Αρχείο κατηγορίας ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Η φορεσιά της Αμαλίας την εποχή του Όθωνα

Η ίδρυση του ελληνικού κράτους και η τοποθέτηση του Βασιλιά Όθωνα και της συζύγου του Αμαλίας στον ελληνικό θρόνο, είχε ανάμεσα στα άλλα και ένα ενδυματολογικό αποτέλεσμα. Τη δημιουργία μιας νέας αστικής φορεσιάς που είναι γνωστή με το όνομα «Αμαλία» η οποία έγινε και σήμα κατατεθέν του ελληνικού στοιχείου παγκοσμίως.

Αιτία της δημιουργίας της; Μια γυναίκα φυσικά. Η ίδια η βασίλισσα Αμαλία, η οποία στην προσπάθειά της να δημιουργήσει μια στολή για τις κυρίες της Βασιλικής Αυλής έκανε μια δική της μόδα, τη μόδα της «Αμαλίας»,  η οποία περιβεβλημένη με την βασιλική αίγλη διεσπάρη σε όλη την ελληνική επικράτεια. Πηγές μας οι συλλογές των Μουσείων αλλά και οι οικογενειακές φωτογραφίες του Φίλιππου Μαργαρίτη και του Πέτρου Μωραϊτη που ρίχνουν άπλετο φως στην εποχή.

ce91ce9c2
Ανήκε στην Κονδύλω Γ. Κουντουριώτη, σύζυγο του Αθανασίου Μιαούλη, υπασπιστή του βασιλέως Όθωνα και πρωθυπουργού της Ελλάδος. Αρ. κατ. 2708 Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Όταν έφθασε στην Ελλάδα ως σύζυγος του βασιλιά το 1837, η Βασίλισσα Αμαλία άσκησε άμεση επίδραση στην κοινωνική ζωή και τη μόδα. Κατάλαβε από νωρίς ότι η ενδυμασία της οφείλει να μιμηθεί αυτή των νέων υπηκόων της, και έτσι δημιούργησε ένα ρομαντικό αυλικό ένδυμα, το οποίο έγινε το εθνικό γυναικείο ένδυμα, γνωστό ως Αμαλία.

78cf7ca3e17a1a6496b40eb0d1f00c7a

c9ec7e162ff41d507f1bc30fe2597262

Η συγκεκριμένη αμφίεση ακολουθεί το ευρωπαϊκό ύφος Biedermeier, που έδινε έμφαση στις λιτές γραμμές και την ελάχιστη διακόσμηση, αν και επειδή η αστική τάξη ανέβαινε διαρκώς υπήρξε στην πορεία μια υπερβολή στον πλούτο των φουστανιών και στα κοσμήματα. Το σύνολο περιλάμβανε  φουστάνι  από πολύτιμη στόφα, συχνά χρυσοΰφαντη, σε έντονο χρώμα, κόκκινο ή μπλε συνήθως, με μπούστο ανοιχτό για να φαίνεται η ολοκέντητη τραχηλιά του πουκάμισου και φαρδιά μανίκια καμπυλωτά στο κάτω μέρος και ανοιχτά απο την εσωτερική πλευρά. Από πάνω φορούσαν το κοντό νησιώτικο ζακέτο, το κοντογούνι, βελούδινο, συνήθως σε σκούρο χρώμα, χρυσοκεντημένο και πάρα πολύ εφαρμοστό, άλλοτε γαρνιρισμένο και με γούνα. Στο κεφάλι φοριέται το φέσι ή το καλπάκι. Το φέσι που αρχικά ήταν μεγάλο, το φορούσαν οι παντρεμένες με πολλούς τρόπους, κυρίως λοξά. Μεγάλη σημασία είχε η φούντα του, το παπάζι, καμωμένη από χρυσές κλωστές, πλεγμένες κοτσίδα, συχνά με τον κόμβο του Ηρακλέως και στολισμένες με μαργαριτάρια ή πούλιες. Το καλπάκι φοριόταν από τις ανύπαντρες γυναίκες. Τα κοσμήματα ήταν κυρίως ευρωπαϊκής τέχνης.

