Αρχείο ετικέτας βλάχοι

Πρoστατευμένο: Σπάνια αρθρογραφία για τις μακεδονικές φορεσιές

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Advertisements

Λαογραφικά σύμμεικτα από το χωριό Φούρκα της Ηπείρου

Ο συνταξιούχος δάσκαλος Χρήστος Γ. Έξαρχος παρουσιάζει εδώ σε ηλεκτρονική μορφή το Βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών το 1989 έργο του «Η Φούρκα της Ηπείρου  (Ιστορία- Λαογραφία)»

Το έργο είναι full text  σε μορφή pdf και παρουσιάζει την ιστορία, τα ήθη, έθιμα, φορεσιές, παραδόσεις, τραγούδια, έγγραφα του 18ου αιώνα, ονόματα και προέλευση των οικογενειών και αναμνήσεις από το χωριό Φούρκα του νομού Ιωαννίνων, ένα ορεινό βλάχικο χωριό της επαρχίας Κόνιτσας 102 χλμ ΒΑ από τα Ιωάννινα. Στο βιβλίο αυτό επίσης υπάρχουν διηγήσεις για τους κλεφτες και τους αρματωλούς της περιοχής, στοιχεία για την εκπαίδευση και τις εκκλησίες της περιοχής, πληροφορίες για αποδήμους Φουρκιώτες, παιχνίδια, λεξιλόγιο, παροιμίες και χίλιες άλλες πληροφορίες του λαϊκού πολιτισμού. Αξίζει να του ρίξετε μια ματιά….

Εδώ θα δείτε πού είναι η Φούρκα

αρχείο λήψης
ανδρική φορεσιά απο τη Φούρκα

 

Χρήστου Γ. Εξάρχου

Κατεβάστε το βιβλίο από εδώ!http://arhioil.com/files/pdf/fourka_tis_hpirou.pdf

επίσης στον παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε επίσης να δείτε γκραβούρες με παραδοσιακές φορεσιές όλης της Ελλάδος

in the following link you can also see beautiful designs of the 19th century depicting Greek Traditional Costumes

Traditional Dress of Greece

Παραδοσιακά Βλάχικα Τραγούδια και χοροί απο την περιοχή Ασπροποτάμου

Άιντε μωρ’ μηλιά Εκτύπωση E-mail
Άιντε μωρ’ μηλιά, άιντε μωρ’ μηλιά, άιντε μωρ’ μηλιά, κι εσύ τριανταφυλλιά,
κι εσύ τριανταφυλλιά.

Μου ‘βαλες μαράζι, μου ‘βαλες μαράζι,
μου ‘βαλες μαράζι, ντέρτι στην καρδιά,
ντέρτι στην καρδιά.

Στα Τρίκαλα θα πάω, στα Τρίκαλα θα πάω,
στα Τρίκαλα θα πάω, στα μπογιατζίδικα,
στα μπογιατζίδικα.

Να βάψω τα μαλλιά σου, να βάψω τα μαλλιά σου,
να βάψω τα μαλλιά σου, τα σεβνταλίδικα,
τα σεβνταλίδικα.

Εσύ ‘σαι μωρ’ καημένη, εσύ ‘σαι μωρ’ καημένη,
εσύ ‘σαι μωρ’ καημένη, που δεν παντρέυεσαι,
που δεν παντρέυεσαι.

Και με το νου σου λέγεις, και με το νου σου λέγεις,
και με το νου σου λέγεις, καλόγρια γίνεσαι,
καλόγρια γίνεσαι.

Μάνα για δε με πάντρευες

Άιντε μωρέ, μάνα μ’ για δε, ωχ μάνα μ’, για,
δε με πάντρευες.

Μάνα μ’ για δε με πάντρευες,
όταν ‘μουν στον καιρό μου.

Άιντε μωρέ, στα δεκαεφτά, ωχ στα δεκα-,
εφτά, στα δεκαοχτώ.

Στα δεκαεφτά, στα δεκαοχτώ,
βαριά στα εικοσιένα.

Άιντε μωρέ, μάνα μ’ τα συ-, ωχ μάνα μ’, τα
συνομήλικα.

Μάνα μ’ τα συνομήλικα,
είν’ όλα παντρεμένα.

Άιντε μωρέ, έχουν παιδιά, έχουν παι-,
διά στο δάσκαλο.

Έχουν παιδιά στο δάσκαλο,
παιδιά και στη δασκάλα.

Δείτε όλα τα τραγούδια στη σελίδα του  χωριού Γαρδίκι πατώντας τον παρακάτω σύνδεσμο:

Παραδοσιακά τραγούδια του Ασπροποτάμου

Μη διστάσετε να αφήσετε ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση… Πείτε μας αν σας άρεσε η ανάρτηση, ρωτήστε ο,τι θέλετε και ας κάνουμε μια συζήτηση γύρω από το θέμα…

Don’t hesitate to leave a comment under the post… Tell us if you liked it, ask questions and let’s discuss on the topic!

Βλάχικο Προξενιό και Γάμος στην Ιεροπηγή Καστοριάς

Προξενιό – Αρραβώνας

Ιεροπηγή

Οι Βλάχοι συνήθιζαν να αρραβωνιάζουν τα παιδιά τους πριν ακόμα γεννηθούν, αρκούσε ο λόγος μεταξύ των δύο γονιών – μελλοντικών συμπεθέρων.

Έτσι αν γεννιόνταν αγόρι και κορίτσι ίσχυε ο λόγος του αρραβώνα πριν τη γέννηση, σε αντίθετη περίπτωση αν γεννιόνταν 2 αγόρια τότε γίνονταν όταν μεγάλωναν βλάμηδες, αν γεννιόνταν κορίτσια γίνονταν αδελφοποιτές.

Έδιναν ιδιαίτερη σημασία και το βασικό κριτήριο στο σόι με το οποίο θα συμπεθέρευαν. Οι γάμοι από αγάπη ήταν απαγορευτικοί και γι’ αυτό ήταν σπάνιοι.

Ο πατέρας του γαμπρού πήγαινε να ζητήσει από τον πατέρα της κοπέλας να γίνουν ένα σπίτι. Αν η πρόταση δεν γίνονταν δεκτή, αποχωρούσε και κατευθύνονταν στη επόμενη επιλογή του έως ότου γίνονταν δεκτή η πρόταση του. Στην περίπτωση που ο πατέρας της κοπέλας δέχονταν τότε όριζαν επί τόπου την ημέρα των αρραβώνων “δίνοντας το λόγο” για μετά από λίγες μέρες..

