από μαύρο ύφασμα. Δεξιά και αριστερά από το μπούστο ήταν κεντημένο με χρυσή κλωστή και στολισμένο περίτεχνα. Άλλες φορές έραβαν τρέσες από χρωματιστές κορδέλες ή χρυσά σιρίτια. Τα σιρίτια αυτά ήταν διπλά και για τελείωμα είχαν την κομποβελονιά. Και η πλάτη ήταν με χρυσοκέντημα που κατέληγε σε μια κουφόπιετα στην οποία ήταν ραμμένοι ρόδακες από χρυσή κλωστή πάνω σε χαρτόνι. Στη μέση τους, οι ρόδακες είχαν μια κόκκινη, μπλε ή πράσινη βούλα.

img_142
Κέρκυρα, περιοχή Μέσης. Γιλέκο βελούδινο, μπλε χρώματος, με μονοκόμματο κλείσιμο. Έχει λίγο κόκκινο μεταξωτό κέντημα και είναι φθαρμένο.
Συλλογή Ελισάβετ – Λουλού Ι. Θεοτόκη.

Στο τελείωμά του το κοτολί ήταν κεντημένο με χρυσή κλωστή. Το κέντημα αυτό πολλές φορές γινόταν πάνω σε μεταξωτή κορδέλα, κόκκινη ή γαλάζια. Με φεστόνι έφτιαχναν τις κουμπότρυπες που έκλειναν με ασημένια κουμπιά ή με ασημένια αλυσίδα. Στο εσωτερικό του το τζιπούνι ήταν φοδραρισμένο με λεπτό βαμβακερό ύφασμα. Το καθημερινό τζιπούνι ήταν μάλλινο το χειμώνα, καφέ, πράσινο, μπλε και έκλεινε με ένα κουμπί.

Τα νυφιάτικα τζιπούνια που συναντούμε στην περιοχή του Γύρου και του Όρους, ήταν βελούδινα, αλλά και από αλπακά ή τσόχα, σε χρώμα κόκκινο, μπλε, πράσινο και μαύρο. Στόλιζαν τη μανικοκόλληση με ένα κόκκινο σιρίτι κόκκινο, ροζ, κίτρινο ή χρυσό. Τα κεντήματα στο πλάι του τζιπουνιού, από το στήθος μέχρι τη μασχάλη, λέγονταν σαρκεντίνες. Ήταν κεντημένα συνήθως με κίτρινη ή χρυσή κλωστή.

Για να μην ανοίγει το γιλέκο περνούσαν ένα χρωματιστό σιρίτι από θηλιές που ήταν φτιαγμένες πάνω σ’ αυτό και βρίσκονταν ακριβώς κάτω από το στήθος και την μπροστούρα. Το τζιπούνι που είχαν για τις «καλές» μέρες το λέγανε πασαμά. Επειδή ήταν μακρύ το φορούσαν μέσα από το ροκέτο.

Στη μέση έβαζαν στην περιοχή του Γύρου πολύχρωμες φασκιές ενώ στο Όρος φορούσαν μαύρο ζωνάρι που είχε πάνω του ραμμένη χρωματιστή κορδέλα που κατέληγε σε φούντες.

Το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένες οι φασκιές και οι ζώνες ήταν το βαμβάκι. Τις ύφαιναν πάνω στο πόδι χρησιμοποιώντας το χτένι και την ξύλινη σπάθη. Οι φασκιές είχαν μήκος συνήθως γύρω στο 1,60 μ. και το φάρδος κυμαινόταν από 3 έως 6 εκ. Ένα κομμάτι της φασκιάς ήταν άσπρο και το υπόλοιπο είχε κάθετες πολύχρωμες γραμμές. Οι συνδυασμοί των χρωμάτων επαναλαμβάνονταν.

«Στερέωναν το νήμα στα πόδια, βγάνοντας τα υποδήματα, από τους φτέρνες μέχρι πάνω απ’ το γόνα. Στη μέση τούτου είχαν ένα κτένι και ύφαινον, κτυπώντας το νήμα με ξύλινη πλεμουδιστή σπάθη. Οι κορδέλες είχαν πλάτος 2 εκ. και ήσαν έγχρωμες κατά γραμμάς και κατά μήκος, συνήθως εις το μέσον»

iv. Πεσελιά

Ζακέτα με μανίκια. Από τα πιο εντυπωσιακά κομμάτια της κερκυραϊκής στολής, που φορούσαν οι νύφες σε όλο το νησί. Το πεσελί ήταν συνήθως δώρο του γαμπρού προς τη νύφη. Ήταν φτιαγμένο από ύφασμα βελούδο κόκκινο, μπλε, μοβ, μαύρο ή καφέ και καμιά φορά από τσόχα.

img_045
Νυφιάτικη φορεσιά από Γιαννάδες Κέρκυρας. Αρχείο Κόκκαλη πηγη

Το πεσελί ήταν χρυσοκεντημένο. Τα κεντήματα αυτά γίνονταν παλιά από τους Τερζήδες, που κατάγονταν από την Ήπειρο και αργότερα από τους Εβραίους. Σε κάποια χωριά τα κεντούσαν οι γυναίκες.

«Στην πλάτη κεντούσαν το δέντρο της ζωής, που φύτρωνε από μία γλάστρα. Το δέντρο εθεωρείτο στήριγμα του κόσμου και σύμβολο αιωνιότητας. Στην κορυφή του δέντρου ήταν κεντημένος ο δικέφαλος αετός ως σύμβολο δύναμης και μεγαλείου. Κεντούσαν και παγώνια με μακριές ουρές ως σύμβολο υπεροχής και ομορφιάς. Το δέντρο είχε ρόδακες, φυλλαράκια, μικρά λουλουδάκια, κλαριά. Αλλού η χρυσή κλωστή ήταν βαλμένη μονή και αλλού διπλή ή και τριπλή. Στο κέντρο από τα λουλούδια και τους ρόδακες ήταν απλικαρισμένο μικρό χρωματιστό μετάξι. Η ίδια τεχνική του απλικαρίσματος χρησιμοποιείτο για τη γλάστρα του δέντρου και το σώμα του αετού».

Εκτός από το πεσελί φορούσαν και τη γιακέττα, τόσο τις Κυριακές, όσο και τις καθημερινές. Η κυριακάτικη ήταν συνήθως φτιαγμένη από βελούδο ή μετάξι διαφόρων χρωμάτων· η χειμωνιάτικη ήταν μάλλινη, η δε καλοκαιρινή ήταν φτιαγμένη από τσίτι. Λεγόταν γκρέκα στη Λευκίμμη και στο Γαστούρι, πόρκα στους Σιναράδες. Ήταν κοντή με λαιμόκοψη. Στο κάτω μέρος εμπρός είχε πιέτες πλακωτές, οι οποίες έφθαναν αρκετά πιο πάνω από τη μέση του στήθους και κούμπωνε με σούστες από τις πιέτες και πάνω.

v. Κάλτσες και Παπούτσια

Οι γυναικείες κάλτσες ήταν πλεκτές, μάλλινες ή βαμβακερές. Συνήθως ήταν άσπρες. Έφθαναν ως το γόνατο και τις δένανε με κορδέλες ή καλτσοδέτες. Φορούσαν όμως για καθημερινή χρήση κάλτσες καφέ που τις βάφανε με καρυδότσουφλα. Στην περιοχή του Όρους φορούσανε μαύρες κάλτσες. Τις έπλεκαν με πέντε βελόνες εκ των οποίων τη μία την έβαζαν στην σκαλτσουνόροκα, δηλ. ένα τρύπιο ξύλο όπου έμπαινε μέσα ή βελόνα.

img_217
Γυναικείες χειροποίητες βαμβακερές κάλτσες με άσπρη κορδελίτσα για δέσιμο. Οι γυναικείες κάλτσες ήταν πλεκτές, μάλλινες ή βαμβακερές. Συνήθως ήταν άσπρες. Έφθαναν ως το γόνατο και τις δένανε με κορδέλες ή καλτσοδέτες. Φορούσαν όμως για καθημερινή χρήση κάλτσες καφέ που τις βάφανε με καρυδότσουφλα. πηγη

Όταν δεν ήταν ξυπόλητοι φορούσαν μαύρα παπούτσια με κορδόνια, χωρίς ψηλά τακούνια. Τα νυφιάτικα παπούτσια στην περιοχή της Λευκίμμης και Μέσης ήτανε κόκκινα μεταξωτά με ασημένιες φούμπιες. Τα γιορτινά ήταν μαύρα σκαρπίνια με φούμπια ή κορδόνια.

vi. Κεφαλόδεσμοι

Στη νεοελληνική γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά, ο κεφαλόδεσμος έχει ιδιαίτερη σημασία. Απ’ αυτόν αναγνωρίζεται η περιοχή, η κοινωνική θέση της γυναίκας, αν είναι κοπέλα, παντρεμένη ή χήρα. Επιπλέον, οι κεφαλόδεσμοι διακρίνονται σε γιορτινούς και καθημερινούς. Απαρτίζονται δε από την κόμμωση, τα δεσίματα, τις μαντίλες και το στόλισμα

Οι κεφαλόδεσμοι της Κέρκυρας παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις διάφορες περιοχές, αλλά και ανάμεσα στα χωριά της ίδιας περιοχής. Στη Λευκίμμη, οι κοπέλες είχαν τα μαλλιά τους κοτσίδες, τα έδεναν σαν στεφάνι στο κεφάλι τους και επάνω φορούσαν μαντήλι. Στην περιοχή της Μέσης, φορούσαν κλαρωτά κίτρινα ή άσπρα μαντήλια με λουλούδια κόκκινα και φύλλα πράσινα.

img_092
Καθημερινός κεφαλόδεσμος Λευκίμμης. Στη Λευκίμμη, οι γυναίκες είχαν τα μαλλιά τους κοτσίδες, τα έδεναν σαν στεφάνι στο κεφάλι τους και επάνω φορούσαν μαντήλι πηγη

Μέχρι την δεκαετία του 1960, οι χωρικές φορούσαν πάντα μαντήλια και απέφευγαν να βγαίνουν έξω με κεφάλι ακάλυπτο. Οι μαντίλες στην Κέρκυρα ήταν λευκές ή κρεμ. Μόνο οι κοπέλες φορούσαν χρωματιστά μαντήλια.

img_093
Καθημερινοί κεφαλόδεσμοι Γύρου. πηγη

vii. Κοσμήματα

Απαραίτητο συμπλήρωμα της κερκυραϊκής νυφιάτικης και γιορτινής στολής ήταν τα χρυσά στολίδια. Τα κοσμήματα ήταν δώρα του γαμπρού προς τη νύφη και μαρτυρούσαν την οικονομική κατάσταση του ζεύγους.

Τα κοσμήματα της Κέρκυρας έμοιαζαν με αυτά της Λευκάδας και ιδίως μ’ αυτά της Κάτω Ιταλίας. Τα σχέδια ήταν ιταλικά αλλά τα επεξεργάζονταν επιδέξια Κερκυραίοι τεχνίτες.

Οι κοπέλες, από πολύ νεαρή ηλικία, φορούσαν σκουλαρίκια. Όταν γίνονταν νύφες, οι γονείς τους χάριζαν μαζί με τα άλλα και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια.

img_094

Τα κερκυραϊκά σκουλαρίκια είναι πολλών ειδών: τριάπιδα (τρία κρεμαστά από κρίκο σε σχήμα αχλαδιού), βεργέτες (μεγάλα κρεμαστά σκουλαρίκια), μποκολέτες (μακριά με κόκκινη πέτρα), καμπάνες (σε σχήμα καμπάνας), κλωσσαριές (στρογγυλά με μαργαριτάρια), κουμπιά (μπουμπούλια ολοστρόγγυλα), δάκρυα (σταγονοειδή), κρίκοι, τορκίνες, μασουρέτες, κουλούρες, λαουρέτες, λαουράδες κ.ά.

