Αρχείο κατηγορίας FOLK PROFESSIONS

O νερουλάς : επαγγέλματα που χάθηκαν

ce92cea1432111

Από τότε που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα της χώρας μέχρι και τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, οι Αθηναίοι έλεγαν -κυριολεκτικά- το νερό νεράκι. Στην παλιά Αθήνα δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, όπως σήμερα, με τρεχούμενο νερό, μόνο κανένα πηγάδι εδώ και εκεί.

Για έναν περίπου αιώνα η ύδρευση ταλάνιζε την Αθήνα. Το παλαιό υδραγωγείο του Αδριανού είχε πάθει ανεπανόρθωτες ζημιές από τους πολέμους του ’21.
Η Αθήνα υδρευόταν από τις 55 δημοτικές βρύσες που υπήρχαν σε διάφορα σημεία, οι οποίες συνεισέφεραν ελάχιστα έως και καθόλου στις καθημερινές ανάγκες της κατανάλωσης νερού. Ατελείωτες οι ουρές των Αθηναίων καθημερινά σε αυτές με τους τενεκέδες και τις στάμνες, καυγάδες για τη σειρά και φασαρίες.

cebdceb5cf81cebfcf85cebbceaccf82
Μέσα σε όλες αυτές τις καταστάσεις η μόνη λύση που έδινε μια κάποια μικρή ανακούφιση στον απλό κοσμάκη ήταν ο νερουλάς.
Ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότησή του κόσμου με νερό, και έκανε χρυσές δουλειές.

nero-5_neroulas
Οι νερουλάδες μετέφεραν με τα κάρα τους και πουλούσαν νερό στην Αθήνα, στα σπίτια που διέθεταν δεξαμενές από τις πηγές των γύρω χωριών, όπως της Κηφισιάς και του Αμαρουσίου. Στο κάρο είχε βυτίο που χωρούσε τετρακόσιες οκάδες νερό. Όπου περνούσε, οι νοικοκυρές του έκαναν σινιάλο να σταματήσει. Στα χέρια κρατούσαν ένα τενεκέ και μία δραχμή. Τα Σάββατα, συνήθως, ήταν αποφασισμένες για πιο μεγάλες σπατάλες…

Η χειρότερη ώρα του Νερουλά ήταν όταν τουμπάριζε το κάρο. Όχι και λίγες φορές σε κάποια επικίνδυνη καμπή του δρόμου, Νερουλάς, κάρο και ζωντανό έπεφταν στο χώμα με κίνδυνο μέχρι να χάσουν τη ζωή τους. Την επόμενη στιγμή αν δεν χτυπούσε σοβαρά ο νερουλάς, πεταγόταν κι άδειαζε το βυτίο με σπαραγμό ψυχής. Για να ξεθυμάνει πολλές φορές δάγκωνε υστερικά μέχρι τ’ αυτί του ζώου. Ύστερα πιο ήρεμος σήκωνε το κάρο, έδενε το μουλάρι και κινούσε να ξαναφορτώσει υπομονετικά νερό

cf85ceb4cf81cebfcf86cf8ccf81ceb1
Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία.
Βέβαια στα χωριά δεν υπήρχαν αυτά τα δύο επαγγέλματα, διότι γάλα είχαν σχεδόν όλοι και νερό είχαν από τις κεντρικές βρύσες του χωριού, που το κουβαλούσαν οι γυναίκες με τις βαρέλες ή με πιο μεγάλα βαρέλια που τα φόρτωναν στο γαϊδουράκι !
Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβότανε περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ.
Συνήθως είχε επάνω στον γάιδαρο του δυο βαρελάκια δεμένα ή σε ένα κάρο ένα-δυο μεγάλα βαρέλια με νερό και φώναζε στις γειτονιές ή χτυπούσε την κουδούνα του,
έτρεχαν έξω οι νοικοκυρές και οι υπηρέτριες από τα αρχοντικά με τα δοχεία τους και έπαιρναν το νερό, ενώ ταυτόχρονα γινότανε και το σχετικό «πηγαδάκι» για το κουτσομπολιό της ημέρας !