240fe14d80509247d7a8ccb39f2acff0
πηγη

Αυτή η ενδυμασία έγινε η συνηθισμένη φορεσιά όλων των Χριστιανών αστών γυναικών που κατοικούσαν σε πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια και φοριόταν ως το Βελιγράδι. (πηγη)

f00f00f386d5cf02907685e6aca9f92e
Αθήνα 1860 περ. Η Βιλελμίνη φον Ράϊνεκ [γεν. 1831 – † 1904] μια απο τις κυρίες των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας
1db07df5326022502c89143764e740f0
Φίλιππος Μαργαρίτης, κυρία με φορεσιά Αμαλίας 1855
800px-katerinarosabotzaris
Αικατερίνη Μάρκου Μπότσαρη Πρώτη Κυρία των Τιμών της Αμαλίας.  Επειδή ήταν πολύ όμορφη της έδωσαν το προσωνύμιο Ρόζα (Τριαντάφυλλο) Φοράει χρυσοποίκιλτο κοντογούνι

Η φορεσιά της Αμαλίας έγινε δημοφιλής στην Ευρώπη το 1844 μέσω της Ρόζας Μπότσαρη όπως μας λέει ο Γιάννης Καιροφύλλας στο βιβλίο του «Η Αθήνα στου Όθωνα τα χρόνια». Η εκπληκτική ομορφιά της κοπέλας που συνόδευσε τη βασίλισσα στην Βαυαρία, έκανε όλους τους πλανόδιους που πουλούσαν χαλκογραφίες στις όχθες του Ρήνου να πωλούν εικόνες με τη μορφή της, με αποτέλεσμα να συσχετιστεί η αυλική αυτή ενδυμασία με την Ελλάδα.

img012
ΠΕΤΡΟΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ. Η ΑΣΠΑΣΙΑ ΚΑΡΠΟΥΝΗ, ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΝΕΟΤΕΡΕΣ ΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ. ΠΡΩΙΜΗ CDV (CARTE DE VISIT) ΤΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΥ, ΜΕ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΗ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΤΟ ΠΑΣΠΑΡΤΟΥ, περ. 1860 κόρη του Ιωάννη Καρπούνη απο το Μεσολόγγι  (ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΛΚΗ ΞΑΝΘΑΚΗ). πηγη

Αργότερα, οι κυρίες φόρεσαν το κοντογούνι πάνω απο τα αστικά τους φορέματα και στο τέλος αφαίρεσαν και το φέσι με το παπάζι, συμπληρώνοντας τη φορεσιά με καπέλα με βέλο.

philippos-margaritis-a-greek-lady
Philippos Margaritis, A Greek Lady, c. 1855, salt print, 20 x 16 cm. πηγη

 

l131-048
Μωραΐτης, Πέτρος  Πορτραίτο γυναίκας με αστική φορεσιά. Για την ακρίβεια απο το ενδυματολογικό σύνολο το μόνο που μας θυμίζει Αμαλία είναι το κοντογούνι. Τα υπόλοιπα ακολουθούν την ευρωπαϊκή μόδα, όπως το καπέλο χωρίς φούντα και η εξωτερική γούνα elia.org
Advertisements

Φουστανελάδες και βρακάδες απο το φακό του Πέτρου Μωραϊτη

O Πέτρος Μωραϊτης είναι ένας απο τους σημαντικότερους Έλληνες φωτογράφους του 19ου αιώνα με ποσοτικά τεράστιο έργο, μιας και απο το φωτογραφείο του παρέλαυνε όλη η Αθηναϊκή κοινωνία του 19ου αιώνα για να φωτογραφηθεί. Στο blog anemourion διαβάζουμε: . «Στο τέλος του 1859 ήρθε στην Αθήνα από το Παρίσι ο Αθανάσιος Κάλφας και λίγο αργότερα πήρε συνεταίρο του τον Πέτρο Μωραΐτη. Το φωτογραφείο τους βρισκόταν στην παλιά οικία του Κορομηλά, στην οδό Ερμού 41, κοντά στο Δημαρχείο. Εκεί ήταν δυνατόν οικογένεια εκ τριών ή τεσσάρων προσώπων να φωτογραφηθή επί της αυτής εικόνος εις μετριωτάτην τιμήν». Το Μάρτιο του 1860 ο Μωραΐτης διέκοψε τη συνεργασία του με τον Κάλφα, διατήρησε μόνος του το φωτογραφείο και, έξι μήνες αργότερα, το μετέφερε στην οδό Αιόλου 904, απέναντι από την εκκλησία της Χρυσοσπηλιώτισας.»