Από τη στιγμή που έπιναν το ούζο οι δύο οικογένειες είχαν ήταν συμπέθεροι. Φυσικά κανένας δε ρωτούσε το γαμπρό και τη νύφη,

Αρραβώνας (Σουσέρι)

Την ημέρα του αρραβώνα ο γαμπρός μαζί με τους στενούς συγγενείς του ξεκινούσαν για το κονάκι της νύφης, έχοντας μαζί τους δώρα για τη νύφη, ένα μαντήλι μεταξωτό πάνω στο οποίο είχαν καρφιτσώσει μια χρυσή λίρα. Το μαντήλι με τη λίρα το ονόμαζαν «σέμνου» (σημάδι). Το σημάδι με τη λίρα συμβόλιζε τη δοσοληψία μεταξύ γαμπρού – πεθερού. Στον αρραβώνα δίνονταν το σημάδι ως καπάρωμα της νύφης και στο γάμο που συνήθως γίνονταν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα το επέστρεφαν στο γαμπρό.

Η αδελφή του γαμπρού κρατούσε πάνω στο κεφάλι της την κουλούρα του αρραβώνα, στολισμένη με καραμέλες ενώ στον ώμο είχε ένα κεντητό δισάκι που είχε μέσα ένα μπουκάλι ούζο, το σημάδι, τα δαχτυλίδια και μια σακούλα καραμέλες – κουφέτα.

Φτάνοντας στο κονάκι της νύφης, οι γονείς και συγγενείς της νύφης υποδέχονταν τους συμπεθέρους στην πόρτα και στη συνέχεια τους πήγαιναν να καθίσουν στο μέσο της μεγάλης καλύβας.

Καθισμένοι μπροστά στο σοφρά οι δύο συμπέθεροι έβαζαν ένα μεγάλο ταψί στη μέση και εκεί έριχναν εναλλάξ τις καραμέλες, τα δαχτυλίδια και το μαντήλι με τη λίρα. Στη συνέχεια ανακάτευαν με τα χέρια μέσα στο ταψί όλα τα υπάρχοντα.. Το ανακάτεμα των καραμελών συμβόλιζε την ένωση των δύο οικογενειών σε μία. Στη συνέχεια ο πεθερός, υψώνοντας το μπουκάλι εύχονταν να τους ζήσουν και έπιναν ο ένας μετά τον άλλο από το μπουκάλι με τη σειρά. Ταυτόχρονα με το μπουκάλι που ήταν ολοκέντητο από τη μάνα του γαμπρού με χάντρες, πήγαινε από τον έναν στον άλλον και το μαντήλι με το σημάδι. Οι παρευρισκόμενοι έπαιρναν το μαντήλι και το ακουμπούσαν στα μαλλιά και τα γένια τους ευχόμενοι να ζήσουν πολλά χρόνια όσα και τα μαλλιά τους «σμπινιάτζε, σ’ αλγκιάστε, σ’ αουσιάστε».

Στο σημείο αυτό εμφανίζονταν η νύφη και κρατώντας ένα δίσκο κερνούσε ούζο τους καλεσμένους οι οποίοι εύχονταν και έριχναν λεφτά στο δίσκο της νύφης. Στη συνέχεια έβαζαν τα δαχτυλίδια και ο πεθερός φορούσε μια χρυσή λίρα στο λαιμό της νύφης. Ακολουθούσε το τραπέζι των αρραβώνων και οι συμπέθεροι αποχωρούσαν έχοντας στα χέρια τους τα δώρα που τους είχε δώσει η νύφη συνήθως κάλτσες και πετσέτες.

Η αρραβωνιασμένη νύφη δεν επιτρεπόταν να πηγαίνει στο σπίτι του γαμπρού, μόνο ο γαμπρός μπορούσε να πάει στο σπίτι της νύφης όταν εκείνη όμως έλειπε! Αν κατά τύχη συναντιόντουσαν έκαναν τα αδύνατα δυνατά να αποφύγουν τη συνάντηση λόγω ντροπής.

Γάμος (Νούμτα)

Ιεροπηγή

ΤΕΤΑΡΤΗ – Το κοπάνισμα του σιταριού


Το απόγευμα της Τετάρτης πριν το γάμο στο κονάκι του γαμπρού μαζεύονταν όλα τα κορίτσια και οι γυναίκες από το σόι στην αυλή. Η μητέρα του γαμπρού έστρωνε στη μέση της αυλής υφαντά στρωσίδια και στη συνέχεια πάνω σε αυτά έριχνε ένα σωρό από σιτάρι ανακατεμένο με καραμέλες και σταφίδες. Αφού «καθάριζαν» το σιτάρι το έβαζαν μέσα σε ένα άσπρο υφασμάτινο σακούλι και αυτό με τη σειρά του το έβαζαν σε ένα υφαντό σακί. Τοποθετούσαν στη μέση ένα μεγάλο κούτσουρο πάνω στο οποίο τοποθετούσαν το σακί με το σιτάρι.
Όλα ήταν πλέον έτοιμα για να ξεκινήσει το κοπάνισμα του σιταριού. Με τον κόπανο που έπλεναν τα ρούχα, ξεκινούσαν τρία αγόρια (για να είναι αρσενικό το πρώτο παιδί του ζευγαριού), αφού πρώτα εύχονταν να ζήσει το ζευγάρι, ενώ οι γυναίκες ολόγυρα τραγουδούσαν.
Έπειτα όλες οι γυναίκες ανά δύο κοπάνιζαν το σιτάρι έως ότου να ξεφλουδιστεί. Ενδιάμεσα έριχναν στο σακί νερό με το γκιούμι για να μαλακώσει το σιτάρι.
Στο τέλος το έπλεναν καλά και το τοποθετούσαν σε μπακιρένιο καζάνι για να το μαγειρέψουν την επόμενη μέρα.
Οι άντρες την ημέρα αυτή και στα δύο κονάκια κατασκεύαζαν ξύλινο στέγαστρο «κουτάρο» σχήματος θολωτού, και αυτό θα ήταν το μέρος που θα κάθονταν οι καλεσμένοι του γάμου και θα γίνονταν το γλέντι. Μόλις νύχτωνε, στο σπίτι του γαμπρού και αφού είχαν τελειώσει το κοπάνισμα του σιταριού οι γυναίκες έφτιαχναν τα «κιρίτσια», μάλλινες πολύχρωμες φούντες τις οποίες θα χρησιμοποιούσαν την επόμενη μέρα για να στολίσουν τα φλάμπουρα του γάμου. Το μαλλί που χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν τις φούντες το είχε βάψει η μητέρα του γαμπρού με φυσικά χρώματα την Μεγάλη Πέμπτη.