Τα σκουλαρίκια αποτελούσαν ένα μικρό τμήμα του όλου κύκλου των γυναικείων κοσμημάτων. Τα υπόλοιπα κοσμήματα, αλυσίδες, μενταγιόν, σταυροί, καδένες, στηθοβελόνες, βελόνες, καρφίτσες, πόρπες, βραχιόλια, δακτυλίδια κ.ά., δείγματα εξαιρετικής λαϊκής παραδοσιακής τέχνης, συμπλήρωναν τη φιλαρέσκεια της Κερκυραίας.

viii. Υφάσματα

Για την κατασκευή των υφασμάτων, χρησιμοποιούσαν λινάρι και μαλλί. Το λινάρι καλλιεργείτο στη Λευκίμμη και στη Βόρεια Κέρκυρα. Το μαλλί προερχόταν από τα πρόβατα που υπήρχαν στο νησί.

Το λινάρι το γνέθανε και, αφού γινόταν νήμα, στη συνέχεια το δουλεύανε στον αργαλειό. Από αυτό κάνανε τα πουκάμισα αντρών και γυναικών, σεντόνια κ.ά. Το μαλλί των προβάτων, το έπλεναν και το στέγνωναν στον ήλιο. Μετά το κτενίζανε στα λανάρια για να ξεχωρίσουν το μακρύ μαλλί και το υφάδι από το κοντό, τα οποία πηγαίνανε στον αργαλειό για τα υφάσματα, τις κουβέρτες κ.ά.

Χρησιμοποιούσαν, επίσης, υφάσματα βαμβακερά και βελούδινα αγορασμένα από εμπόρους και ναυτικούς.
β. Ανδρική φορεσια

H ανδρική φορεσια απαρτίζεται από φανέλα, πουκάμισο, βράκα, ζωνάρι, γιλέκο και σακάκι, κάλτσες και τσαρούχια και στο κεφάλι φορούσαν φέσι τουνέζικο ή ψάθα. Ήταν η ίδια σε όλο το νησί.

img_046
Χωρικός της Κέρκυρας, 1900-1910. Ταχυδρομικά δελτάριο από το χρωμολιθοτυπογραφείο Ασπιώτη. Αρχείο Δ. Κάντα πηγη

Ο Κερκυραίος φορούσε στο κεφάλι την τρίτσα (ψάθινο καπέλο) και σπανιότερα φέσι. Φορούσε, επίσης, άσπρο βαμβακερό πουκάμισο με πέτα και με μανίκια φουσκωτά που κατέληγαν σε μανσέτες στους καρπούς των χεριών. Το πουκάμισο είχε μια σειρά κουμπιών, αλλά άφηνε μεγάλο μέρος από το στήθος ανοιχτό. Μέσα από το πουκάμισο φορούσε μάλλινη φανέλα, τη μάγια. Από πάνω από το πουκάμισο φορούσε κοντό γιλέκο από μαύρη τσόχα και κεντημένο με σιρίτια σε ασημί απόχρωση. Κούμπωνε στο πάνω μέρος με ασημένια κουμπιά και αλυσίδες, που περνούσαν μέσα από θηλιές. Τη μέση του την κάλυπτε φαρδύ ζωνάρι πολύχρωμο ριγέ από μάλλινο και μεταξωτό ύφασμα. Από κάτω φορούσε πολύπτυχη βράκα από σκούρο γαλάζιο βαμβακερό ή λινό ύφασμα. Στο μπροστινό μέρος, ανάμεσα από τα πόδια κατέληγε σε μύτη. Με τα σκαλτσούνια, κάλτσες βαμβακερές ή μάλλινες, ολοκληρώνεται η ανδρική στολή. Τις κάλτσες τις έδεναν στο γόνατο με κορδόνια ή κορδέλες, όπως οι καλτσοδέτες. Στα πόδια φορούσαν μυτερά τσαρούχια. Το χειμώνα για να μην κρυώνουν φορούσαν σκουρόχρωμο σακάκι από τσόχα, ή κάπα τργομαλλίσια που είχαν υφάνει οι γυναίκες στον αργαλειό. Γενικώς, όμως, οι άρχοντες Κερκυραίοι και οι αστοί μιμήθηκαν στην ενδυμασία τους Ενετούς.

Ενώ ο Κερκυραίος αστός υιοθέτησε, από νωρίς, τον βενετικό τρόπο ένδυσης, οι κάτοικοι της υπαίθρου διατήρησαν το χαρακτηριστικό τοπικό ένδυμα. «Ένα κόκκινο μάλλινο σκούφο, ένα κοντό γιλέκο από τσόχα ή βελούδο βαθύχρωμο συνήθως, γαρνιρισμένο με γουναρικό το χειμώνα, με διπλή σειρά χοντρά ασημόκουμπα, πανταλόνι πολύ φαρδύ ως τη μέση της γάμπας, κόκκινο μάλλινο ή μεταξωτό ζωνάρι, μπαμπακερές κάλτσες και παπούτσια με μεγάλες ασημένιες φούμπιες. Αυτή είναι η κερκυραϊκή φορεσιά. Ο Κερκυραίος αφήνει μακριά μαλλιά. Τα πλέκει, τα ανασηκώνει στη σούρα του σκούφου και τα στερεώνει πλάγια. Έχει πάντοτε μουστάκι κι είναι περήφανος γι’ αυτό. Να του το κόψουν είναι μεγάλη προσβολή. Το μακρύ μαχαίρι που τρυπώνει στο ζωνάρι δεν είναι απλό στολίδι. Κατά την χειμωνιάτικη περίοδο, προσθέτει στη φορεσιά του κι ένα καπότο από χοντρόπανο που τον προστατεύει από τη βροχή»

Οι Κερκυραίοι φορούσαν και ζωνάρι που το έδεναν γύρω από τη μέση. Το ζωνάρι για καθημερινή χρήση ήταν μάλλινο, ενώ το κυριακάτικο ζωνάρι ήταν μεταξωτό από διάφορα χρώματα με λεπτές ρίγες, κυρίως κίτρινες. Τα ζωνάρια ήταν κόκκινα με φούντες ή γαλάζια με γαρύφαλλα.

Το ανδρικό πουκάμισο ήταν λευκό με μακριά και φαρδιά μανίκια που κατέληγαν στους καρπούς όπου και κούμπωναν. Είχε γιακά ή όρθιο κολάρο, όπου και κούμπωνε με άσπρο κουμπί τις καθημερινές και χρυσό στις γιορτινές. Στο μπροστινό μέρος ήταν ανοιχτό ως τη μέση του στήθους και το κάτω μέρος ήταν ενιαίο. Ήταν στολισμένο με πιέτες και δαντελωτά σιρίτια.

Κάτω από το πουκάμισο φορούσαν τη μάγια, μάλλινη φανέλα με μακριά μανίκια. Τις μάγιες τις έπλεκαν στις βελόνες οι γυναίκες. Τα πουκάμισα από λινάρι τα ύφαιναν οι γυναίκες στον αργαλειό.

Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το γιλέκο ή τζιπούνι από μαύρη τσόχα, το οποίο κούμπωνε σταυρωτά με ασημένια κουμπιά, τοποθετημένα σε λοξή γραμμή. Είχε δύο τσέπες και στη μία από αυτές έβαζαν συνήθως το ρολόι με την καδένα. Το γιορτινό γιλέκο ήταν στολισμένο με χρυσό σιρίτι.

Στη Λευκίμμη οι άντρες φορούσαν το χειμώνα σκούρο τσόχινο σακάκι ή κάπα από τράγιο μαλλί που ύφαιναν οι γυναίκες.

Οι κάλτσες, τα σκαλτσούνια, ήταν άσπρες και φθάνανε μέχρι το γόνατο, όπου και τις δένανε με δύο κόκκινες μεταξωτές κορδέλες. Τις κάλτσες τις έπλεκαν οι γυναίκες με πέντε βελόνες. Τα σκαλτσούνια ήταν μάλλινα το χειμώνα, βαμβακερά το καλοκαίρι. Στα πόδια φορούσανε τσαρούχια με μύτες μπροστά.

γ. Φορεσιά Γαρίτσας

img_068
Χωρική από τη Γαρίτσα Κέρκυρας. Λιθογραφία σε χαρτί, έγχρωμη εκτύπωση. 36,8Χ19,2 εκ. Επιγραφές: «ΚΕΡΚΥΡΑ – ΛΥΚΟΥΡΣΙ {ΝΥΝ ΓΑΡΙΤΣΑ}, ΧΩΡΙΚΗ / Corfou – Villageoise De Lykursi (Now Garitsa}». Αγγελική Χατζημιχάλη, Ελληνικαί Εθνικαί Ενδυμασίαι Εκδιδομέναι Επιμελεία Αντωνίου Ε. Μπενάκη, Αθήνα 1948-1954, πιν. 77. Αρ. ευρ. 40862 Συλλογή Μουσείου Μπενάκη. Πίνακας της συλλογής Κοιλαλού, αρ. 401.πηγη

 

Η γυναικεία στολή της Γαρίτσας ήταν ηπειρώτικης προέλευσης και αποτελείτο από άσπρη μακριά υφαντή πουκαμίσα με χρωματιστά κεντήματα γύρω από την τραχηλιά, το σεγκούνι, το οποίο φορούσαν πάνω από το πουκάμισο και το πεσελί. Το σεγκούνι, ήταν μακριά ζακέτα, ανοιχτή μπροστά που έφθανε μέχρι τα γόνατα, χωρίς μανίκια. Ήταν φτιαγμένο από μάλλινο ύφασμα που ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες. Στα πόδια φορούσαν μάλλινες κάλτσες, τα λεγόμενα τσουράπια, που ήταν πλεκτά. Για υποδήματα χρησιμοποιούσαν τσαρούχια με μαύρες φούντες.

Στη μέση τους, οι γυναίκες φορούσαν ποδιά διακοσμημένη με ωραία κεντήματα, ζώνη υφαντή και, στο κεφάλι, περίπλοκο κεφαλόδεσμο. Φορούσαν, επίσης, κόκκινο φέσι που λεγόταν τσουπάρι. Πίσω από το τσουπάρι δένανε με θηλιά μία κόκκινη μεταξωτή μαντίλα. Τα μαλλιά ήταν πλεγμένα σε δύο κοτσίδες. Για να μην πέφτει ο κεφαλόδεσμος τύλιγαν ένα μαύρο μαντήλι σαν ταινία, που δένεται πίσω στον τράχηλο πάνω από το κόκκινο τσουπάρι.

Τα κοσμήματα της γυναίκας της Γαρίτσας ήταν πλούσια και αργυρά. Στο στήθος βάζανε τα διπλά αλυσιδωτά κιουστέκια, που σχημάτιζαν σταυρό. Επίσης φορούσανε αλυσίδες στη μέση και πόρπες στο στήθος.