nero-11_neroulas
Ο πιο διάσημος νερουλάς της πατρίδας μας, ήταν ο γνωστός Ολυμπιονίκης Σπύρος Λούης. Το 1896 μέσα από απρόβλεπτες καταστάσεις, κέρδισε τον Μαραθώνιο στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας. Μετά τη θρυλική νίκη, ο βασιλιάς του πρότεινε για δώρο κτήματα. Αυτός όμως προτίμησε μια σούστα με τέσσερις ρόδες να τοποθετεί πολλές θήκες για τα σκαμνιά του. Κάθε πρωί πήγαινε στο υδραγωγείο του Μαρουσιού για φόρτωμα. Εκεί έβλεπε μαζεμένα πολλά πιτσιρίκια που δεν χόρταιναν να τον θαυμάζουν. Έξυπνος άνθρωπος τους έδινε από μια καραμέλα και τα’βαζε να γεμίζουν τα σκαμνιά και να τα ταπώνουν με φελλό. Ύστερα ερχόταν ο δημοτικός υπάλληλος κι έβαζε ένα μπλε χαρτί με την αναπαράσταση της Αμαρύσιας Αρτέμιδας. Στο τέλος σφράγιζε με μολύβι τα σταμνιά για το γνήσιον του …νερού.

Βέβαια πέρασαν τα χρόνια οι νερουλάδες άφησαν τα κάρα τους και χρησιμοποίησαν πλέον τις μηχανές -θα τις θυμάστε οι μεγαλύτεροι- αυτές με τις τρεις ρόδες, τέτοια τρίκυκλα κατέκλυσαν την πατρίδα μας μετά το 1940.

 

Μέχρι το 1924 η Αθήνα υδρευόταν κυρίως από τα νερά των πηγών της Πάρνηθας και από τον υπόγειο υδροφορέα.
Το 1925 άρχισαν να κατασκευάζονται τα πρώτα σύγχρονα έργα ύδρευσης στην περιοχή της Πρωτεύουσας.
Τη χρονιά αυτή υπογράφτηκε σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, της Αμερικανικής Εταιρείας ULEN και της Τράπεζας Αθηνών για τη χρηματοδότηση και κατασκευή έργων ύδρευσης της Πρωτεύουσας.
Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε η ΟΥΛΕΝ

Δείτε και αλλα επαγγελματα όπως ο λούστρος,  πωλητης πουλερικών ή ο βοσκός  , ο τσαρουχοποιός , ο χαμάλης  , ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές της Λευκάδας
ΠΗΓΕΣ

http://pisostapalia.blogspot.gr/2016/09/blog-post_301.html

Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς / Μικρός Ρωμιός

my-magazine/lolanaenaallo

https://radioaetos.com/%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC-%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CF%85%CF%80%CE%AE%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%BD-%CE%B2%CF%81%CF%8D%CF%83/

Advertisements

Επαγγέλματα που χάθηκαν: Ο λούστρος

 

Λούστρος ή λουστραδόρος ονομάζεται ο πλανόδιος που το επάγγελμα του είναι να γυαλίζει παπούτσια περαστικών. Στη δουλειά του λούστρου χρησιμοποιείται κασελάκι που μέσα έχει τα βερνίκια και βούρτσες για το γυάλισμα των παπουτσιών. Σε αρκετές περιπτώσεις, ιδιαίτερα παλαιότερα (όπως φαίνεται & σε ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου), οι λούστροι ήταν επί το πλείστον παιδιά ή έφηβοι.

Τα μαύρο δερμάτινο ή καφέ σκούρο παπούτσι ή σκαρπίνι ήταν status για τον άνδρα της γύρας και έπρεπε πάντα να είναι λουστραρισμένο και να δείχνει στο μάτι ,κυρίως σε μια εποχή που τα παπούτσια λέρωναν εύκολα και σκονίζονταν από τους χωματόδρομους.

18892932_1444739542251681_6614855031383558694_n
Πάτρα 1930.