ΠΕΜΠΤΗ – Τα ξύλα της χαράς (σουρτσέλια)
Το πρωί της Πέμπτης στόλιζαν τραγουδώντας την κουλούρα και μετά οι γυναίκες έπαιρναν το δρόμο για τον τοποθεσία στο δάσος όπου θα έκαναν τα «σουρτσέλια».
Όταν έφταναν στο δάσος μάζευαν δεμάτια ξύλα τα οποία θα χρησιμοποιούσαν για να ψήσουν τις κουλούρες και τα αρνιά.
Αφού τελείωναν με τα δεμάτια έστρωναν καταγής υφαντό τραπεζομάντιλο και έβαζαν πάνω τη στολισμένη κουλούρα, φρέσκο τυρί, ελιές, χαλβά και καραμέλες.
Η κουμπάρα (νούνα) έσπαζε τη κουλούρα στο κεφάλι της (το κόψιμο με το μαχαίρι σήμαινε γκρίνια για το ζεύγος) και την μοίραζε σε όλες τις γυναίκες μαζί με τα υπόλοιπα προσφάγια.
Ένα κομμάτι από τη κουλούρα η πεθερά το τοποθετούσε στον πλησιέστερο θάμνο για να το φάνε τα πουλιά. Όταν τελείωναν το φαγητό ξεκινούσαν να φτιάξουν τα 3 φλάμπουρα του γάμου, ράβοντας με βελόνι χρωματιστά υφάσματα πάνω σε ξύλινα κοντάρια. Επίσης πάνω στα φλάμπουρα έραβαν και τις μάλλινες φούντες (κιρίτσια), που είχαν φτιάξει το προηγούμενο βράδυ, σε σχήμα λουλουδιού ή σαλίγκαρου στη μέση του οποίου τοποθετούσαν κουδουνάκια. Στην κορυφή τα κοντάρια είχαν το σχήμα του σταυρού και εκεί τοποθετούσαν τρία μήλα. Το φλάμπουρο της νύφης ήταν το πιο προσεγμένο και το ομορφότερο.
Με το τελείωμα του ραψίματος την κλωστή που περίσσευε την έπαιρνε η αδερφή του βλάμη (φουρτάτου), τα βελόνια τα έμπηγαν μέσα στο χώμα και τα προσφάγια που περίσσευαν τα άφηναν στο σημείο διότι δεν έπρεπε να τα επιστρέψουν στο κονάκι του γαμπρού. Επίσης η μάνα του γαμπρού άφηνε ένα κομμάτι από την κουλούρα σε ένα θάμνο και μια φούντα.
Καθώς πλέον ήταν όλα έτοιμα, τρεις γυναίκες έπαιρναν η καθεμία στον ώμο από ένα φλάμπουρο και χόρευαν.. Έπειτα τα έδιναν σε τρία μικρά αγόρια τα οποία προπορεύονταν της πομπής, ενώ οι γυναίκες ζαλωμένες με τα δεμάτια ξύλων και έπαιρναν το δρόμο για το κονάκι του γαμπρού τραγουδώντας.
Κατά τη διάρκεια της επιστροφής σταματούσαν τρεις φορές στο δρόμο για να χορέψουν με τα φλάμπουρα τρεις κύκλους.
Στο μεταξύ τρία κορίτσια είχαν ξεκινήσει νωρίτερα για το κονάκι του γαμπρού κρατώντας στα χέρια τους πράσινα κλαδιά. Φτάνοντας εκεί οι γιαγιάδες που είχαν μείνει πίσω, έδιναν στα κορίτσια μαστραπάδες με νερό και αυτές έτρεχαν πίσω για να προλάβουν να δώσουν το νερό να ξεδιψάσουν τις γυναίκες. Τα τρία αυτά κορίτσια δεν έπρεπε κατά την επιστροφή στο κονάκι του γαμπρού να μιλήσουν μεταξύ τους και να γυρίσουν πίσω το κεφάλι τους για να κοιτάξουν την πομπή που ακολουθούσε.
Όταν οι γυναίκες έφταναν στην αυλή του γαμπρού χόρευαν και η γιαγιά τους έριχνε ρύζι. Στη συνέχεια τοποθετούσαν τα τρία φλάμπουρα πάνω στην καλύβα και τα έδεναν με πολύχρωμα σκοινιά τα οποία είχαν φτιάξει- συνήθως η γιαγιά – για αυτόν ακριβώς το σκοπό. Ακολουθούσε τραπέζι με το μαγειρεμένο σιτάρι που είχαν κοπανίσει το προηγούμενο βράδυ.

Παρασκευή-Προζύμια – Ψήσιμο

Την Παρασκευή το πρωί και τα δύο κονάκια ασχολούνταν με το ζύμωμα και ψήσιμο των κουλούρων καθώς και των ψωμιών του γάμου.
Τις κουλούρες του γάμου τις έφτιαχναν με ρεβιθάλευρο . Στην αρχή μια κοπέλα με μάνα και πατέρα «έπιανε» το προζύμι και στη συνέχεια η πεθερά άρχιζε το ζύμωμα, ενώ γύρω γύρω οι γυναίκες τραγουδούσαν.
Στη συνέχεια άναβαν τους φούρνους και έψηναν τις κουλούρες και τα ψωμιά. Ενώ οι γυναίκες έψηναν τις κουλούρες, οι άντρες ασχολούνταν με το ψήσιμο των προβάτων. Στο ψήσιμο βοηθούσαν όλοι οι συγγενείς. Έψηναν πάρα πολλά πρόβατα αλλά εκτός από τα ψητά μαγείρευαν σε καζάνια στιφάδο με πρόβειο κρέας, κρεμμύδια και κόκκινο πιπέρι, το πολύ νόστιμο φαγητό του γάμου. Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι το φαγητό αυτό δε μπορούσε να το μαγειρέψει οποιαδήποτε γυναίκα αλλά μαγείρισσες με ικανότητες στο μαγείρεμα σε καζάνι.