Οι Ηπειρώτες που ήρθαν στην Κέρκυρα φορούσαν φουστανέλα. Εκτός από τη φουστανέλα, η στολή αποτελείτο από τη λευκή πουκαμίσα που κούμπωνε μπροστά και είχε φαρδιά μανίκια. Κάτω απ’ αυτήν, κατάσαρκα, φορούσαν τη μάλλινη φανέλα, πλεγμένη ή υφαντή. Πάνω από το πουκάμισο βάζανε το γελέκι και από πάνω τη φέρμελη με τα μανίκια. Στα πόδια φορούσαν μακριές άσπρες κάλτσες που τις στερέωναν κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες και τσαρούχια από ακατέργαστο δέρμα βοδιού. Το χειμώνα φορούσαν κάπα από χονδρό γίδινο ύφασμα. Στο κεφάλι φορούσαν φέσι κόκκινο με φούντα, οι δε ηλικιωμένοι μαύρη τόκα.
4. Παραδοσιακή ενδυμασία Παξών

img_074
Γυναικεία ενδυμασία στους Παξούς. Φωτ. Σπ. Μπογδάνου. Η γυναίκα φορούσε μαύρη φούστα: ροκέττο. Από μέσα άσπρο ποκάμισο, με μακρύ μανίκι. Πιο μέσα, σταυρωτό σωκάρδι, την μπαλαμάνα. Είχε μακριά μανίκια, σχιστά μπροστά, με σειρήτια ή κεντήματα χρυσά και χρυσά κουμπιά. Στο κεφάλι φορούσε μαντήλια πολίτικα, πολύτιμα. Παπούτσια: στιβαλέττα (με λάστιχο στα πλάγια, λουστρίνια). Αυτό ήτανε το λούσο. Πληροφορήτρια: Αμαλία Γραμματικού, Λουκάτος, Δημήτριος, Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών, ό.π. πηγη

α. γυναικεία φορεσια

Η γυναίκα στους Παξούς φορούσε στο κεφάλι μια μακριά μαντίλα σκούρου χρώματος από μετάξι, το κρέπι, που ρίχνονταν μπροστά και οι μύτες της έφταναν ως τη μέση. Τη στερέωναν με καρφίτσα στα μαλλιά. Άλλοτε ήταν μεταξωτή με κρόσσια και άλλοτε λινή ή μάλλινη. Οι νέες γυναίκες φορούσαν μαντίλες με λουλούδια. Φορούσε άσπρη πουκαμίσα βαμβακερή ή λινή, ενώ οι πιο εύπορες φορούσαν μεταξωτή. Τα μανίκια της ήταν μακριά και φαρδιά. Από πάνω από την πουκαμίσα φορούσε γιλέκο από μετάξι ή βελούδο ή πεσελί ή κοντογούνι. Άφηνε το μπούστο ανοιχτό. Ήταν κεντητό στα μανίκια από τον αγκώνα και κάτω, στους ώμους και στις δύο πιέτες της πλάτης, με χρυσοκλωστή. Στο μέρος του στήθους οι Παξινές στολίζονταν με πλούσιο κέντημα. Στη μέση φορούσαν ζώνη μεταξωτή ή πάνινη με ασημένια ή χρυσά κουμπιά. Η φούστα, το ρεκέτο ή βέστα, όπως την έλεγαν ήταν μακριά και φαρδιά από μετάξι, σε χρώματα γήινα. Από πάνω έβαζαν άσπρη ποδιά, την μπροστέλα, στολισμένη με δυο κόκκινες ρίγες και δαντέλα. Στα πόδια φορούσαν άσπρες βαμβακερές ή μάλλινες κάλτσες, πλεγμένες με ντόπιο μαλλί με τέσσερις βελόνες και μαύρα υποδήματα, γοντολέτες ή μποτίνια. Το χειμώνα φορούσαν το σκουτί, ταμπάρο ή βελέσι, ένα παλτό με μακρύ μανίκι, στενό στον καρπό και φουσκωτό στον ώμο με κρόσσια στο τελείωμα. Μπροστά είχε πολλά κουμπιά και κεντήματα. Τα εσώρουχα ήταν η μπουστίνα, ένας στηθόδεσμος, συνήθως με ασπροκέντι, το βρακί, μια μακριά κιλότα, η οποία στερεώνονταν με κορδέλες, το μεσοφόρι, ένα λευκό ή μπεζ κομπινεζόν, το κότολο, μια εσωτερική φούστα η οποία έσφιγγε στη μέση με κορδόνι.

Η γυναίκα φορούσε μαύρη φούστα: ροκέττο. Από μέσα άσπρο ποκάμισο, με μακρύ μανίκι. Πιο μέσα, σταυρωτό σωκάρδι (πουκάμισο χωρίς μανίκια), την μπαλαμάνα. Είχε μακριά μανίκια, σχιστά μπροστά, με σιρίτια ή κεντήματα χρυσά και χρυσά κουμπιά.

img_071
πηγη

Στο κεφάλι φορούσε μαντήλια πολίτικα, πολύτιμα. Ύστερα ήρθε το κρέπι (μεταξωτό) σε διάφορα χρώματα –όχι άσπρο ή μαύρο– βαλμένο στο κεφάλι με τρόπο, να πέφτει με χάρη, με ουρά πίσω. Είχε και κρόσσια. Και βάνανε το κρέπι αλαφάτσα, σε συνδυασμό με τα μαλλιά (δένεται στο κεφάλι με σφίγγλες). Στα μαλλιά βάνανε από πάνω ένα ρολό (από μέσα), σηκώνανε τα μαλλιά σα στεφάνι, κι από πάνω τσιμπούσανε το μαντήλι πάνω στο ρολό. Οι γριές κάνανε τα μαλλιά τους μέρζες: στεφάνι πλεξίδες μπροστά. Κι απάνου τους τσιμπούσανε το μαντήλι. Τα μισοφόρια ήτανε πέντε, για να φουσκώνουν τα γοφά, να φαίνεται τέλεια γυναίκα, ζωηρή. Φορούσαν μποκολέτες ή σκουλαρίκια στ’ αυτιά.

Παπούτσια: στιβαλέττα (με λάστιχο στα πλάγια, λουστρίνια). Αυτό ήτανε το λούσο. Επίσης, γοντολέτες ή μποτίνια που έκλειναν με κουμπιά. Στη δουλειά, ξυπόλητες

Η γυναικεία ενδυμασια των Παξών ήταν επηρεασμένη από την Πάργα.

β. ανδρική ενδυμασια

Οι άνδρες φορούσαν φέσι κόκκινο, καμιζέττο, πουκάμισο με πλατιά μανίκια, χωρίς γιακά. Καμιζέττο του λαιμού χωρίς πλάτη και μανίκια που κούμπωνε στο λαιμό. Μαντήλι του λαιμού συνήθως άσπρο ή κόκκινο. Έβαζαν βράκα μπλε που σκέπαζε το γόνατο και στη μέση την έδεναν με πλατύ μάλλινο ζωνάρι. Γιλέκο που ήταν ανοικτό πάνω και που κούμπωνε κάτω. Ζωνάρι της μέσης κόκκινο ή γαλάζιο, κάλτσες άσπρες μέχρι το γόνατο, τις οποίες έδεναν με κορδέλα. Φορούσαν πασουμάκια ή τσαρούχια μαύρα, χωρίς κορδόνι και το χειμώνα χοντροπάπουτσα από δέρμα, χωρίς κορδόνια, γλώσσες ή χωρίς, οι λεγόμενες μούλες.

«Μέρη της ανδρικής φορεσιάς: σέλα γαλάζια (λινό κ.λπ.), κάλτσες άσπρες (σκαλτσούνια) και τσαρούχια από την Αλβανία. Από πάνω φορούσαν πουκάμισο γαλάζιο ή άσπρο, σταυρωτόν γκελέ από μαύρο ύφασμα (γελέκο) από κάτω σακάκι (σαλαμπάρκα= κοντό σακκάκι με μακρύ μανίκι, κεντήματα χρυσά και κουμπιά χρυσά. Τη φορούσανε σε γιορτές). Κουμπιά. Στο κεφάλι φορούσαν σκουφί άσπρο, με φούντα μαύρη, αλλά το καλοκαίρι και ψάθα (του κάμπου). Οι άνδρες εγκατέλειψαν πολύ ενωρίς την παραδοσιακή τοπική φορεσιά και φόρεσαν τα φράγκικα του συρμού», Πληροφορήτρια: Αμαλία Γραμματικού.

5. Παραδοσιακή ενδυμασία Διαποντίων Νησιών

Οι φορεσιές των Διαποντίων νήσων είναι διαφορετικές από αυτές της Κέρκυρας, αφού τα νησιά αυτά οικίστηκαν από τα αρχαία χρόνια από Ηπειρώτες και στα νεότερα από κατοίκους των Παξών. Η παραδοσιακή φορεσιά είναι ωραία, σε χρώματα του άσπρου πουκαμίσου, μαύρου και κόκκινου πέπλου, μαντίλι κεφαλής, που πέφτει με διαφορετικά μήκη δεξιά στον ώμο κι αριστερά στον αγκώνα. Χαρακτηρίζεται από τη πικέ σάρτσα, ένα εξωτερικό φόρεμα από μαλλί προβατίνας. Μέσα από τη σάρτσα, φορούσαν τον κόντολο, μια εσωτερική λευκή φούστα. Από πάνω το τσιπούνι και τη γιακέτα ή σιγκούνι. Οι άσπρες κάλτσες δίνουν πολλή γραφικότητα και χάρη στο βάδισμα. Η νυφική φορεσιά είναι ιδιότυπη και πλουσιότατη σε διακόσμηση, σχεδόν κοινή με τους Οθωνούς και το Μαθράκι, αλλά διαφορετική της κερκυραϊκής.

Ο Δημήτριος Σ. Λουκάτος αναφέρει ότι οι γυναίκες της Ερείκουσας φορούσανε μαντήλι στο κεφάλι αλαφάτσα μαύρο, καφένιο ή χρωματιστό, πουκάμισο άσπρο, φουστάνι μαύρο, καφέ ή μπλε και άσπρες κάλτσες.

img_050
Νυφικά φορεσιά από την Ερείκουσα. Η νυφική φορεσιά είναι ιδιότυπη και πλουσιότατη σε διακόσμηση, σχεδόν κοινή με τους Οθωνούς και το Μαθράκι, αλλά διαφορετική της κερκυραϊκής. Οι γυναίκες της Ερείκουσας φορούσανε μαντήλι στο κεφάλι αλαφάτσα μαύρο, καφένιο ή χρωματιστό, πουκάμισο άσπρο, φουστάνι μαύρο, καφέ ή μπλε και άσπρες κάλτσες. Δημήτριος Λουκάτος Λαογραφική αποστολή εις τας νήσους Οθωνούς, Ερείκουσα και Μαθράκι. πηγη

Επίσης αναφέρει: «Εις παλαιότερους χρόνους (μέχρι το 1915), οι άνδρες έφερον βράκαν, άσπρες κάλτσες και τσαρούχια, άσπρο πουκάμισο, γελέκι σταυρωτό και φέσι κόκκινο με φούντες. Αι γυναίκες έφερον επίσης τσιπούνι και γιακέττα ή σιγκούνι, κότολο (εσωτερική φούστα) και σάλτσα (εξωτερική φούστα). Ιδιότυπος και πλουσιοτάτη εις διακόσμησιν ήτο η νυφική αμφίεσις της Ερεικουσιώτισσας, κοινή σχεδόν εις Οθωνούς και Μαθράκι και αρκετά διάφορος της Κερκυραϊκής. Περιελάμβανε μέρζες και φούντες εις το κεφάλι, πεσελί χρυσοκεντημένο, ποδιά μεταξωτή κ. ά. Πρόκειται πιθανότατα περί συνδιασμού Παξιακών, Κερκυραϊκών και Ηπειρωτικών στοιχείων».