«Ο πελάτης άπλωνε το πόδι του στο στη μπρούτζινη συνήθως βάση απ’το κασέλι και όλα τα άλλα τα αναλάμβανε ο λούστρος. Δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα. Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με πανί και με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν.

cebbcebfcf85cf83cf84cf81cebfcf82
Μερικοί λούστροι έκαναν επίδειξη της δεξιοτεχνίας τους προσφέροντας δωρεάν θέαμα στο κοινό, πετώντας τις βούρτσες στριφογυριστά στο αέρα, σαν ζογκλέρ, ή χτυπώντας τες ρυθμικά στο κασελάκι.
Ο λούστρος μπορεί να ήταν και πλανόδιος κάποιες φορές όταν κουράζοντας από το σκαμνί του.

loustros209
Περνούσε από τα καφενεία κυρίως όπου σύχναζαν οι μόρτηδες οι σκαρπινάτοι.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο πελάτης του καφενείου με νεύμα του τον καλούσε για λουστράρισμα ενώ ο ίδιος απολάμβανε τον ελληνικό του διαβάζοντας την εφημερίδα του. Εγώ ως γραφών την έζησα αυτή τη σκηνή σε καφενείο με πελάτη το θείο μου. Ο πελάτης όσο φτωχός κι αν ήταν έδειχνε αρχοντικός στη διάρκεια του λουστραρίσματος κυρίως στο καφενείο και πολλοί το ζούσαν ως αρχόντοι του ενός λεπτού.
Φυσικά οι λούστροι δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης από την υπόλοιπη κοινωνία , όσο φτωχή κι αν ήταν τα χρόνια εκείνα.
Η λέξη «λούστρος» ήταν συνώνυμη του σημερινού γύφτου και αποτελούσε βρισιά.
Το επάγγελμα ήταν ταπεινό από τη φύση του , ο λούστρος πολλές φορές δε κοιτούσε ψηλά στον πελάτη όσο διαρκούσε η δουλειά του εκτός αν ήταν ανάγκη να του πει κάτι. Για τους λούστρους μεγαλύτερης ηλικίας η στάση του σώματος ήταν επώδυνη ανάλογα και κατα πόσο ήταν παχύς.» (πηγή)

Ο λουστραδόρος είναι ένα επάγγελμα που έχει καταργηθεί στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά υπάρχει ακόμη σε άλλες χώρες, όπως η γειτονική μας Τουρκία.

Δείτε και αλλα επαγγελματα όπως ο πωλητης πουλερικών ή ο βοσκός  , ο τσαρουχοποιός , ο χαμάλης  , ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές της Λευκάδας

Βοσκοί στην Ελλάδα του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα

Ο ποιμενικός βίος ήταν ο συνηθέστερος στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, όπου τα πιο κοινά επαγγέλματα ήταν ο βοσκός και ο αγρότης. Εδώ έχουμε μια μικρή συλλογή φωτογραφιών βοσκών της Ελλάδας του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, που μας μεταφέρουν σε εκείνη την εποχή, παρουσιάζοντάς μας επίσης και την χαρακτηριστική φορεσιά τους. Δείτε αρκετές γκραβούρες με φορεσιές βοσκών του 19ου αιώνα στη σειρά βιβλίων Traditional dress of Greece

Δείτε και άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα όπως ο λούστραδόρος,   ο τσαρουχοποιός , ο χαμάλης  , ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές του Μεσολογγίου

1962668_679879262071050_1174452114_n
Βοσκόπουλο με το κοπάδι και τις αγελάδες του στους πρόποδες του Παρνασσού.
Πηγή: ALEXANDER WILBOURNE WEDDELLl – Δεκέμβριος 1922 – Αιώνια Ελλάδα, anemourion.blogspot.gr 1920

23-19-5-638

61f56cc98024dc0b93fa1fdc3e2232af
Βοσκός με το κοπάδι του κάτω από την Ακρόπολη Fred Boissonas 1903-1930
greece2bfrom2bthe2b1910s2b36
Βοσκός από τον Ορχομενό 1910 πηγή
greece2bfrom2bthe2b1910s2b7
Βοσκός στο Στάδιο της Αρχαίας Ολυμπίας 1907 πηγή

 