Σάββατο
Το Σάββατο πρωί οι γυναίκες καταπιάνονταν με το μαγείρεμα του φαγητού.
Αργότερα στα δύο κονάκια έφθαναν οι καλεσμένοι, η πρόσκληση για το γάμο είχε γίνει από κορίτσια της οικογένειας μια βδομάδα πριν από το γάμο με καραμέλες που είχαν μέσα σε μικρό κεντητό τορβά. Οι στενοί συγγενείς έφερναν για δώρα του γάμου σφαχτά (κανίσκια), κουλούρες καθώς και χρηματικά ποσά ή δώρα συνήθως μπακιρένια. Αργότερα αντικατέστησαν τις κουλούρες με αλεύρι που πήγαιναν μαζί με το δώρο ή το φάκελο με τα χρήματα.
Το απόγευμα έρχονταν και τα όργανα. Ο πρώτος σκοπός ήταν μοιρολόι και παίζονταν μέσα στο σπίτι, κερνούσαν τα όργανα και έβαζαν στον ώμο κάθε οργανοπαίχτη από μια λευκή πετσέτα.
Στη συνέχεια έβγαιναν έξω και ξεκινούσε το γλέντι στην αυλή. Οι γυναίκες έτρωγαν πρώτες και ξεχωριστά από τους άντρες, επίσης χόρευαν χωριστά. Οι χοροί που χόρευαν ήταν στα τρία, Πωγωνίσιο, Ζαγορίσιο, χοροί της Β. Ηπείρου κυρίως το Μπεράτι, ενώ αγαπημένος χορός ήταν επίσης το τσάμικο.

Από τα περισσότερο γνωστά πολυφωνικά τραγούδια που ακούγονταν είναι το εξής:

Τσι στα περγιε νέλι νέλι
μα τι ντάλι σουφρουτσέλι
όκιε λάι σι νάρα στράπτε
σουφουρτιάου μιστικάτε
ντάλι μπούτζε κα κιράσιε
τις του ίνιμε μι άρσι
φάτσιλι ρόσι κα μέρι
τι βιτζούι σ΄μπιγκάι κιντέρι
μίνι βόι στι φάκ μουγέρι
Τι σου κάθονται τα μαλλιά σγουρά
μα τα δυο σου τα φρύδια
τα μάτια μαύρα και η μύτη τραβηγμένη
τα φρύδια σμιχτά
τα δυο χείλη σαν κεράσι
μέσα στην καρδιά με έκαψαν
τα μάγουλα κόκκινα σα μήλα
σε είδα και έβαλα καημό
εγώ θέλω να σε κάνω γυναίκα μου

Η νύφη αργότερα τη νύχτα στολισμένη και φορώντας το δεύτερο φουστάνι – όπως το ονόμαζαν – έβγαινε από την καλύβα για να χορέψει στην αυλή με τους συγγενείς της συνοδευμένη από το νουνό της. Πρώτα χόρευε ο νουνός της και στη συνέχεια η νύφη και όλοι οι συγγενείς.

Κυριακή του γάμου

Στο κονάκι της νύφης
Στο κονάκι της νύφης την Κυριακή το πρωί έβγαζαν τη προίκα και τα δώρα της στην αυλή για να μπορέσουν έτσι να τη δουν όλοι, κάτω από τον ήχο της κομπανίας. Η ποσότητα αλλά και το είδος της προίκας αποτελούσε κριτήριο για τη νοικοκυροσύνη της νύφης και της μάνας της. Στη συνέχεια μάζευαν την προίκα σε σακιά για να είναι έτοιμη να τη φορτώσουν όταν θα έρχονταν οι συμπέθεροι να πάρουν τη νύφη. Ακολουθούσε τραπέζι για όλους τους συγγενείς.
Το φόρεμα της νύφης συνήθως είχε χρώμα κόκκινο, σε σπάνιες περιπτώσεις πράσινο ή μπλε. Στην πλάτη της σχημάτιζαν σταυρό με δυο βελόνες, στο πρόσωπο της καλύπτονταν με λευκό λεπτό αραχνοΰφαντο μαντήλι κεντημένο με χάντρες και πούλιες για να μη φαίνεται το πρόσωπο της όταν θα έρχονταν οι συμπέθεροι, επίσης είχε και τα χέρια της καλυμμένα με μαντήλι. Το παπούτσι, της το φορούσε ο αδελφός της. Τα κορίτσια από γύρω τραγουδούσαν :

Λα σιγκούνι βίνιτε
μιράκου του ίνιμε
τι ουν σμπόρου τσι σντεμεντάι
βιν ακάσε νου τι αφλάι
πιτ μπαξιάτς μόι αλεγκάι
λιλούτσιε ρόσι αντουνάι
τούμπι τούμπι λι λιγκάι
πιτ λα τζιόνιε λι πιρτσάι
Βρε σιγκούνι γαλανό
μεράκι στην καρδιά μου
για ένα λόγο που σου παρήγγειλα
ήρθα στο σπίτι δε σε βρήκα
στους μπαξέδες γυρνούσες
λουλούδια κόκκινα μάζευες
ματσάκια τα έδενες
στους λεβέντες τα έδινες

Όταν ή νύφη ήταν έτοιμη, οι συγγενείς της έμπαιναν στην καλύβα για να δουν, να καμαρώσουν τη νύφη και ευχόμενοι την κερνούσαν χρήματα. Η νύφη έχοντας από αριστερά και δεξιά της δύο άντρες της οικογένειας (αδέλφια, θείοι ή πρώτα ξαδέλφια), έβγαινε στην αυλή και ξεκινούσε ο χορός όλων των συγγενών με τη νύφη. Πρώτος θα ξεκινούσε το χορό ο αδελφός της. Τελειώνοντας ο χορός με όλους η νύφη έμπαινε πάλι στην καλύβα και όλοι περίμεναν πλέον τους συμπεθέρους.