Για το Μαθράκι τονίζει: «Η τοπική ενδυμασία διατηρείται ελάχιστα μεταξύ των γυναικών, ιδία εκείνων της Κάτω Πάντας. Κατά της αναμνήσεις των παλαιοτέρων, οι άνδρες έφερον σέλλα ή πλατοβράκι (βράκα), γελέκο και σκαλτσούνια άσπρα, πάντοτε δε έφερον τρίτσαν (ψάθινον πίλον) κατά Κερκυραϊκήν επίδρασιν. Των γυναικών η ενδυμασία ήτο ομοία προς της Ερεικούσης».
Επιλογή Βιβλιογραφίας

Βεντούρα Νίκου Σπ., Κορφιάτικος Γάμος, εκδ. Νίκος Χειμαριός, Κέρκυρα 1987.
Βρέλη-Ζάχου Μαρίνα, «Ένδυμα και διαφήμιση στη Ζάκυνθο κατά το χρονικό διάστημα 1877-1911», Δωδώνη, 15, τεύχ. 1 (1986), σσ. 143-168.
Βρέλη-Ζάχου Μ., «Επτανησιακά χειρόγραφα Λαογραφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Συλλογή φοιτητών, 1964-1992. Οι ενδυματολογικές ειδήσεις από την Κέρκυρα», Δωδώνη, 27, τεύχ. 1 (1998), σσ. 163-208 (+20 φωτογραφίες).
Βρέλη-Ζάχου Μαρίνα, Η ενδυμασία στη Ζάκυνθο μετά την ένωση (1864-1910). Συμβολή στη μελέτη της ιστορικότητας και της κοινωνιολογίας του ενδύματος, εκδ. Ίδρυμα Αγγελικής Χατζημιχάλη, Αθήνα 2002.
Γιανναρά-Ιωάννου Τατιάνα, Ελληνικές κλώστινες συνθέσεις – Δαντέλες, Εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1986.
Δεληβορριάς Άγγελος, Ελληνικά Παραδοσιακά κοσμήματα, Μουσείο Μπενάκη, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1979.
Ζώρα Πόπη, Κεντήματα και κοσμήματα της ελληνικής φορεσιάς, Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα 1981, β΄ έκδοση.
Θεοτόκη Ελισάβετ-Λουλού, Ενδυμασίες Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων νήσων, έκδ. Δήμου Κερκυραίων, Αθήνα 1994.
Θεοτόκη Ελισάβετ-Λουλού, Οι Κερκυραϊκές ενδυμασίες της πόλης: από τον 15ο μέχρι και τον 19ο αιώνα, εκδ. Έψιλον, Κέρκυρα 1998.
Κατσαρού Σπύρου, Σύντομη Ιστορία της Κέρκυρας, εκδ. Innovation, Κέρκυρα 1992, 4η έκδοση.
Κλήμης Οδυσσέας-Κάρολος, Δρώμενα και έθιμα του Κερκυραϊκού λαού, Γραφικές Τέχνες Νίκος Χειμαριός, Κέρκυρα 1987, β΄ έκδοση.
Κοντομίχης Πανταζής, Η λευκαδίτικη λαϊκή φορεσιά. Από τον 17ο αιώνα ως τα μέσα του 20ου, έκδοση Ε.Ο.Μ.Μ.Ε.Χ., Αθήνα 1989.
Κυριακίδου-Νέστορος Άλκη, Λαογραφικά μελετήματα, εκδ. Ολκός, Αθήνα 1975.
Κορρέ Κατερίνας, 1977-1978. «Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος», ανάτυπο από τα τεύχη 1203 και εξής της Νέας Εστίας.
Λεκάκης Γ., Αρχαία ιστορία και τοπωνύμια των Παξών, εκδ. Δήμου Παξών, 2005.
Του ιδίου, Παξοί, τα νησιά του ερωτικού πάθους του Ποσειδώνα, εκδ. Αέροπος, 2005.
Του ιδίου, Διαπόντιοι Νήσοι: Οθωνοί, Ερείκουσα, Μαθράκι, εκδ. Αέροπος, 2006.
Λουκάτος Δημήτριος Σ., Εισαγωγή στην ελληνική λαογραφία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1978 β΄ έκδοση.
Λουκάτος Δημήτριος Σ., Λαογραφική αποστολή εις τας νήσους Οθωνούς, Ερείκουσα και Μαθράκι του Νομού Κερκύρας, Ακαδημία Αθηνών, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, τόμος ΙΓ-ΙΔ, έτη 1960-1961, Αθήνα.
Λουκάτος, Δημήτριος, Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών (Καταγραφή 1957), Χορηγία του «Κοινωφελούς Ιδρύματος Παξών» (επιμ. Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Αθήνα 2002, σσ. 49-54.
Μπουνιάς Ιωάννης, Κερκυραϊκά, Ιστορία – Λαογραφία, τόμος Β, Κέρκυρα 1959.
Μωραΐτης Μενέλαος, Ήθη, έθιμα και παραδόσεις της Βόρειας Ορεινής Κέρκυρας, εκδ. Γραφικές Τέχνες Σ. Κοντοσώρος – Γ. Τόμπρος, Κέρκυρα 1993.
Πάγκαλης Γιώργος Αλεξ., Κέρκυρα. Ιστορία και Μύθος, Άνω Παυλιάνα, Λαογραφία και Παράδοση, Αθήνα 1991.
Πανδής Ν. Μπάμπης, Κέρκυρα το Βαϊλάτο του Αλεύχιμου και το Πεντάχωρο- Ιστορία, Ενθυμήματα, Εκδ. κ. Ντούσγος και Σια Ο.Ε.
Ράφτης Άλκης, Ο κόσμος του ελληνικού χωριού, Αθήνα 1985.
Σαλβάνος Γεράσιμος, Γαμήλια έθιμα Αργυράδων Λευκίμμης, ανατύπωση στον 1ο τόμο της Λαογραφίας, Θεσσαλονίκη 1931.
Σιμόπουλος Κυριάκος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ.Χ.- 1821 μ.Χ., τόμοι Α, Β, Γ1, Γ2, Αθήναι 1974- 1975.
Σταμέλος Δημήτριος, Νεοελληνική Λαϊκή Τέχνη, Αλκαίος, Αθήνα 1975.
Χατζημιχάλη Αγγελική, Ελληνική Γυναικεία Φορεσιά, εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, Αθήνα 1977.
Χατζημιχάλη Αγγελική, Ελληνικαί εθνικαί ενδυμασίαι. Πίνακες Νικ. Σπέρλιγκ, τόμ. 1, Αθήναι 1948, και τομ. 2, έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήναι 1954.
Χιώτης Π., Ιστορικά απομνημονεύματα Επτανήσου, Ζάκυνθος 1888.
Χυτήρης Γεράσιμος, Τα λαογραφικά της Κέρκυρας, Δημοσιεύματα Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1988.

Δείτε εδώ και την ανάρτηση μας με τα παραδοσιακά κερκυραϊκά κοσμήματα

Τα κοσμήματα της Κερκυραϊκής φορεσιάς

Οι παραδοσιακές φορεσιές είναι υπέροχες το γνωρίζουμε όλοι. Όμως όταν η ενδυμασία συμπληρώνεται με το απαραίτητο κόσμημα τότε πλέον οι φορεσιές γίνονται απλά εντυπωσιακές. Για σήμερα η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στα κοσμήματα που στολίζουν τις Κερκυραϊκές φορεσιές. Τα κοσμήματα ήταν δώρα του γαμπρού προς τη νύφη και μαρτυρούσαν την οικονομική κατάσταση του ζεύγους.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Καδένες

Τα κοσμήματα της Κέρκυρας έμοιαζαν με αυτά της Λευκάδας και ιδίως μ’ αυτά της Κάτω Ιταλίας. Προτιμούνταν μακριές χρυσές καδένες που τις στερέωναν πάνω στο στήθος με καρφίτσες, απο τις οποίες κρεμόντουσαν μενταγιόν. Τα σχέδια ήταν ιταλικά αλλά τα επεξεργάζονταν επιδέξια Κερκυραίοι τεχνίτες.

img_229
καδένα με μενταγιόν και πετράδια πηγή

Σκουλαρίκια

Τα κερκυραϊκά σκουλαρίκια είναι πολλών ειδών: τριάπιδα (τρία κρεμαστά από κρίκο σε σχήμα αχλαδιού), βεργέτες (μεγάλα κρεμαστά σκουλαρίκια), μποκολέτες (μακριά με κόκκινη πέτρα), καμπάνες (σε σχήμα καμπάνας), κλωσσαριές (στρογγυλά με μαργαριτάρια), κουμπιά (μπουμπούλια ολοστρόγγυλα), δάκρυα (σταγονοειδή), κρίκοι, τορκίνες, μασουρέτες, κουλούρες, λαουρέτες, λαουράδες κ.ά

b003904ecfefd84ca0b8dd0741522c4a

Οι κοπέλες, από πολύ νεαρή ηλικία, φορούσαν σκουλαρίκια. Όταν γίνονταν νύφες, οι γονείς τους χάριζαν μαζί με τα άλλα και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια.

img_230
φαναρωτά σκουλαρίκια (συλλογή Κ. Μαρόλλα) πηγή

 

Τα «τριάπιδα» είναι χρυσά συρματερά σκουλαρίκια της γυναικείας ενδυμασίας της Κέρκυρας. Το κόσμημα αποτελείται από μικρό δισκοειδή ρόδακα από χρυσό έλασμα με συρματερή διακόσμηση από όπου κρέμεται άνθινο συρματερό στοιχείο με κόκκινη πέτρα στο μέσον και τρία αχλαδόσχημα κεμμασίδια, ‘τα απίδια’. Το κόσμημα μοιάζει πολύ με τις μπόκολες της Λευκάδας και χαρακτηρίζονται από τη λεπτή συρματερή τεχνική τους που δίνει στο κόσμημα την αίσθηση της δαντέλας. (πηγή)

fa43ad61cc0da8092736fbaff952810f

corfu6

τριάπιδα κέρκυρας μελτ
«τριάπιδα» από το ΜΕΛΤ

Επιστήθιος σταυρός

78ccc7a80c285045717f1b553df17ebb

aee59fc72e917fcda0cb0e6539c4987d
Παρόμοιος με αυτόν που φορούσαν στην Πάτμο ο επιστήθιος αυτός σταυρός ανήκει στα κοσμήματα της Κέρκυρας (19ου αιω- Μ. Μπενακη)

Στηθοβελόνες

Πολλών ειδών και σχεδίων κοσμούν το στήθος της γυναίκας

8928ed8a71a768062daf48bed9a16ecd

3eadf71886b123a0c6005c8c3908a601
στηθοβελόνες «χελώνες» σε διάφορα μεγέθη και καρφίτσα ρόδακας δυτικού τύπου πηγη
img_228
Συλλογή Ελισάβετ – Λουλού Θεοτόκη πηγή

Τέλος ακόμη και τα κουμπιά των φορεσιών ήταν ασημένια με έκτυπα σχέδια

img_231
ασημένια κουμπιά πηγή 

Την αμφίεση συμπλήρωναν βελόνες, καρφίτσες, πόρπες, βραχιόλια, δακτυλίδια κ.ά., δείγματα εξαιρετικής λαϊκής παραδοσιακής τέχνης.

Αν σας αρέσουν τα παραδοσιακά ελληνικά κοσμήματα μπορείτε να θαυμάσετε σύγχρονα αντίγραφα των κοσμημάτων των ελληνικών νησιών πατώντας ακριβώς εδώ 

Χρυσοκέντημα όπως παλιά…Παλιές τεχνικές που αναβιώνουν στον Αυλώνα Αττικής

Σήμερα η ανάρτησή μας είναι αφιερωμένη στην ομάδα γυναικών του Συλλόγου Αυλωνιτών «Το Σάλεσι» από τον Αυλώνα Αττικής και στις υπέροχες δραστηριότητές τους που επαναφέρουν ξεχασμένες τεχνικές των ελληνοραπτών και τις εφαρμόζουν στις φορεσιές τους, που τις κεντούν οι ίδιες, σε μία εποχή που η μηχανή έχει αντικαταστήσει το χέρι…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Πρόκειται για μια ομάδα γυναικών που ασχολούνται με την κατασκευή της τοπικής φορεσιάς Αττικής. Έχουν μέχρι τώρα πετύχει την κατασκευή χρυσοκέντητων τμημάτων της φορεσιάς όπως ποδιές και μανίκια με την βυζαντινή χρυσοκεντητική τεχνική,

18198615_802232579941249_2689105666903195757_n

10988282_450898615074649_8783840272327355095_n

έχουν πετύχει το κέντημα με την τεχνική τσεβρε σε μετάξι με χρυσή και μεταξωτή κλωστή, την κατασκευή χρυσού χειροποίητου κροσσιού με πούλιες… Το χρυσό το δουλεύουν για να στρώσει με το νύχι, όπως οι παλιοί τεχνίτες.