 

greece2bfrom2bthe2b1910s2b29
Βοσκοί προβάτων 1908 πηγή

Επαγγέλματα που χάθηκαν: Ο πωλητής πουλερικών

Μας φαίνεται παράξενο σήμερα που όλα μας τα πράγματα μπορούμε να τα αγοράζουμε στο supermarket να δούμε τη μορφή του πωλητή πουλερικών ο οποίος περιδιαβαίνει τις γειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων και πουλάει ζωντανές κότες προορισμένες να γίνουν το γεύμα των πλουσίων των αστικών τάξεων. Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως έρχονταν από τα χωριά και πουλούσαν τα προϊόντα τα οποία παρήγαν στο σπίτι τους. Αγκαλιά με τις κότες του ο πωλητής πουλερικών είναι μια γραφική μορφή βιοπαλαιστή των αρχών του 20ου αιώνα που εκμεταλλεύεται την αστικοποίηση προκειμένου να βγάλει το πενιχρό του μεροκάματο.

greece2bfrom2bthe2b1910s2b24
Πωλητής πουλερικών στην Αθήνα του 1910 προερχόμενος από την ύπαιθρο  πηγή

Δείτε και άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα όπως ο λούστραδόρος,  ο βοσκός  , ο τσαρουχοποιός , ο χαμάλης  , ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές του Μεσολογγίου

Ο τσαρουχοποιός: Παραδοσιακά επαγγέλματα που χάθηκαν

Τσαρουχοποιός στη Λιβαδειά- shoemaker in Livadeia from SCHWEIGER LERCHENFELD, Amand, (Freiherr von). Griechenland in Wort und Bild, Eine Schilderung des hellenischen Konigreiches, Leipzig, Heinrich Schmidt & Carl Günther, 1887 / Kettwig, Phaidon, 1992.

Για να φτιαχτούν τα τσαρούχια, οι τσαρουχοποιοί έπαιρναν το αποτύπωμα του δεξιού ποδιού του πελάτη, βάζοντας ένα χαρτί στο πάτωμα και ακουμπούσαν το πόδι πάνω σε αυτό. Με το μολύβι έκαναν το περίγραμμα του πέλματος και στη συνέχεια με τη μεζούρα μετρούσαν το μήκος και το φάρδος του ποδιού στα δάχτυλα και στο κουντεπιέ. Στη συνέχεια ετοιμάζανε το καλοπόδι, όπου για τα τσαρούχια ήταν ειδικά, μπροστά στα δάχτυλα είχαν ένα μικρό βαθούλωμα και η μύτη ήταν γυριστή προς τα επάνω. Κόβανε πάνω στο καλοπόδι τον πάτο, όπου ήταν από χοντρό δέρμα. Μουσκεύανε τον πάτο μέσα σε ένα κουβά με νερό για δέκα λεπτά περίπου, το βγάζανε και το στραγγίζανε καλά. Στη συνέχεια το καρφώνανε κάτω από το πέλμα του καλοποδιού. Αν περίσσευε χρησιμοποιούσαν τη φαλτσέτα και το φέρνανε ίσα με το καλοπόδι. Μετά βγάζανε σε χαρτί το στάμπο, δηλαδή το πατρόν. Σύμφωνα με το στάμπο κόβανε στη συνέχεια σκληρή βακέτα και με τη μανταριστική τανάλια, τη μοντάρανε επάνω στο καλοπόδι, πιάνοντάς την από κάτω με καρφιά. Για να στερεωθεί καλά ο πάτος, κόβανε μια λεπτή λουρίδα από δέρμα δυο πόντους φάρδος και τη στερεώνανε γύρω γύρω από τον πάτο με ξυλόπροκες. Στη συνέχεια παίρνανε διάφορα κομμάτια από δέρμα και γέμιζαν τη γούβα που είχε δημιουργηθεί στον πάτο. Τα καρφώνανε και αυτά με ξυλόπροκα και τα φέρνανε σε μια ευθεία.