Στο κονάκι του γαμπρού

Την Κυριακή το πρωί στο σπίτι του γαμπρού μαζεύονταν οι γυναίκες για να στολίσουν τις κουλούρες, μία για να καλέσουν τον κουμπάρο, μία για το βλάμη και μια για τη νύφη. Στη συνέχεια με τη συνοδεία οργάνων και το φλάμπουρο μπροστά πήγαιναν στο βλάμη και έπειτα στον κουμπάρο. Μετά την επιστροφή στο κονάκι του γαμπρού έστρωναν τραπέζι.
Όταν τελείωναν με το τραπέζι ο γαμπρός κάθονταν σε μια καρέκλα στην είσοδο του «κουτάρου» και τον ξύριζε ο κουμπάρος ή ένας μπαρμπέρης ενώ γύρω του οι συγγενείς τραγουδούσαν και έριχναν κέρματα σε μπακιρένιο δοχείο με νερό που ήταν τοποθετημένο στα πόδια του γαμπρού.
Μετά που τελείωνε το ξύρισμα του γαμπρού, οι συγγενείς ένας – ένας ασήμωναν το γαμπρό και του εύχονταν. Κατόπιν ο γαμπρός έμπαινε στην καλύβα και εκεί φορούσε τη γαμπριάτικη του φορεσιά ,παλαιότερα φουστανέλα έπειτα μπουραζάνα ή κιλότα. Στο γιλέκο και συγκεκριμένα στη πλάτη σχημάτιζαν – όπως και στη νύφη – ένα σταυρό με δύο βελόνες για να ‘χτυπάει’ το κακό μάτι, στη τσέπη του έβαζαν ένα κλειδί για να κλειδώσει τα κακά στόματα και ένα νόμισμα στο τσαρούχι.
Ο γαμπρός έτοιμος πλέον στέκονταν στην είσοδο της καλύβας, και η μάνα του έριχνε με ασημένιο μαστραπά νερό στην άκρη του σακακιού του παππού και στην ποδιά της γιαγιάς και ο γαμπρός έσκυβε να πιει νερό για να πάρει την ευχή έτσι από τους παππούδες του. Στη συνέχεια η μάνα άφηνε το μαστραπά στα πόδια του γαμπρού, του έβαζε ένα νόμισμα στο στόμα και αυτός με τη σειρά του έριχνε το νόμισμα μέσα στο μαστραπά και τον κλωτσούσε με το δεξί πόδι προς τα έξω.
Έτσι το ψίκι ξεκινούσε, μπροστά πήγαινε η αδερφή του γαμπρού με τη στολισμένη κουλούρα στο κεφάλι και το δισάκι του γάμου στον ώμο που περιείχε ένα λευκό κεντητό μαντήλι, πλάτη ενός ψητού προβάτου, ένα μπουκάλι ούζο και καραμέλες- κουφέτα. Ο γαμπρός ανέβαινε σε άλογο του οποίου την πλάτη είχαν ρίξει κόκκινη κεντητή μπατανία. Ο βλάμης κρατούσε το φλάμπουρο και όλοι μαζί οι συγγενείς τραγουδώντας ξεκινούσαν για το κονάκι της νύφης.
Πλησιάζοντας οι συμπέθεροι στο κονάκι της νύφης με τρεις πυροβολισμούς ενημέρωναν τους συγγενείς της νύφης ότι κατέφθασαν, ενώ εκείνοι ανταπέδιδαν τους πυροβολισμούς επιτρέποντας έτσι την είσοδο τους στον οικισμό. Στη συνέχεια οι συγγενείς της νύφης ο ένας δίπλα από τον άλλο με μπροστάρηδες τους γηραιότερους της οικογένειας υποδέχονταν τους συμπεθέρους. Ένα αγοράκι έπαιρνε τη σημαία από το βλάμη και την έβαζε στο ψηλότερο σημείο της καλύβας.
Ενώ ο γαμπρός με το βλάμη και τις γυναίκες περίμεναν όρθιοι στην αυλή, οι άντρες συγγενείς του γαμπρού με πρώτο τον πατέρα του γαμπρού έμπαιναν ο ένας μετά τον άλλο στην καλύβα. Η νύφη σε στάση προσοχής με το πρόσωπο καλυμμένο με βέλο φιλούσε το χέρι των συμπεθέρων οι οποίοι την χαιρετούσαν και την κερνούσαν με νομίσματα. Βγαίνοντας από την καλύβα τους κερνούσαν ούζο και στη συνέχεια έστρωναν τραπέζι για όλους.
Οι γυναίκες με τη σειρά τους με πρώτη την αδελφή του γαμπρού ( η μητέρα του γαμπρού έμενε πίσω στο σπίτι στον αρραβώνα αλλά και στο γάμο) έμπαιναν στην καλύβα. Μπαίνοντας αντάλλασαν τις κουλούρες, χαιρετούσαν και κερνούσαν τη νύφη και η αδελφή του γαμπρού έβγαζε το βέλο που φορούσε η νύφη και της φορούσε το βέλο που είχε φέρει, συνήθως τις φορούσαν και κάποιο κόσμημα (κιουστέκι, τσαπράκι, φλουριά). Γύρω από τη νύφη τραγουδούσαν τραγούδια όπως είναι τα παρακάτω:

Τσι’ άι ντι στάι ασέ
σ’ τσι άι ντι στάι νιρίτε
να κά σβίνι ρέου
να κα σβίνι φρίκε
τσι’άι ντι στάι ασέ
τσι’άι ντι στάι κου νάρι
παρέα τσι σ’σβίνι
ε ντι σόι μάρι
μεράτα ντι μίνι βιργίτα ντι τουτς
άτα ιν τζέτσι στε
σ΄τάτι ιν τζέτσι φουτζ
Τι έχεις και κάθεσαι έτσι
και γιατί κάθεσαι θυμωμένη
μήπως λυπάσαι
ή μήπως φοβάσαι
τι έχεις και κάθεσαι έτσι
τι έχεις και είσαι ψηλομύτα
η παρέα που σου ήρθε
είναι από μεγάλο σόι
εγώ η καημένη μαλωμένη από όλους
η μάνα μου λέει μείνε
και ο πατέρας φύγε