10896953_410862412411603_1074426274903274014_n

Με κόπο και μεράκι έχουν πετύχει την κατασκευή και το κέντημα όλης της γυναικείας φορεσιάς Αττικής, με τον παλαιό τρόπο, την κατασκευή πλήρους στολής φουστανέλας με μεταξωτά κορδονέτα στο κέντημα των γιλέκων, την κατασκευή δεύτερων φορεσιών διακοσμημένων με ριζοβελονια ή χάντρες ή σουταζ κλπ. Όπως μας ενημέρωσαν σε λίγο θα επιδοθούν και στην μικροϋφαντικη χρυσομέταξων ζωνών.

Εμπνέονται από το μουσείο Ζυγομαλά και τον τοπικό κατασκευαστή φορεσιών Ηλία Πανούση (Μπρεζαράς) που ζούσε μέχρι το 1935 αναπαράγοντας κατά βάσιν τα έργα του. Ο Πανούσης ήταν Έλληνας κατασκευαστής παραδοσιακών φορεσιών και εργοχείρων λαϊκής τέχνης, που έζησε και έδρασε στον Αυλώνα Αττικής. Ο ίδιος ανέπτυξε ένα ιδιαίτερο ύφος στις τέχνες που άσκησε, ενώ τα έργα του είναι σήμερα ευρέως αναγνωρίσιμα σε πολλές περιοχές της Αττικής, της Βοιωτίας και της Εύβοιας. Χαρακτηριστικό της δεξιοτεχνίας του είναι το γεγονός πως οι ντόπιοι έδωσαν στον Πανούση το προσωνύμιο ‘’Μπρεζαράς’’, λόγω των χρυσομεταξοΰφαντων ζωναριών (μπρέζες) που ο ίδιος δημιουργούσε.

1907359_410864322411412_2286736954705321367_n

Τις φωτογραφίες απο τη δουλειά των Γυναικών του Συλλόγου δανειστήκαμε απο την σελίδα τουs στο Facebook. Ευχόμαστε να συνεχίσουν το υπέροχο έργο τους δημιουργώντας με τα χέρια τους υπέροχα έργα τέχνης, διατηρώντας ζωντανές τις τεχνικές κεντητικής και υφαντικής και να μιμηθούν το παράδειγμά τους και άλλοι σύλλογοι στην Ελλάδα.

 

.

Ευαισθητοποιώντας παιδιά 4-5 ετών σε σχέση με την τοπική παραδοσιακή φορεσιά

Με αφορμή την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου διοργανώσαμε μια θεματική ενότητα στο 1ο Νηπιαγωγείο Λουτρών Αιδηψού  προκειμένου να ευαισθητοποιήσουμε τα παιδιά σε σχέση με την τοπική παραδοσιακή ενδυμασία και τις ιδιαιτερότητές της. Ο στόχος ήταν τα παιδιά να ντύσουν τη δική τους κούκλα με την παραδοσιακή τοπική φορεσιά και να μάθουν στοιχεία για το πώς κατασκευάζονταν και χρησιμοποιούνταν τα ρούχα παλιά σε αντιδιαστολή με το σήμερα.

Ο σχεδιασμός περιλάμβανε αρχικά την χρήση αυτοσχέδιου αργαλειού για να υφάνουν τα δικά τους μικρά υφαντά, την επίδειξη των ρούχων που απαρτίζουν την τοπική φορεσιά και την αναγνώριση της χρήσης και των υλικών κατασκευής της καθώς και τη διαφορά που έχει από το σήμερα, την έμπνευση από σχέδια της φορεσιάς τα οποία τα παιδιά θα ζωγράφιζαν και στο τέλος το επιστέγασμα: να ντύσουν τη δική τους κούκλα με τα κομμάτια της γυναικείας και αντρικής παραδοσιακής φορεσιάς που κατασκεύαζαν τα ίδια με τη βοήθεια των νηπιαγωγών.

Το εγχείρημα πήγε πάρα πολύ καλά μολονότι η ηλικία των παιδιών ήταν μικρή. Την πρώτη μέρα, ενδεικτικό ήταν ότι τα παιδιά, κάθισαν για 1,5 ώρα, εξηγώντας στην «κυρία Ασημίνα» τι είχαν κάνει μέχρι τότε και παρακολούθησαν την επίδειξη των ρούχων της γυναικείας φορεσιάς του Αγίου Αιδηψού που έβγαζε η συγγραφέας από το «μπαούλο» της.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Μιλήσαμε στα παιδιά επίσης για την διαδικασία της έρευνας. Τα στάδια που ακολουθεί ένας ερευνητής είχαν ήδη αναλυθεί από τις νηπιαγωγούς, έτσι εύκολα καταλήξαμε στο συμπέρασμα ποιός είναι ερευνητής και ποιά μέθοδο ακολουθεί για να καταλήξει στα συμπεράσματά του. Στο τέλος διαπιστώσαμε πως ο ερευνητής μοιράζεται τη γνώση του με τους άλλους, και για το λόγο αυτό μπορεί να γράψει και ένα βιβλίο. Στο τέλος επιδείχτηκε από το μπαούλο η ντυμένη κούκλα που κατεύθυνε τα παιδιά προς την επόμενη δραστηριότητα.

IMG_0017

Επισκέφτηκα τα παιδιά μια εβδομάδα αργότερα και ντύσαμε μαζί τις κούκλες τους , φορώντας τους και τα απαραίτητα κοσμήματα.

IMG_0137a

Την επομένη μαζί με τις νηπιαγωγούς τους έστησαν το μικρό Μουσείο του σχολείου τους, το οποίο έμεινε για να το δουν οι γονείς στην σχολική γιορτή

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ευχαριστώ θερμά την προϊσταμένη του Νηπιαγωγείου κ. Λίζα Χαπίδου καθώς και τις νηπιαγωγούς κ. Λίλιαν Δούμα, Ιωάννα Νικολάου και Νατάσα Δούμα για την πρόσκληση να συμμετέχω στο project και την τέλεια συνεργασία. Εύχομαι και άλλοι εκπαιδευτικοί φορείς να ακολουθήσουν το παράδειγμα του νηπιαγωγείου τους και να συνεχίσουν με όρεξη και αγάπη να εκπαιδεύουν τα παιδιά. Ευχαριστώ τέλος θερμά τον κ. Θεοφάνη Ραμιώτη και το εργαστήριο Χρυσός και Τέχνη για την παροχή των υλικών για τα κοσμήματα των μικρών φορεσιών και ελπίζω να συνεχίσουμε και στο μέλλον με τέτοιες όμορφες δράσεις!

Λαϊκές Φορεσιές της Καππαδοκίας

της  Ανδριανοπούλου Παναγιώτας, «Λαϊκές Φορεσιές της Καππαδοκίας», 2005,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία

Δύσκολα η έρευνα καταλήγει σε ένα γενικό τύπο ενδυμασίας στην Καππαδοκία ως το 1924, εξαιτίας της πολυμορφίας και της διαφοροποίησης1των επιμέρους ενδυμάτων ανά περιφέρεια.2 Ο κυρίαρχος δομικός ενδυματολογικός τύπος, διαφοροποιούμενος κατά περίπτωση μορφικά, με ποσοτικό και ποιοτικό εμπλουτισμό ή απλούστευση, βάσει μαρτυριών και εικονογραφικών τεκμηρίων από την Ανακού, την Καρβάλη, το Μιστί, την Αξό, το Τσαρικλί, τα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) και τη Σινασό, είναι ο ακόλουθος:3

  • Φαρδύ βαμβακερό εσώρουχο ως τους αστραγάλους, με μακρύ κεντρικό τμήμα. Η καθημερινή φορεσιά, υφαντή στον αργαλειό, είναι συνήθως ακόσμητη, ενώ η γιορτινή έχει κεντητό ή επίρραπτο κάτω μέρος (βρατσί, πατσάι στο Μιστί, τσιντιάνι και σαλβάρι σε Τσαρικλί και Νίγδη).
  • Μακρυμάνικο ένδυμα ως τους αστραγάλους, ελαφρώς τραπεζιόσχημο. Φτιαχνόταν συνήθως από ύφασμα του αργαλειού (μετ’, ιμάτ’).
  • Αμάνικο εφαρμοστό ένδυμα ως τη μέση που κουμπώνει μπροστά. Φτιαχνόταν από τσόχα και βαμβάκι, με απλό κέντημα (ουσλούτς).
  • Ποδήρες ένδυμα, στενό στο πάνω τμήμα, κλειστό μπροστά, άρραφο στα πλάγια από τη μέση και κάτω. Τα καθημερινά φορέματα φτιάχνονταν συνήθως από ριγωτό ύφασμα που αγοραζόταν από τη Νεάπολη, τη Νίγδη ή το Προκόπι, ενώ τα γιορτινά ή νυφικά από υφάσματα πολίτικα ή εισαγόμενα από τη Συρία (σειτερjί, εντερί, γομάσ’ – ονομασία ακριβού υφάσματος και συνεκδοχικά ονομασία του ενδύματος).
  • Μακρύ και σταυρωτό, κατεξοχήν επίσημο γυναικείο ένδυμα, έκρυβε τελείως τα ενδύματα που φοριούνταν κάτω από αυτό. Ραβόταν και κεντιόταν από τεχνίτες με ιδιαίτερη τεχνική (τσόχα ή τσοχά ή τσογά).
  • Ελαφρύς εξωτερικός κοντός επενδύτης, που φοριόταν πάνω από το φόρεμα, με ή χωρίς μανίκια (σάλτα, κιρλίκ στην Ανακού μετά το 1880, ζουμπούνα, εσλίτσι σερεφλού, αμαζόνα με στενές πιέτες στο πίσω μέρος, σελίκ για τις ηλικιωμένες, λιbαdέ, ζιμπούνα / βαμβακούλα, φέρμενε στη Σινασό).
  • Μακριά ορθογώνια ποδιά, με χρηστικό χαρακτήρα, κάλυπτε το μπροστινό τμήμα της φορεσιάς. Η επίσημη τσόχα συνοδευόταν από τιζλίκα με ταιριαστό κεντητό διάκοσμο. Έδενε στη μέση με κορδόνια που κατέληγαν σε φούντες, τα ράμμαντα (τιζλίκα σε Κάρβαλη και Μιστί, ιγκιλίκ στην Ανακού, πεσκίρ στη Σινασό).
  • Απαραίτητο μετά τα δώδεκα χρόνια ήταν το ζωνάρι, που φοριόταν είτε πάνω από την τιζλίκα (Τσαρικλί, Αξό, Μιστί), είτε έσφιγγε κατευθείαν το φόρεμα ή την τσόχα (Νίγδη, Καρβάλη). Τα απλά καθημερινά ζωνάρια φτιάχνονταν από υφαντό του αργαλειού, ενώ τα επίσημα από εισαγόμενο ύφασμα (κεμέρ, λαχούρι).

Το χειμώνα φορούσαν επιπλέον ενδύματα, όπως το μπαμπουκλού, ένα γιλέκο με βαμβακερή επένδυση πάνω από το πουκάμισο, ή το κουτούκ, ένα μακρύ επενδύτη μεταξύ φορέματος και τσόχας στην Καρβάλη.