Μετά ακολουθούσε η κατασκευή της σόλας. Κόβανε πάλι με χαρτί ένα στάμπο σύμφωνα με το πέλμα του πελάτη και πάνω σε αυτό κόβανε τη σόλα από χοντρό δέρμα. Τη βάζανε για ένα τέταρτο στο νερό να μουσκέψει και αφού τη στραγγίζανε καλά, φτιάχνανε πρώτα με τον κατσαπρόκο (ένα κοντό σουβλί) τρύπες ολόγυρα στο πέλμα και ύστερα τη στερεώνανε στο πέλμα του καλοποδιού με ξυλόπροκες. Αφήνανε τα τσαρούχια κανά δυο ώρες να στεγνώσουν και ύστερα άρχιζε η κατασκευή των τακουνιών.

Έλληνας τσαρουχοποιός, Έργο του 1840, του Δανού ζωγράφου Martin Christian Wedseltoft Rørbye {1803 – 1848}, ο οποίος επισκέφτηκε την Ελλάδα μεταξύ 1835 & 1836 (Συλλογή Χαλκιάδη)

Τα τακούνια φτιάχνονται και αυτά με κομμάτια δέρμα που τα καρφώνανε πάλι με ξυλόπροκες. Από έξω βάζουνε ένα μονοκόμματο δέρμα που το καρφώνουνε με μεταλλικά μυτάκια πλατυκέφαλα. Στη συνέχεια φτιάχνανε το μπροστινό μέρος του τσαρουχιού όπου κόβανε ένα σκληρό δέρμα και αφού το βρέχανε πρώτα, το μοντάρανε στη μύτη δημιουργώντας μια κυκλική καμπύλη.Καθώς αφήνανε τα τσαρούχια να στεγνώσουν, ετοίμαζαν τη φούντα. Η φούντα ήταν από μάλλινα νήματα, τη ράβανε πάνω στο τσαρούχι με τσαρουχόραμμα (χοντρό σπάγκο) και με το ψαλίδι την ψαλίδιζαν για να της δώσουν ωραίο σχήμα. Τέλος καρφώνανε στο πέλμα τις πρόκες και στο τακούνι και στη μύτη βάζανε μεταλλικά πέταλα. Όταν στέγνωναν τα τσαρούχια, τα γυαλίζανε με βερνίκι και βάζανε καραμπογιά γύρω από τη σόλα. Ύστερα με τον ειδικό γάντζο τραβούσανε το καλοπόδι, λειαίνανε εσωτερικά με το εργαλείο τις ξυλόπροκες για να μην ενοχλούν τον πελάτη και περνούσανε εσωτερικά ένα λεπτό δέρμα.

Για πιο πρόχειρα είχαν τα ΓΟΥΡΝΟΤΣΑΡΟΥΧΑ που φτιάχνονταν ως εξής:

Όταν έσφαζαν τα γουρούνια, έκοβαν με πολύ προσοχή το δέρμα τους, το αλάτιζαν με χοντρό αλάτι και το αφήνανε περίπου 10 μέρες να αργάσει. Μετά οι τεχνίτες τελάρωναν το δέρμα με πηχάκια χιαστί και κάθετα και το αφήνανε στο τελάρο ένα μήνα για να στεγνώσει και να σκληρύνει.

Ύστερα το κόβανε σε λουρίδες πλάτους περίπου δεκαπέντε πόντων, διπλώνανε τις δύο μπροστινές άκρες, σηκώνοντας το δέρμα προς τα πάνω, έτσι ώστε να σχηματιστεί εσωτερικά μια φωλίτσα για να χωράνε τα δάχτυλα του ποδιού, και το πίσω μέρος το ανασηκώνανε λίγο και το στρογγυλεύανε για να πάρει το σχήμα της φτέρνας. Αυτό που προσπαθούσαν να κάνουν, ήταν να δώσουν το σχήμα του κάτω μέρους του ποδιού στο γουρνοτσάρουχο.

Στη συνέχεια με ένα σουβλί από κέρατο ζαρκαδιού, το τσαγκρισούλι, κάνανε γύρω από το γουρνοτσάρουχο ανά ένα πόντο τρύπες και περνούσαν μέσα από τις τρύπες κορδόνι φτιαγμένο από κατσικίσιο δέρμα. Για να στερεωθεί το γουρνοτσάρουχο στο πόδι, το δένανε στη γάμπα χιαστί με σχοινί που το φτιάχνανε πλεξούδα από χρωματιστό μαλλί.