Ο πατέρας του γαμπρού ζητούσε το σημάδι (μαντήλι με τη λίρα – σέμνου) με το οποίο είχε αρραβωνιάσει τη νύφη του. Η μητέρα της νύφης έβαζε τότε στη τάβλα το σημάδι, τις καραμέλες κουφέτα και ένα μπουκάλι ούζο, ενώ από το κεντητό δισάκι που είχαν μαζί τους οι συγγενείς του γαμπρού έβγαζαν τις δικές τους καραμέλες – κουφέτα, ένα μπουκάλι ούζο το οποίο ήταν κεντημένο με πολύχρωμες χάντρες και μία πλάτη ψητού προβάτου. Όπως και στον αρραβώνα σε μπακιρένιο ταψί (σινί) ανακάτευαν οι δύο συμπέθεροι τα κουφέτα και των δύο πλευρών μαζί με το σημάδι, κίνηση που σήμαινε την ένωση των δύο οικογενειών. Πρώτος ο πατέρας του γαμπρού και στη συνέχεια ο πατέρας της νύφης ακουμπούσαν το μαντήλι με το σημάδι στα μαλλιά τους και έπιναν ούζο και από τα δύο μπουκάλια ευχόμενοι «να ζήσουν να ασπρίσουν σαν τα μαλλιά» και «να μας προκόψουν». Το σημάδι και τα δύο μπουκάλια περνούσαν από χέρι σε χέρι σε όλους τους παρευρισκόμενους.
Όταν τελείωνε αυτή η διαδικασία ένας από τους συγγενείς της νύφης – συνήθως ο αδελφός ή θείος της- έβγαζε το γαμπρό και το βλάμη στην αυλή και ξεκινούσε ο χορός. Στη συνέχεια χόρευε ο γαμπρός στον οποίο οι συγγενείς της νύφης κρεμούσαν λεφτά στο πέτο του και κερνούσαν τα όργανα και μετά ο βλάμης. Η μητέρα της νύφης κατά τη διάρκεια του χορού τοποθετούσε στους ώμους του γαμπρού και του βλάμη λευκό μαντήλι για να ξεχωρίζουν. Με το γαμπρό χόρευαν και οι στενοί συγγενείς.
Με το τέλος του χορού έφθανε και η ώρα της αποχώρησης. Τα παλαιότερα χρόνια έπαιρναν και τη προίκα της νύφης εκείνη την στιγμή, ενώ αργότερα αυτό γίνονταν την Πέμπτη πριν το γάμο. Πρώτοι ξεκινούσαν να φύγουν από το κονάκι της νύφης ο γαμπρός μαζί με το βλάμη, ακολουθούσαν οι συγγενείς του γαμπρού αφού πρώτα πλήρωναν την προίκα και τη φόρτωναν στα άλογα. Ο κουμπάρος πλήρωνε και το φλάμπουρο στο παιδί που την κρατούσε καθώς χωρίς το φλάμπουρο ήταν αδύνατο να ξεκινήσουν για την επιστροφή στο κονάκι του γαμπρού. Τέλος στη είσοδο της καλύβας κρέμονταν μια κόκκινη φλοκάτη από την προίκα της νύφης την οποία πλήρωνε για να την πάρει ο πεθερός.
Η νύφη έχοντας αριστερά και δεξιά της τα αδέλφια της ή πολύ στενούς συγγενείς όταν δεν είχε αδέρφια και έβγαινε από την καλύβα. Στην έξοδο μπροστά στα πόδια της τοποθετούσαν ένα μπακιρένιο μαστραπά και ένα νόμισμα στο στόμα της, τότε η νύφη έριχνε το νόμισμα στο μαστραπά και τον κλωτσούσε προς τα έξω. Γυρνούσε προς την είσοδο του σπιτιού και προσκυνούσε τρεις φορές, χαιρετούσε τους συγγενείς της οι οποίοι την ξεπροβόδιζαν έως έξω από το κονάκι τραγουδώντας.
Τη νύφη την περίμεναν στα μισά της διαδρομής οι συγγενείς του γαμπρού όπου και την παρέδιδε ο πατέρας της. Τη νύφη ανέβαζε σε ένα άσπρο άλογο ο πατέρας της ή τα αδέλφια της στην πλάτη του οποίου είχαν στρώσει κόκκινη ολοκέντητη μπατανία. καθώς ανέβαινε αριστερά και δεξιά από το άλογο κρατούσαν ανοιχτές φλοκάτες για να μη φανούν τα πόδια της. Οι συγγενείς της νύφης κατόπιν αυτού επέστρεφαν στο κονάκι τους και η νύφη ξεκινούσε πλέον μόνη της για τη νέα κατοικία της με το νέο σόι της. Τα γκέμια από το άλογο της νύφης τα έδεναν στο άλογο του πεθερού της που προπορεύονταν, ενώ ένας στενός συγγενής του γαμπρού συνήθως αδελφός ή θείος περπατούσε δίπλα από το άλογο της νύφης. Κατά την επιστροφή η νύφη στέκονταν αμίλητη πάνω στο άλογο, ενώ γύρω της τραγουδούσαν και χόρευαν.
Πρώτος έφθανε στο κονάκι ο γαμπρός ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής δεν έπρεπε να γυρίσει το κεφάλι του προς τα πίσω να κοιτάξει τη νύφη για να μη μοιάσουν τα παιδιά τους προς το σόι της. Ο γαμπρός και η νύφη κατέβαιναν από τα άλογα και ξεκινούσαν για το καλύβι που θα γίνονταν η στέψη. Μια γυναίκα από το σόι του γαμπρού που προπορεύονταν και περπατώντας ανάποδα κοιτάζοντας τους δηλαδή, ράντιζε με ούζο το δρόμο από τον οποίον περνούσαν ο γαμπρός και η νύφη για να πάνε στην καλύβα, κίνηση που πίστευαν ότι ξόρκιζε το οποιοδήποτε κακό και τα μάγια.
Στην είσοδο της καλύβας έβγαιναν τα πεθερικά της νύφης τα οποία της δώριζαν κοσμήματα. Η πεθερά έδινε στη νύφη ένα κομμάτι βούτυρο και η νύφη άλειφε στην είσοδο πάνω, κάτω, δεξιά και αριστερά στο σχήμα του σταυρού και ακολουθούσε το λουκούμι που έτρωγαν εναλλάξ πεθερά και νύφη.
Όλα ήταν πλέον έτοιμα για την είσοδο στην καλύβα. Η πεθερά είχε στρώσει μάλλινο λευκό δίμιτο διάδρομο για να πατήσει πάνω σε αυτό το ζευγάρι καθώς έμπαινε στην καλύβα ενώ στις μασχάλες της νύφης έβαζε δύο ψωμιά. Μέσα στην καλύβα η πεθερά έπαιρνε τη νύφη και την οδηγούσε στην εστία όπου και προσκυνούσε, κίνηση που συμβόλιζε τη μόνιμη εγκατάσταση και το ρίζωμα της νύφης στο καινούριο σπιτικό της. Στην αγκαλιά της νύφης έδιναν και τρία μικρά αγοράκια ενώ αυτή τους κερνούσε καραμέλες. Στη συνέχεια οι γηραιότερες που δεν είχαν ευχηθεί ακόμη στη νύφη της εύχονταν ενώ οι νεότερες τραγουδούσαν.
Μετά το τέλος του μυστηρίου το ζευγάρι των νεόνυμφων έβγαινε στην αυλή.
Ξεκινούσε τότε η διαδικασία να βγάλουν από τα σακιά την προίκα της νύφης που αποτελούνταν από υφαντές κουβέρτες, φλοκάτες, υφαντά μαξιλάρια και ταγάρια καθώς και από ένα ξύλινο σκαλιστό σεντούκι που περιείχε τα ρούχα της νύφης και να την εκθέσουν στην αυλή για να τη δουν όλοι οι παρευρισκόμενοι. Στην προίκα της νύφης συμπεριλαμβάνονταν και τα δώρα προς όλους τους συγγενείς. Τα δώρα αυτά ήταν λευκή φλοκάτη για το πεθερό και το κουμπάρο, κόκκινη φλοκάτη για τα αδέλφια του γαμπρού και τους θείους, υφαντές κάλτσες, μαξιλαροθήκες και πετσέτες. Ειδικά για τους ανύπαντρους συγγενείς τα δώρα ήταν υφαντά ή κεντητά ταγάρια που θα χρησιμοποιούνταν στους δικούς τους γάμους. Ο βλάμης ήταν αυτός που μοίραζε τα δώρα στους συγγενείς φωνάζοντας δυνατά το όνομα του καθενός.
Μόλις τελείωναν με τα δώρα μάζευαν την προίκα και ξεκινούσε ο χορός. Πρώτος στη σειρά ξεκινούσε ο κουμπάρος, δίπλα του η νύφη και ο γαμπρός και ακολουθούσαν οι άντρες και οι γυναίκες συγγενείς. Μετά το χορό του κουμπάρου χόρευε η νύφη και τη δώριζε λεφτά όλο το σόι του γαμπρού.Στη συνέχεια χόρευε ο γαμπρός και ακολουθούσε όλο το σόι.
Τα νιόγαμπρα στο τέλος του γλεντιού οδηγούνταν για ύπνο σε καινούργια καλύβα που είχε φτιαχτεί για το σκοπό αυτό. Το νυφικό κρεβάτι είχε στρωθεί και στολιστεί κάποιες μέρες πριν από τα γάμο με λουλούδια, καραμέλες, σταφίδες και κέρματα, επίσης για να είναι το πρώτο παιδί του ζευγαριού αγόρι είχαν βάλει πάνω στο κρεβάτι να καθίσει ένα αγοράκι.