 

Το κεφάλι κάλυπταν με μαντίλι (γεμενί, γιασμά, τιβάχ, κιβράχ, με χάντρες περιμετρικά) ανοιχτόχρωμο οι νέες, σκουρόχρωμο οι ηλικιωμένες. Σε ολόκληρη την Καππαδοκία υπάρχουν περίτεχνοι και ογκώδεις γαμήλιοι κεφαλόδεσμοι, συχνά αρχαΐζοντες 4 (τερλίτσι στο Μιστί, τσάφκα στην Αξό, τάκα ή ταχιά στην Ανακού, τακέ στα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) σε σχήμα φεσιού, κάσσαπα στη Σινασό). Τα μαλλιά τα είχαν σε μεγάλη υπόληψη («πολύ έχισκάν τα σην υπόλεψη»).5 Η πιο συνηθισμένη γυναικεία καππαδοκική κόμμωση ήταν οι πλεξίις, τέσσερις για τα κορίτσια και τις νέες γυναίκες, δύο για τις ηλικιωμένες. Σε επίσημες περιστάσεις και σε περιοχές, όπως το Γκέλβερι, η Σινασός, η Ανακού, τα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε), οι πλεξούδες έφταναν ως και τις σαράντα.6 Στις μεγαλύτερες πόλεις, όπως η Σινασός, η Τελμησσός, η Ανακού, υπήρχαν ειδικές τεχνίτρες, οι εριτζüδες,7 για το πλέξιμο των μαλλιών. Άλλοτε το ρόλο αυτό αναλάμβαναν φίλες μεταξύ τους, ενώ στο γάμο η νονά της κοπέλας ή η συντέξα, γυναίκα που οι γονείς της νύφης της είχαν βαφτίσει τα παιδιά. Αφού χώριζαν τα μαλλιά στη μέση, τα έκαναν πλεξιδάκια, τα λεγόμενα φιτίλια. Στις απολήξεις τους στερέωναν φλουριά (σατσ-αλτινί) και κατόπιν περνούσαν ανάμεσά τους τσόχινο κορδόνι με ραμμένα φλουριά και χάντρες, έτσι που τα φιτίλια να ενώνονται μεταξύ τους κάτω από το μέσο του μήκους τους.

kappadokisa-apo-prokopi
Γυναίκα απο το Προκόπι

Η ανδρική ενδυμασία εντάσσεται σε πιο σταθερό τύπο που απαντούσε στην ευρύτερη περιοχή της Καππαδοκίας. Ειδικότερα, πέρα από διαφοροποιήσεις κυρίως στα υφάσματα λόγω της τοπικής οικοτεχνίας και των επαγγελματικών ιδιαιτεροτήτων, η ανδρική ενδυμασία ως τα μέσα του 19ου αιώνα αποτελούνταν από:

  • Εσώρουχο (βρατσίε).
  • Πουκάμισο (μέτ’, ιμάτ’).
  • Παντελόνι (σαλβάρ, κιατιπιγές, πιο φαρδύ από παντελόνι και πιο στενό από σαλβάρι, που φοριόταν στη μεταβατική φάση της ανδρικής ενδυμασίας, τέλη 19ου αιώνα).
  • Γιλέκο (ισλίτς).
  • Ζωνάρι (κεμέρ και σιλαχλούλ).
  • Σακκάκι (σάλτα).
  • Επενδύτη: γούνα, κάπα, γιαμψί (<τουρκ. yamps?), ριχτό, αμάνικο, με επένδυση φλόκων εξωτερικά πάνω από ένα στρώμα κετσέ. Συνηθιζόταν σε ρωσικούς πληθυσμούς και κάποτε τον δανείζονταν και οι Μιστιώτες που ταξίδευαν σε αυτές τις περιοχές.

Στις γαμήλιες και γιορτινές φορεσιές χρησιμοποιούνταν κοσμήματα, κυρίως φλουριά. Το στήθος ανδρών και γυναικών κοσμούσαν σειρές από νομίσματα ραμμένα σε τσόχα (γκιζντανούχι σε Νίγδη και Μιστί) ή περασμένων σε αλυσίδα (γκιλντίν), ενώ το ζωνάρι των γυναικών έκλεινε με περίτεχνη πόρπη (μπασκουσαγούδια).

Οι ανάγκες για υπόδεση καλύπτονταν από την τοπική παραγωγή τσαρουχιών ή με κάλτσες (μπεέρτσια στο Τσαρικλί, σαπούχια σε Τσαρικλί και Μιστί, ποδόρτια στη Σινασό, τσουράπια) που έπλεκαν οι γυναίκες. Μόνο μέσα στο 19ο αιώνα γενικεύτηκε η χρήση των πατίν καλόσ’, πιθανότατα κατά μουσουλμανική επίδραση. Γιορτινά παπούτσια ήταν οι δερμάτινες κοντούρες ή τα καλίκια, που κατασκεύαζαν οι υποδηματοποιοί στα μεγάλα εμπορικά κέντρα.

2. Η κοινωνική λειτουργία του ενδύματος

Το ένδυμα εξέφραζε κοινωνικά χαρακτηριστικά του ανδρικού και του γυναικείου φύλου των χριστιανικών, ελληνόφωνων μα και τουρκόφωνων πληθυσμών της Καππαδοκίας και παράλληλα συνδεόταν με την κοινωνική συγκρότηση.

Μεταξύ χριστιανικών κοινοτήτων παρατηρούνταν συμπεριφορές άρρητης, μα σχεδόν απαράβατης ενδογαμίας, ακόμη και σε επίπεδο χωριών.8Είχαν διαμορφωθεί τοπικά ενδυματολογικά στοιχεία, που χωρίς να διαταράσσουν τον προαναφερθέντα γενικό τύπο, λειτουργούσαν ως μορφικές παραλλαγές και συνιστούσαν «διάλεκτο» μεταξύ των κατοίκων της ίδιας κοινότητας. Η υπακοή σε παγιωμένους τοπικούς παραδειγματικούς ενδυματολογικούς τύπους9 ήταν απαραίτητη για την κοινωνική αποδοχή στην Καππαδοκία. Το ζωνάρι σε άνδρες και γυναίκες μετά τα δώδεκα χρόνια, τα λιγότερα πλεξούδια στις γυναίκες προχωρημένης ηλικίας, η αποφυγή του κόκκινου, μπλε σκούρου και μαύρου χρώματος10 στα καθημερινά ενδύματα ήταν κάποιες βασικές επιταγές του καππαδοκικού ενδυματολογικού κώδικα, κοινές στα περισσότερα κατά τόπους ιδιώματα. Κάθε χρωματική λεπτομέρεια ή κάθε ποσοτικός εμπλουτισμός είχε ένα έντονο σημαντικό φορτίο. Για παράδειγμα, οι νιόνυφες στο χορό του Αγίου Βασιλείου φορούσαν ανοιχτόχρωμα και πλουμισμένα μαντίλια, τα τιβάχ, ενώ οι από χρόνια παντρεμένες απλούστερα.11

Το χαρακτηριστικότερο ίσως στοιχείο της εμφάνισης της παντρεμένης Καππαδόκισσας, πέρα από αυστηρά εθιμικά πλαίσια, όπως αυτά του γάμου, ήταν η κάλυψη ολόκληρης της κεφαλής, έτσι που φαινόταν μόνο μια μικρή περιοχή γύρω από τα μάτια. Στο γάμο, η κάλυψη του προσώπου της νύφης από πέπλο12 πυκνά υφασμένο, που στερεωνόταν στον κεφαλόδεσμο και έφτανε κάποτε ως τα γόνατα,13 δικαιολογείται με βάση δεισιδαιμονικές πίστεις που ήθελαν τη νύφη πομπό αλλά και δέκτη βασκανίας.14 Στην Καππαδοκία, η γυναίκα μετά το γάμο, άρα συχνά πριν από τα δεκαοκτώ της χρόνια, υποχρεωνόταν να φέρει κεφαλοκάλυμμα χαμηλά στο μέτωπο και να το δένει πίσω στον αυχένα, σταυρώνοντάς το γύρω από το λαιμό και σκεπάζοντας μύτη και στόμα. Μια τέτοια ενδυματολογική επιλογή ήταν δηλωτική της κοινωνικής θέσης της γυναίκας στην Καππαδοκία. Το ανδροπατροτοπικό σύστημα εγκατάστασης ενίσχυε την υποτέλεια της γυναίκας15 στα άρρενα μέλη της οικογένειας, με τα οποία δεν επιτρεπόταν να συντρώει,16 να συνομιλεί, να συνυπάρχει ως αυτόνομη μονάδα.

Ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει μέσα από μαρτυρίες είναι η «εξαγορά της νύφης». Η οικογένεια του γαμπρού έδινε ένα ποσό στην οικογένεια της νύφης δεδομένου ότι στερούσε την τελευταία από την εργατική δύναμη της νύφης. Η συμφωνία εθιμοτυπικά σφραγιζόταν με την προσφορά από την πλευρά του γαμπρού ενός λεπτού, μονόχρωμου ή κλαρωτού μαντιλιού, του γιασμά(χ) ή γεμενιού, που φορούσαν ως καθημερινό κεφαλόδεσμο σε όλη την Καππαδοκία. Συνεκδοχικά οι ονομασίες των μαντιλιών έφτασαν να σημαίνουν τη συνήθεια της εξαγοράς της νύφης .

Η δομή της ενδυμασίας προάσπιζε τη σεμνότητα, πρωτεύουσα γυναικεία αρετή στις παραδοσιακές κοινωνίες, που μεταφραζόταν σε επιβεβλημένη σιωπή και χαμηλό βλέμμα: η τσόχα, ραδινή και σχεδόν ακίνητη –λόγω κοψίματος, υφής των υφασμάτων, λιτής διακόσμησης και σκούρων χρωμάτων–, επέτρεπε ανεπαίσθητες κινήσεις τόσο στους κυκλικούς όσο και στους αντικριστούς χορούς.

Ο κοινωνικός ρόλος του ενδύματος ως «συλλογικού θεσμού»17 αναβαθμίζεται σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Στο γάμο η γυναίκα φορούσε οπωσδήποτε την τσοχά, που καθιερώθηκε αρχικά στα κέντρα της Καππαδοκίας και κατόπιν γενικεύτηκε ως επίσημο ένδυμα και στις φτωχότερες περιφέρειες. Στο πένθος, άνδρες και γυναίκες έβγαζαν τα διακοσμημένα ενδύματα και για καιρό φορούσαν τα ίδια εξωτερικά ρούχα, πρακτική την τήρηση της οποίας ήλεγχε η ίδια η κοινότητα.18 Παρά την οικονομική δυσπραγία, τα γιορτινά ρούχα19 δεν έπρεπε να λείπουν από κανένα νοικοκυριό. Έτσι σχεδόν όλες οι γυναίκες διέθεταν παραπάνω από μια τσοχά. Για να τηρηθούν όλα «όπως ορίζονταν» ενεργοποιούνταν, ενδεχομένως ασυναίσθητα, συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης. Έτσι, αν κάποια Μιστιώτισσα δεν μπορούσε να αγοράσει έτοιμη τσοχά ή ύφασμα από τη Νεάπολη (Νέβσεχιρ), το Προκόπι (Ουργκιούπ) ή την Πόλη, δανειζόταν από συντοπίτισσά της, όσο και αν κάτι τέτοιο δεν την τιμούσε ιδιαιτέρως.20 Κάποτε η εκκλησία διέθετε τον κόκκινο τελετουργικό μανδύα του γάμου, επιτρέποντάς μας, τηρουμένων των αναλογιών, να χαρακτηρίσουμε το ένδυμα οιονεί κοινοτικό,21 αφού δεν υπάρχει μαρτυρημένη ενοικίαση. Κάποιες φορές22 το γαμήλιο πέπλο, το αl, δωριζόταν από τη νύφη στην εκκλησία του χωριού, που συχνά το ενοικίαζε σε άλλες νύφες που δεν είχαν.