 

πηγη1

πηγή2

Δείτε και άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα όπως ο λούστραδόρος,  ο βοσκός  ,  ο χαμάλης  , ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές του Μεσολογγίου

Ο χαμάλης: Παραδοσιακά επαγγέλματα που χάθηκαν/ The porter: Traditional Jobs that are lost

Ο χαμάλης – The porter

ο ανειδίκευτος εργάτης που μεταφέρει φορτία, τον συναντούσαμε κυρίως στα λιμάνια , στους σταθμούς λεωφορείων ή τρένων και για να μεταφέρουν διάφορα πράγματα από την αγορά μέχρι τα σπίτια. Έβαζε τα πράγματα στην πλάτη του ή σε κάποιο καρότσι που τυχόν είχε και το έσερνε ο ίδιος. Έπαιρνε το χαρτζιλίκι του και ξαναγύριζε στο πόστο του, για να κάνει κάποιο άλλο δρομολόγιο.

Τhe unskilled worker carrying loads. We met him at the main ports, bus or train stations and also to carry things from the market to the houses. He put things on the back or in a wheelchair and dragged it himself. He took his pocket money and again returned to his post, to make another route.

 

Η λέξη χαμαλίκα δεν είναι ευθέως τουρκική. Οι διαβόητοι χαμάληδες της Πόλης αποκαλούσαν τη χαμαλίκα arkalis (από τη λέξη arka που σημαίνει: πλάτη, το πίσω μέρος, και, μεταφορικά, προστασία). Στην Παλιά Αθήνα οι μαλτέζοι χαμάληδες, που έστεκαν στην Αγία Ειρήνη, δεν είχανε χαμαλίκα. Παρομοίως, οι μανιάτες χαμάληδες της Καπνικαρέας, που χρησιμοποιούσαν ένα σχοινάκι για να συγκρατούν στη ράχη τους τα αντικείμενα που κουβαλάγανε. Οι χαμάληδες της Πόλης συγκροτούσαν ένα πανίσχυρο σινάφι, που διέθετε πάμπολλες διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο, με τους καπανταήδες. Οι χαμάληδες της Πόλης υπαγόρευαν τους όρους τους στους καραβοκύρηδες που ήθελαν να ξεφορτώσουν στα γρήγορα.Το ξεφόρτωμα γινότανε υπό την καθοδήγηση του χαμάλ-μπασή, που έκανε και τα σχετικά παζαρέματα. Το ίδιο συνέβαινε και στην Παλιά Σαλονίκη, όπου το επάγγελμα του χαμάλη ήταν μονοπώλιο των εβραίων.

Οι χαμάληδες ήτανε ξακουστοί για τη σωματική τους δύναμη. Δυο χαμάληδες, με τη βοήθεια ενός κονταριού, μπορούσαν να σηκώνουν ένα βαρέλι, γεμάτο κρασί. Ένας δυνατός χαμάλης ανέβαζε μόνος του (αγκομαχώντας) ένα πιάνο με ουρά στο τέταρτο πάτωμα μιας πολυκατοικίας. Πριν πενήντα χρόνια ο δυνατότερος χαμάλης της Σαλονίκης είχε το παρατσούκλι Σταφίδας. Ο Σταφίδας έπαιρνε στην πλάτη του τρία τσουβάλια φαρίνα, ή έναν κορμό δέντρου που ζύγιζε μέχρι διακόσιες οκάδες. Σημειωτέον ότι οι χαμάληδες στο ξεφόρτωμα των καραβιών διατρέχανε ξυπόλητοι το μαδέρι που ένωνε το καΐκι με τον μόλο. Οι χαμάληδες έτρωγαν, στην καθισιά, ένα ζεστό καρβέλι μαζί με τηγανισμένες φέτες παλαμίδας, η μπακαλιάρου, που αγόραζαν από τους πλανόδιους μαγείρους των λιμανιών.