Δευτέρα μετά το γάμο
Το πρωί της Δευτέρας η νύφη μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες από το σόι που είχαν φέρει για τη νύφη γλυκές πίτες, πήγαιναν στη βρύση για νερό. Η νύφη έπρεπε να ρίξει νερό για να πλυθούν όλοι οι συγγενείς φιλώντας τους το χέρι, ενώ του πεθερού της έπρεπε να πλένει και τα πόδια.
Τη Δευτέρα το βράδυ όλοι οι συγγενείς μαζεύονταν για να «σπάσουν» την κουλούρα που είχαν ανταλλάξει την προηγούμενη μέρα που είχαν πάει να πάρουν τη νύφη. Στην αρχή η νύφη κερνούσε με ένα δίσκο ούζο όλους τους παρευρισκόμενους και εκείνοι με τη σειρά τους ευχόμενοι έριχναν λεφτά στο δίσκο. Την κουλούρα έσπαζε στο κεφάλι του ο βλάμης και τη μοίραζε σε όλους τους παρευρισκόμενους και φυσικά δεν έτρωγαν μόνο την κουλούρα αλλά ακολουθούσε τραπέζι με ψητά και ποτό και τραγούδια. Η νύφη ήταν πλέον μέλος της νέας της οικογένειας. Αντίστοιχο τραπέζι και γλέντι γίνονταν τη Δευτέρα το βράδυ και στο κονάκι της νύφης.
Σαράντα μέρες μετά το γάμο αν η απόσταση το επέτρεπε, η νύφη επέστρεφε στο πατρικό της σπίτι με μια γλυκιά πίτα ως επισκέπτρια πλέον, τα λεγόμενα «επιστρόφια».
Οι βλάχοι τιμούσαν -αλλά και σήμερα τιμούν – ιδιαίτερα τη νύφη γιατί στο πρόσωπο της έβλεπαν τη συνέχεια της οικογένειας τους. Τον πρώτο χρόνο του γάμου οι συγγενείς καλούσαν ένα βράδυ το γαμπρό και τη νύφη στη καλύβα τους και τους έκαναν το τραπέζι.

πηγή: www.ieropigi.vlahoi.net

Μη διστάσετε να αφήσετε ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση… Πείτε μας αν σας άρεσε η ανάρτηση, ρωτήστε ο,τι θέλετε και ας κάνουμε μια συζήτηση γύρω από το θέμα…

Don’t hesitate to leave a comment under the post… Tell us if you liked it, ask questions and let’s discuss on the topic!

Γαμήλια έθιμα στην Ανθούσα ορεινής Νότιας Πίνδου νομού Τρικάλων

 Ο γάμος τα παλιότερα χρόνια γινόταν με προξενιό. Οι διαπραγματεύσεις γίνονταν μεταξύ προξενητού ή προξενήτρας και του πατέρα του αγοριού. Αντικείμενο των διαπραγματεύσεων ήταν κυρίως η προίκα. Το σύνθημα ότι το θέμα του συνοικεσίου έκλεισε, δινόταν με τρεις μπαταριές πολεμικού όπλου. Η γνώμη της κόρης κυρίως δεν είχε καμία βαρύτητα στο θέμα της εκλογής του άνδρα, αφού την αποκλειστική αρμοδιότητα την είχε ο πατέρας της.

Η τελετή του γάμου άρχιζε βδομάδα πριν , όταν η υποψήφια νύφη άπλωνε στο πατρικό της σπίτι τα προικιά της, «έκθεση προίκας», για να τα δουν οι καλεσμένοι, οι οποίοι έπρεπε να τα «ασημώσουν» ρίχνοντας πάνω σ’ αυτά χρήματα και ρύζι για «ρίζωμα» της οικογένειας που θα  έφτιαχναν. Τα περισσότερα προικιά ήταν μάλλινα, υφασμένα με τα ίδια τα χέρια της νύφης στον αργαλειό.

Οι προσκλήσεις των συγγενών και φίλων για να παραβρεθούν στα στέφανα, γινόταν με το «φιρφιρί» που είχε μέσα τσίπουρο, από το οποίο έπιναν και σήμαινε ότι δέχονταν το κάλεσμα. Την Πέμπτη το πρωί πήγαιναν τα κορίτσια του χωριού, συγγενείς της νύφης, στο δάσος, όπου τραγουδώντας μάζευαν ξύλα, τα οποία χρησιμοποιούσαν για το μαγείρεμα των φαγητών.

Το Σάββατο το βράδυ η νύφη είχε τραπέζι σπίτι της, όπου ακολουθούσε τρικούβερτο γλέντι με καλεσμένους μόνο από το σόι της. Από την πλευρά του γαμπρού δεν υπήρχε ούτε αντιπρόσωπος.Ανάλογο τραπέζι και γλέντι γινόταν και στο σπίτι του γαμπρού με τους δικούς του καλεσμένους, συγγενείς και φίλους. Το κυρίως όμως γλέντι γινόταν την Κυριακή το βράδυ μετά τα στέφανα με όλους τους καλεσμένους. Κάθε καλεσμένος έπρεπε να φέρει ένα δώρο και μια κουλούρα από επτάζυμο ψωμί τυλιγμένη με «μισάλι», και οι πλουσιότεροι από ένα σφαχτό, για να συμμετάσχουν στα έξοδα του τραπεζιού.