Η σχέση των Καππαδόκων με τα ενδύματά τους ήταν τέτοια που ενισχύει την άποψη όσων θεωρούν ότι τα ενδύματα αντιπροσωπεύουν μέρη του σώματος που καλύπτουν.23 Έτσι έχει παρατηρηθεί ότι χριστιανοί24 κατά περιπτώσεις αφιέρωναν ή έταζαν25 ενδύματα σε εκκλησίες, οι οποίες με τη σειρά τους τα έβγαζαν σε δημοπρασία, για να καλύψουν εκκλησιαστικές ανάγκες.26

3. Ιστορικά συμφραζόμενα και ενδυμασία

Η εξέλιξη και εν τέλει η παγίωση της καππαδοκικής γυναικείας και ανδρικής ενδυμασίας συντελέστηκαν σε δεδομένα ιστορικά συμφραζόμενα. Και εδώ οι χριστιανικοί πληθυσμοί συμμορφώνονταν στις υπαγορεύσεις αναφορικά με την αμφίεση των μιλλέτ, των εθνοθρησκευτικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με έντονο όμως το μουσουλμανικό στοιχείο, με ένα μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού να τείνει σταδιακά σε εκτεταμένη ή και αποκλειστική χρήση της τουρκικής γλώσσας, με τη θρησκεία ως μόνο συνεκτικό στοιχείο «εθνικής» ταυτότητας, οι ενδυματολογικές επιλογές των χριστιανών, και ιδίως των γυναικών, φορτίζονταν με αναγνωριστικά, διακοινοτικά σχήματα και ανάγονταν σε στοιχείο ενδοκοινοτικής συνοχής. Έτσι οι χριστιανές Καππαδόκισσες δεν υιοθέτησαν το σαλβάρι ως βασικό εξωτερικό ένδυμα, κάτι που συναντάμε στις μουσουλμάνες, ενώ οι γαμήλιοι κεφαλόδεσμοί τους αποτελούσαν απόηχους βυζαντινών και διαφοροποιούνταν από τους μουσουλμανικούς. Οι αλληλεπιδράσεις27 όμως ήταν αναπόφευκτες. Συνήθειες όπως οι πλεξίδες ή η συνολική κάλυψη κεφαλής και προσώπου απαντούσαν και σε χριστιανές και σε μουσουλμάνες Καππαδόκισσες, χωρίς να μπορούμε με ασφάλεια να πούμε σε ποια από τις δύο κοινότητες εμφανίστηκαν για πρώτη φορά .

Όταν στα τέλη 19ου αιώνα28 οι Καππαδόκες για εμπορικούς και επαγγελματικούς λόγους μετανάστευαν ή απλώς ταξίδευαν άρχισαν να μεταβάλλονται οι ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες, λ.χ. αναβαθμίστηκε η θέση της γυναίκας, ενδυναμώθηκαν οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί που απασχολούνταν στα κτήματα των μεταναστών εμπόρων, αλλά και οι ενδυματολογικές συνήθειες. Τη συγκυρία ευνόησε και η εποχή των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, που δεν επέβαλλε πλέον τόσους περιορισμούς. Σε κάθε επιστροφή οι ξενιτεμένοι έφερναν ως δώρα μαντίλια, ζωνάρια, λαχούρια και υφάσματα (π.χ. ριγωτά μεταξωτά από τη Δαμασκό) αγορασμένα στα αστικά κέντρα της ΝΑ Μικράς Ασίας ή της Πόλης. Οι γυναίκες κατασκεύαζαν πια ενδύματα με αυτά τα υλικά ή ενσωμάτωναν νέα ενδύματα στα παλαιά.

Η επικοινωνία των Καππαδόκων με τα αστικά κέντρα είχε άμεσες συνέπειες στην εξέλιξη και του ανδρικού ενδύματος, που επηρεάστηκε από τον κυρίαρχο πληθυσμό κάθε τόπου. Έτσι, όσοι σχετίζονταν με βορειοανατολικές επαρχίες υιοθέτησαν ρωσικά ενδυματολογικά στοιχεία,29 οι Αξενοί που ασχολούνταν με το εσωτερικό εμπόριο γίνονταν οι κατεξοχήν φορείς του τουρκικού πολιτισμού, στο ένδυμα και στη γλώσσα,30 ενώ όσοι έφταναν ως την Πόλη ήταν οι πρώτοι που φορούσαν «φράγκικα».

Από το 1870 και εξής συντελέστηκε σειρά ενδυματολογικών διαφοροποιήσεων και στο γυναικείο ένδυμα. Τα καταστήματα από όπου εύκολα προμηθεύονταν υλικά, όπως κλωστές, βελόνια, μα κάποτε και υφάσματα και έτοιμα ενδύματα, τα παζάρια της Νίγδης και της Νεάπολης,31 οι πραγματευτές και η επιστροφή των εμπόρων άμβλυναν τα αυστηρά ήθη. Ήδη από το 1850 η κάλυψη του προσώπου της νύφης στη Νεάπολη απέκτησε τελετουργικό χαρακτήρα, απαλλαγμένη από την κοινωνική σήμανση που έφερε το 18ο αιώνα.32 Το 1870 άρχισε μια σταδιακή απλούστευση του αρχικού τύπου: στην Αξό τότε παρουσιάστηκε μια τάση εκμοντερνισμού.33 Στην Ανακού φορέθηκε το πρώτο κοινό φουστάνι. Όμως μόνο μετά το 1920 κυκλοφόρησαν ευρύτερα τα δυτικά ενδύματα.34

 

1. Η διαφοροποίηση εντοπίζεται κυρίως στη διακόσμηση, στα υλικά κατασκευής, ακόμη και στην ονομασία, ανάλογα με το αν πρόκειται για ελληνόφωνο ή τουρκόφωνο πληθυσμό.

2. Η Καππαδοκία διαιρείται, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, σε επτά περιφέρειες: Καισαρείας, Προκοπίου, Νεαπόλεως (Nevşehir), Ακσεράι-Γκέλβερι, Νίγδης, Φαράσων και αποικιών των Φαράσων. Βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι, (Αθήνα 1971), σελ. 14.

3. Αν θέλαμε να κατατάξουμε με βάση τα γνωστά ενδυματολογικά ταξινομικά συστήματα (Παπαντωνίου, Χατζημιχάλη) το γενικό ενδυματολογικό τύπο της καππαδοκικής φορεσιάς, θα λέγαμε ότι πρόκειται για φορεσιά με το καβάδι. Σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα που επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί στη δεκαετία του 1980 από ομάδα εμπειρογνωμόνων στο Musée des Arts et des Traditions Populaires, μπορεί να θεωρηθεί σύνολο από ραμμένα ενδύματα που φοριούνται από το κεφάλι και τα περισσότερα στηρίζονται στους ώμους. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με το νέο ταξινομικό σύστημα βλ. Groupe de Travail sur le Vêtement, “La constitution d’un prôtocole d’enquête”, L’Ethnographie 92-94, Actes du colloque national CNRS “Vers une anthropologie du vêtement”, Musée de l’Homme (9-11 mars 1983) publiés sous la direction d’ Y. Delaportes (Paris 1984), σελ. 287-289.

4. Κορρέ- Ζωγράφου, Κ., Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος (Αθήνα 1991), σελ. 10.

5. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 100. Τα μαλλιά θεωρούνταν βασικό στοιχείο γυναικείας ομορφιάς. Στο Γκέλβερι για να δυναμώσουν και να μακρύνουν τα μαλλιά τους οι κοπέλες επιδίωκαν να βραχούν από το πρώτο νερό του Μαΐου· Βλ. Πετρόπουλος, Δ. – Ανδρεάδης Ερ., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 164. Ενδεικτικά για το πόσο σημαντικά ήταν για τις ίδιες τις γυναίκες τα πλούσια και μακριά μαλλιά είναι όσα έγιναν κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών (1924), όταν επιβάλλονταν αναγκαστικά υγειονομικά μέτρα στους προσφυγικούς πληθυσμούς. «Όταν ήρθαμε πρόσφυγες, στην καραντίνα, μας κόβαν τα μαλλιά, κόβανε τα φιτίλια. Αχ! Να ’βλεπες τι έγινε τότε. Τι κλάμα ήταν εκείνο! Ένα κορίτσι πήγε να πέσει στη θάλασσα, για να μην του κόψουν τα φιτίλια. Μια νύφη τσίριζε: “Πώς να πάω τώρα στον άνδρα μου;”. Μια άλλη νύφη πέθανε από τη στενοχώρια της. Τότε απαγορεύτηκε και δεν μας κόψανε πια τα μαλλιά». Μαρτυρία Ιορδάνας Κουβάρογλου, από τη Δελμησσό, που δόθηκε στη Σόφη Αναστασιάδη το 1950, και περιλαμβάνεται στους φακέλους της Καππαδοκίας από το υλικό του Κ.Μ.Σ.

6. Η επιλογή του αριθμού 40 για τις πλεξίδες δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία. Από τα βυζαντινά χρόνια το 40 συγκαταλέγεται στους συμβολικά φορτισμένους αριθμούς. Βλ. Σπυριδάκης, Γ.Κ., Ο αριθμός τεσσαράκοντα παρά τοις Βυζαντινοίς και νεωτέροις Έλλησι (Αθήναι 1939), σελ. 101-102. Τα παραπάνω ενισχύουν και μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες κατά τη γιορτή των Σαράντα Μαρτύρων στο Γκέλβερι οι γυναίκες συνήθιζαν για καλοτυχία να περνούν 40 βελονιές στα κεντήματά τους ή 40 βελονιές στους αργαλειούς τους. Βλ. και Πετρόπουλος, Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 151. Επιπλέον, η πεθερά στο ίδιο χωριό το Μεγάλο Σάββατο δώριζε στην αρραβωνιαστικιά του γιου της 40 φλουριά για τις πλεξούδες της, βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., ό.π., σελ. 156.

7. Μαρτυρία Ιορδάνας Κουβάρογλου, από τη Δελμησσό, που δόθηκε στη Σόφη Αναστασιάδη το 1950 και περιλαμβάνεται στους φακέλους της Καππαδοκίας από το υλικό του Κ.Μ.Σ. Μας δίνει πληροφορίες ακόμη και για το εργασιακό καθεστώς των εριτζüδων, που μισθώνονταν σε ετήσια βάση. Στις αρχές του 20ού αιώνα η ετήσια αμοιβή τους ήταν 6-7 γρόσια από κάθε γυναίκα.

8. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ελληνόφωνου Μιστιού, όπου οι γυναίκες δίσταζαν να παντρευτούν σε άλλο χωριό, αφού μεταφέροντας εκεί το παράξενο ντύσιμό τους θα γίνονταν αντικείμενο «περιέργειας και εμπαιγμού». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας (Αθήνα 1977), σελ. 202. Για περισσότερα σχετικά με τη σημασία ενδογαμικών πρακτικών στην παγίωση ενδυματολογικών τύπων βλ. Μελλίδου-Κεφαλά, Ν., «Η γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά από το Μέγα Ζαλούφι», Εθνογραφικά 7 (Ναύπλιο 1989), σελ. 68.

9. «Αν έφερνες εκατό γυναίκες τη μία κοντά στην άλλη, όλες το ίδιο ρούχο φορούσαν, σαν τους στρατιώτες, δεν μπορούσαν να φορέσουν διαφορετικά γιατί τις κορόιδευαν». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 144. Κάτι τέτοιο δεν έχει να κάνει με την έννοια της «μόδας» όπως εννοείται σήμερα, μα με τη λειτουργία του ενδύματος ως αναγνωριστικού κώδικα μεταξύ των μελών μιας κοινότητας και με το βαθμό αποδοχής και ένταξης στα όριά της. Βλ. Τσένογλου, Ε., «Τα γυναικεία καστελλοριζιακά ενδύματα», Εθνογραφικά 4-5 (Ναύπλιο 1985), σελ. 59-61.

10. Ιωσηφίδης, Κ., Η Καρβάλη της Καππαδοκίας – Η Φορεσιά (Νέα Καρβάλη 1988), σελ. 13.

11. Κορρέ-Ζωγράφου, Κ., Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος (Αθήνα 1991), σελ. 132.