Εβραίος χαμάλης στην Θεσσαλονίκη – Jewish porter in Thessaloniki Late 19th century picture postcard with a Jewish hamalis (porter) in Thessaloniki, 1800-1920, Thessaloniki, G. Megas archive.
Εβραίος χαμάλης στην Θεσσαλονίκη – Jewish porter in Thessaloniki Late 19th century

πηγή κειμένου για τους χαμάληδες

See engravings of Greek traditional costumes in this link / Δείτε γκραβούρες από ελληνικές φορεσιές του 19ου αιώνα εδώ 

Δείτε και άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα όπως ο λούστραδόρος,  ο βοσκός  , ο τσαρουχοποιός ,  ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές του Μεσολογγίου

If you liked this article please like and share! Αν σας άρεσε το άρθρο κάντε like και share!

Χαλκουργός και γανωματής: Επαγγέλματα του παρελθόντος- The Coppersmith and the tinker: Occupations of the past

O χαλκουργός ήταν ο επεξεργαστής του χαλκού. Εφτιαχνε χειροποίητα καζάνια, μαγειρικά σκεύη και εργαλεία. Από το επάγγελμα αυτό προήλθε και το επίθετο Καζαντζής, Καζαντζάκης, Καζαντζόπουλος (Από το καζάνι. Δηλαδή ο κατασκευαστής καζανιών)

The coppersmith was the processor of copper. He made handmade pots, utensils and tools. From this occupation came and the surname  Kazantzis, Kazantzakis and Kazantzopoulos (From the kazani=cauldron meaning the manufacturer of cauldrons)

Το επάγγελμα του χαλκουργού δημιουργούσε επίσης το επάγγελμα του γανωματή, μιας και τα μαγειρικά σκεύη ήταν επιστρωμένα εσωτερικά με καλαι για να μην προκαλείται δηλητηρίαση στους ανθρώπους. Το επίστρωμα κασσίτερου έπρεπε να ανανεώνεται τακτικά και ο γανωματής έκανε τη δουλειά αυτή. Στις αρχές του 20ού αι. ο γανωτής κουβαλούσε στην πλάτη του τα απαραίτητα εργαλεία και περπατώντας φώναζε και καλούσε τις νοικοκυρές να του φέρουν τα είδη που χρειάζονταν γάνωμα. Έστηνε την γκαζιέρα του στην αυλή του σπιτιού, έλιωνε τον κασσίτερο. Αφού καθάριζε καλά τo σκεύoς, άλειφε το εσωτερικό του με σπίρτο και το τρίβε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγε το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχνε μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζε καλά, άπλωνε το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Ζητούσε και από νοικοκυρά του σπιτιού μια λεκάνη με κρύο νερό, στην οποία βουτούσε το σκεύος, που γάνωσε και λαμπύριζε στον ήλιο. Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει. Και απο το επάγγελμα αυτό προήλθε το επίθετο Καλαϊτζής (αυτός που χρησιμοποιεί καλάι)

The coppersmith occupation  created also the profession of the tinker. All utensils were coated internally with well in order not to cause poisoning in humans. The tin coating should be renewed regularly and tinker did this job. In the early 20th century the tinker was carrying on his back the necessary tools and while walking he  called housewives to carry the items which needed a glaze. He would set up the primus in the courtyard of the house and he melted tin. Once he had cleaned thoroughly the utensil, he poured inside a liquid and rubbed with kourasani (= grated tile). Afterwards he held the pan with tongs over the fire and poured inside the nisiantiri (= ammonium chloride) to  pave better the solder onto the chalkoma. After vacuuming thoroughly, he spread the melted solder on the entire surface of the pan with a thick cotton fabric. He requested from the housewife  a basin with cold water, in which the dived the vessel. Finally he wiped the pot with a clean cotton to polish. From this profession derived the surname Kalaitzis (the one using solder)

πλανόδιος γανωματής/ tinker
tinker/γανωματής

Δείτε και άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα όπως ο λούστρος,  ο βοσκός  , ο τσαρουχοποιός, ο χαμάλης  ,  ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές του Μεσολογγίου