Με τις προετοιμασίες του γάμου από την πλευρά του γαμπρού ασχολούνταν οι «μπράτιμοι» και από την πλευρά της νύφης οι «μπρατίμισσες» ή με άλλη ονομασία «βλάμηδες» και «βλάμησσες». Την Κυριακή το απόγευμα συνήθως γινόταν τα στέφανα, πάντοτε στην εκκλησία και σπάνια στο σπίτι. Αν ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό, όταν ξεκίναγε η γαμήλια πομπή να πάει στο χωριό της νύφης, μπροστά πήγαιναν τρέχοντας καβάλα σε άλογα, τρεις τέσσερις νέοι, που λέγονταν «συχαριάρηδες» και έφερναν την είδηση του ερχομού του γαμπρού. Μεταξύ των συχαριάρηδων υπήρχε ανταγωνισμός. Όποιος έφτανε πρώτος, έπαιρνε για έπαθλο ένα μαντήλι, το οποίο κρεμούσε ανάμεσα στα άλλα μαντήλια με τα οποία ήταν στολισμένο το κεφάλι του αλόγου του. Μετά την αναγγελία επέστρεφαν για να συναντήσουν στο δρόμο τη γαμήλια πομπή. Όταν η πομπή αντίκριζε το χωριό της νύφης έριχναν ντουφεκιές και ανταπαντούσαν από την πλευρά της νύφης. Η πομπή σταματούσε μπροστά στην εκκλησία , όπου περίμεναν τον ερχομό της νύφης, ο δε γαμπρός πήγαινε στο σπίτι της.

Τη νύφη έβγαζαν στην πόρτα του σπιτιού οι δικοί της. Στο χέρι της κρατούσε ένα ποτήρι με κρασί. Έπινε απ’ αυτό τρεις φορές και ύστερα το έριχνε πίσω της για να σπάσει, συμβολίζοντας έτσι το γεγονός ότι πρέπει να ξεχάσει τις συνήθειες που ήξερε και να τις αφήσει στο πατρικό της, για να γνωρίσει και να συνηθίσει τις καινούριες. Σύμφωνα και με την παροιμία «νύφη μου όπως βρήκες και όχι όπως ήξερες». Τέλος ο γαμπρός την τράβαγε από το χέρι για να βγει έξω.

Μετά τα στέφανα και όταν τελείωνε το μυστήριο του γάμου, οι βλαμάδες (βλάμηδες) χοροπηδούσανε στηριζόμενοι στις πλάτες των νεονύμφων και λέγανε «πέντε αγόρια και μια τσούπρα».
Στην πλατεία του χωριού ακολουθούσε χορός, και πρώτος χόρευε ο νουνός το τραγούδι της «αγορούσας» που ήταν υποχρεωτικός

 Αγορούσα από σειρά
Κόρη απ’ την ανατολιά
Πάησαν κι ανταμώθηκαν
μεσ’ στο δαφνοπόταμο
που ν’ οι δάφνες οι πολλές
και οι δασιές τριανταφυλλιές κλπ

Ο χορός εξακολουθούσε με τη νύφη, το γαμπρό, τους βλαμάδες και μετά τους καλεσμένους. Όσοι χόρευαν μπροστά, τους κρατούσε υποχρεωτικά η νύφη. Όταν τελείωνε ο χορός στο μεσοχώρι ξεκινούσαν ο γαμπρός και η νύφη μ’ όλους τους καλεσμένους και με τα όργανα μπροστά για να πάνε στο σπίτι τους.

Εκεί τους περίμενε στην πόρτα του σπιτιού η μάνα του γαμπρού και πεθερά της νύφης μ’ ένα βάζο γλυκό και με το κουταλάκι κερνούσε τους νεόνυμφους, τα παιδιά της. Το κέρασμα αυτό είχε τη σημασία να είναι η ζωή τους γλυκιά χωρίς στεναχώρια και βάσανα. Μετά μ’ ένα μαντήλι μεγάλο άσπρο που το πέρναγε από το λαιμό, τους τραβούσε μέσα στο σπίτι, αφού πρώτα πατούσαν ένα σιδερένιο αντικείμενο που είχε τοποθετημένο κάτω στο κατώφλι της πόρτας. Αυτό το σιδηρικό είχε την έννοια «να είναι γεροί στην υγεία τους».

Η νύφη μέσα στο σπίτι κάθονταν σ’ ένα κάθισμα κι έπαιρνε στην αγκαλιά της ένα μικρό παιδάκι (αγόρι) που έντυνε με κουστουμάκι. Ακολουθούσε μετά η διανομή των δώρων της στα πεθερικά και στους στενότερους συγγενείς. Στα πεθερικά δώριζε συνήθως, κουστούμι στον πεθερό και φόρεμα ή κάποιο άλλο ένδυμα στην πεθερά. Στους άλλους συγγενείς δώριζε τσουράπια, μαντήλια, τορβάδες, προσκέφαλα, ποδιές, πετσέτες κλπ. Η νύφη πάλι με τη σειρά της έπαιρνε κι αυτή τα αντίδωρά της από τα πεθερικά, λίρα ή πεντόλιρο, και από τους συγγενείς της διάφορα χρηματικά ποσά.

Το βράδυ της Κυριακής γινόταν το γλέντι στο σπίτι του γαμπρού, όπου παραβρίσκονταν οι καλεσμένοι του γαμπρού και ορισμένοι συγγενείς από την πλευρά της νύφης, οι «μπουγτζήδες», όπως τους έλεγαν, τους οποίους τοποθετούσαν σε ξεχωριστό δωμάτιο.Το πρώτο τραγούδι που λέγανε, όταν άρχιζε το γλέντι, ήταν αφιερωμένο στο νουνό και ήταν το ακόλουθο:

 Κάτω στο Δάφνο ποταμό
Εκεί καθόταν ο κυρ νουνός
Με τετρακόσιους άρχοντες
Κι εξήντα παλικάρια
Έχουν αρνιά που ψήνονται
Κριάρια σουβλισμένα
έχουν κι ένα γλυκό κρασί
να πιουν τα παλικάρια κλπ.

Τα ξημερώματα της Δευτέρας, γύρω στις έξι, ξεκινούσαν τα όργανα και ακολουθούσαν γαμπρός, νύφη, βλάμηδες και καλεσμένοι να πάνε στη βρύση. Εκεί η νύφη έπαιρνε νερό μ’ ένα γκιουμάκι και κερνούσε την ακολουθία της, δίνοντας διάφορες ευχές και στο τέλος ασήμωνε την κοπάνα της βρύσης, ρίχνοντας κέρματα, τα οποία έπαιρναν τα παρευρισκόμενα μικρά παιδιά.

πηγή: www.lipinitsa.gr