12. Στο Μιστί, χωριό της περιφέρειας Νίγδης, η καλύπτρα αυτή λέγεται αl, και λίγο πριν από την ανταλλαγή δε φοριόταν παρά μία εβδομάδα. Σε παλαιότερες εποχές έχουν καταγραφεί ακόμη πιο συντηρητικές συμπεριφορές. Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 230. Στην Αξό, οι νεόνυμφες υποχρεώνονταν να φορούν την καλύπτρα για απροσδιόριστο εθιμικά χρονικό διάστημα, που μπορούσε να φτάσει και το έτος, ανάλογα με τη βούληση και την απόφαση του επικεφαλής της οικογενειακής μονάδας. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξό Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 217, 221.

13. Έτσι σημειώνεται για την περίπτωση της Αξού, όπου ο νυφικός πέπλος, το doυβάχji, λέγεται άλης και είναι ένα κόκκινο διάφανο τούλι με φάρδος 50 εκ. και μήκος περίπου ένα μέτρο. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξό Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 249.

14. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη δύναμη της βασκανίας βλ. Μιχαλοπούλου-Βέικου, Χ., Το μάτιασμα, η κοινωνική δυναμική του βλέμματος σε μια κοινότητα της Μακεδονίας, διδ. διατρ. (Αθήνα 1996).

15. Χαρακτηριστικά λεγόταν στην Ανακού, μολονότι εκεί λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικών συνθηκών (έντονο μεταναστευτικό ρεύμα των ανδρών στη Πόλη, επαφές με άλλα, λιγότερο ή περισσότερο αστικά κέντρα κτλ.) η θέση της γυναίκας δεν ήταν και τόσο υποβαθμισμένη, ότι «νύφ’ και σκλάβος ψυσή δεν έχουν». Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 183.

16. Για να φάει, όταν της επιτρεπόταν να καθήσει στο ίδιο τραπέζι με τους άνδρες, έπρεπε για κάθε μπουκιά να αποστρέφει το κεφάλι, να σηκώνει την καλύπτρα ή να κατεβάζει το γιασμάχ, να φέρνει το κουτάλι στο στόμα και προτού καν καταπιεί να ξανανεβάσει το κεφαλόδεμα. Για κάθε μπουκιά επαναλαμβανόταν η αυτή διαδικασία. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 222.

17. Παπαντωνίου Ι., «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1 (Ναύπλιο 1989), σελ. 5.

18. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 193.

19. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 73.

20. Αν ο πατέρας της δεν της έκανε δώρο τσοχά για το γάμο, η νύφη ξεσπούσε το παράπονό της στη φράση: «Για μένα οι ραφτάδες σπάσαν τα βολόνια;». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 219.

21. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 214.

22. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 182.

23. Πρόκειται για την αντίληψη του pars pro toto, ήτοι του ότι το μέρος λειτουργεί για λογαριασμό του όλου. Βλ. Λεκατσάς, Π., Η καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξασιών (Αθήνα 1951), σελ. 56.

24. Εδώ αξίζει να σημειωθεί και μια συνήθεια που απαντούσε τόσο σε χριστιανικούς όσο και σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Καππαδοκίας και αποδείκνυε δοξασιολογικό συγκρητισμό. Στο δρόμο προς Göstük μουσουλμάνοι και χριστιανοί έκοβαν και κρεμούσαν πάνω σε αγριοαπιδιά κουρελάκια από ρούχα τους, ευχόμενοι για υγεία και ευετηρία. Βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 85. Πανομοιότυπη πρακτική τηρείται ως σήμερα από μουσουλμάνους στη Σινασό, στον περίβολο της ερειπωμένης πια  εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.

25. Μπαλτά, Ε. (επιμ.), Προκόπι (Αθήνα 2004), σελ. 102, μαρτυρία Ελισάβετ Ισαακίδου (1949).

26. Μαυροχαλυβίδης Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 147.

27. Εκτός από τις ενδυματολογικές συνήθειες, αλληλεπιδράσεις διαπιστώνονταν και σε τρόπους καθαριότητας ή υγιεινής του σώματος. Στην Ανακού, για παράδειγμα, μαρτυρήθηκε την παραμονή του γάμου τελετουργική αποτρίχωση των απόκρυφων σημείων του σώματος ανδρών και γυναικών με ένα βοτάνι, πρακτική που δεν παρατηρήθηκε σε άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς, ιδιαιτέρως δόκιμη όμως στους μουσουλμάνους. Βλ. Κωστάκη, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 168. Για περισσότερα στοιχεία αναφορικά με τις αλληλεπιδράσεις σε επίπεδο δοξασιών και εθιμικής συμπεριφοράς βλ. Πετρόπουλου Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 56.

28. Οι Καππαδόκες από τη βόρεια Καππαδοκία μετανάστευσαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, ενώ αυτοί από την κεντρική και νότια Καππαδοκία προς τα ΝΑ (κυρίως στα Άδανα). Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 391.

29. Οι Μιστιώτες που δούλευαν στους κετσέδες περνούσαν σημαντικό μέρος του χρόνου σε άλλες περιοχές και κάποτε ταξίδευαν ως τις επαρχίες που συνόρευαν με τη ρωσική επικράτεια. Συχνά οι κλιματικές συνθήκες κάθε τόπου τους ανάγκαζαν να υιοθετήσουν ενδύματα όπως το γιαμψί, αντί της γνωστής τους κάπας, ή το πασλίκ, πανωφόρι με κουκούλα. Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Β΄ (Αθήνα 1977), σελ. 449.

30. Η ενδυμασία των Αξενών εμπόρων του εσωτερικού της Ασίας επηρεάστηκε από τους τουρκικούς πληθυσμούς: Η κάπα αντικαταστάθηκε από τσόχινη σάλτα και κατόπιν από σάκκο, ενώ η ποδήρης κάπα από το αραβικό μασλάχ. Το σαλβάρι από μαύρο υφαντό, τόσο τυπικό στους Αξενούς, υποχώρησε μπροστά στον κιατιπιγέ, μια περισκελίδα στενότερη από σαλβάρι, που έμοιαζε με παντελόνι, το δε χωρικό φέσι πλέον εγκαταλείφθηκε και υιοθετήθηκε το τουρκικό με φούντα μία πήχη και αργότερα το dαλφές (φέσι με μικρή φούντα). Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 85-87. Όσον αφορά τα υποδήματα οι Καππαδόκες χριστιανοί έμποροι μιμούμενοι τους Τούρκους άρχοντες των πόλεων φόρεσαν όχι πια τσαρούχια ή κοντούρες μα ποτίν καλόσ’. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 26.

31. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Β΄ (Αθήνα 1977), σελ. 440.

32. Κουκίδης, Γ., Η Νεάπολις της Καππαδοκίας (Αθήναι 1975), σελ. 80.

33. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 243.

34. Το κοινό φουστάνι που επικράτησε αποτελείται από πουκάμισο (ιμάτ), γιλέκο (κιρλίκ), φουστάνι με σφιχτή μέση, εφαρμοστό πανωκόρμι, μακριά μανίκια και στενό σακάκι (αμαζόνα). Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 99.

 

Παρουσίαση παραδοσιακών ενδυμασιών και κοσμημάτων της περιοχής Αιδηψού στα Λουτρά Αιδηψού

Μολονότι η βραδιά ήταν κρύα και βροχερή, η ζεστή αγκαλιά του Πνευματικού Κέντρου του Ι. Ν. Αγίου Παντελεήμονα Αιδηψού και των εφημερίων του ναού π. Νικολάου Αργυρίου και π. Χρήστου Γκέλα, μας υποδέχτηκε την Κυριακή που μας πέρασε, 29 Ιανουαρίου 2017, παραμονή της εορτής των Τριών Ιεραρχών, για να μεταδώσουμε σε όσους μας τίμησαν με την παρουσία τους την αγάπη μας για τον Βορειοευβοϊκό Πολιτισμό, και τις ενδυμασίες και τα κοσμήματα των χωριών της Αιδηψού, του Αγίου, των Γιάλτρων και της Λιχάδας.

img_9238

Η παρουσίαση του βιβλίου «Παραδοσιακές Ελληνικές Φορεσιές Βόρεια Εύβοια» ήταν για εμάς ακόμη μια αφορμή να μιλήσουμε για την Εύβοια και να δείξουμε τα νέα πράγματα που ανακαλύψαμε και αγαπάμε.

img_9174

Ο πρώτος ομιλητής της εκδήλωσης, ο κ. Αλέξανδρος Καλέμης, ερευνητής και συγγραφέας πάμπολων βιβλίων σχετικά με την ιστορία της Εύβοιας και των χωριών της, αναφέρθηκε ενδελεχώς και με παραδείγματα στην προσπάθεια διάσωσης των στοιχείων του πολιτισμού και στις δυσκολίες της, στην ανάγκη να μεταδίδονται αυτά με απλό τρόπο στους ανθρώπους και στο πόσο έχουν δυσκολέψει οι συνθήκες για τους ανθρώπους που προσπαθούν να ασχοληθούν με την διατήρηση και διάσωση του λαϊκού πολιτισμού. Ακόμη αναφέρθηκε στην μεγάλη αλλαγή που έχει δημιουργηθεί στην αντίληψη του κόσμου για την ενδυμασία.

img_9181

Τον λόγο πήρε ακολούθως ο χρυσοχόος κ. Θεοφάνης Ραμιώτης, ο οποίος παρουσίασε την εξέλιξη του κοσμήματος αλλά και τον κόπο και την υπομονή που χρειάζεται ένα κόσμημα για να δημιουργηθεί, εισάγοντάς μας, με την προβολή ενός βίντεο και την απάντηση ερωτήσεων του κοινού, στο εργαστήρι του χρυσοχόοου την ώρα που αυτός κατασκευάζει ένα παραδοσιακό κόσμημα της Αιδηψού. Ο κ.Ραμιώτης κατά την προβολή του βίντεο εξηγούσε τα διάφορα στάδια της κατασκευής και η αλληλεπίδραση με το κοινό βοήθησε στο να δημιουργηθεί ένα ευχάριστο εκπαιδευτικό κλίμα.

img_9203

Τελευταία η κ. Ασημίνα Ντέλιου παρουσίασε αναλυτικά δύο γιορτινές νεανικές γυναικείες φορεσιές προερχόμενες απο το χωριό Άγιος Αιδηψού, αναφερόμενη στα επιμέρους στοιχεία τους και την ιστορία κάθε κομματιού ξεχωριστά, σε παραδόσεις που συνδέονταν με τα κομμάτια της φορεσιάς, στα τοπικά εργαστήρια των χωριών και τις ιδιαιτερότητες που είχαν αυτά αλλά και στις δυσκολίες της έρευνας της τοπικής φορεσιάς που αντιμετωπίζει ο ερευνητής κατά την προσπάθειά του να διασώσει τα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού. Παράλληλα με τις εξηγήσεις η κ. Αικατερίνη Δημητρίου έντυνε ζωντανά την δεσποινίδα Δαυιδούλα- Φωτεινή Δημητρίου με την μία εκ των δύο φορεσιών ενώ επιδεικνύονταν στο κοινό και σπάνια κομμάτια ενδυμασίας και κοσμημάτων. Η κ. Ντέλιου απάντησε εν συνεχεία σε αρκετές ερωτήσεις των παρακολουθούντων που ήθελαν να μάθουν περισσότερα στοιχεία για τον λαϊκό μας πολιτισμό.

img_9237

Στο τέλος της παρουσίασης, οι παρευρισκόμενοι θαύμασαν την συλλογή αντιγράφων παραδοσιακών κοσμημάτων του κ. Ραμιώτη η οποία εκτιθόταν στο χώρο και είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν με τον δημιουργό τους και να λύσουν απορίες.

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο πανοσιολογιότατος ιεροκήρυκας της Ι.Μ. Χαλκίδος αρχιμ. Δαμασκηνός Μάκρας, ο πρωτοπρεσβύτερος π. Ηλίας Ευθυμιόπουλος, και οι ιερείς π. Ιωάννης Σούρας και π. Αλέξανδρος Ματζαφλής.