Π. Μωραΐτης. Ο ληστής Κυριάκος υπήρξε ο φόβος των κατοίκων της Αττικής, γι’ αυτό και είχε επικηρυχθεί με μεγάλο ποσό. Κατά τα «Ιουνιακά» του 1863 ήρθε στην Αθήνα με τη συμμορία του για να ενισχύσει τους «Πεδινούς». Με την ευκαιρία λήστεψε όλους τους ξένους ταξιδιώτες που έμεναν στα ξενοδοχεία της πλατείας Κοτζιά. Τότε πρέπει να επισκέφθηκε το φωτογραφείο του Μωραΐτη για μια στημένη «ηρωική» πόζα. Ανάμεσα στα πόδια του διακρίνεται η βάση της μεταλλικής στήλης για το κράτημα του κεφαλιού, που έπρεπε να μείνει ακίνητο κατά τη διάρκεια της λήψης.
Ιωαννης Θεοφιλόπουλος

«Οι φωτογραφίες πορτρέτων που τράβηξε στο στούντιο του αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Όπως και άλλοι φωτογράφοι, ξεκίνησε δημιουργώντας πορτρέτα υψηλής αισθητικής, για να οδηγηθεί μοιραία στην τυποποιημένη παραγωγή της καρτ-ντε-βιζίτ, υποκύπτοντας έτσι στις απαιτήσεις της μαζικής παραγωγής. Υπάρχουν βέβαια και ορισμένα πορτρέτα του τα οποία διαθέτουν ιδιαίτερη αισθητική. Πέρα από αυτό όμως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ιστορική σημασία των φωτογραφιών του. Καλύπτουν τη μέση και, κυρίως, την ανώτερη κοινωνική τάξη, τους πολιτικούς, τους καλλιτέχνες, τους στρατηγούς της Επανάστασης και γενικά όλους αυτούς που διαδραμάτισαν ενεργό ρόλο στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας τον 19ο αιώνα.»

63b1d347f59c07a356a4da729879b728
πηγη
Ο στρατηγός Χριστόδουλος Χατζηπέτρος (1799-1869), Αθήνα c.1859-1869. Φωτογράφος: Πέτρος Γεωργίου Μωραΐτης

«Όταν η εθνική φορεσιά ήταν ακόμα δείγμα ελληνικότητας, ο Μωραΐτης συγκέντρωσε πολύ μεγάλο αριθμό αυθεντικών τοπικών ενδυμασιών από διάφορα μέρη της Ελλάδας, ακόμα και από περιοχές που ήταν ακόμα τουρκοκρατούμενες. Συχνά τις φορούσαν οι πελάτες του ή μοντέλα. Είχε φτιάξει μάλιστα τέτοιες σειρές, σε μέγεθος cabinet, που τις πουλούσε στους ξένους περιηγητές.»

Σε αυτή την ανάρτηση παρουσιάζουμε ένα δείγμα αυτών των φωτογραφιών με εικονιζόμενα πρόσωπα άνδρες. Και πάνω σε αυτό θα ήθελα να αναφέρω και τον προβληματισμό μου σε σχέση με την έρευνα της ελληνικής φορεσιάς. Όπως γνωρίζετε πολλές φορές για να τεκμηριώσουμε ένα κόσμημα ή πώς φοριούνται τα ρούχα, χρησιμοποιούμε ως τεκμήριο τη φωτογραφική απεικόνιση. Για να θέσω λοιπόν έναν προβληματισμό… Κατά πόσο είναι πλήρως αξιόπιστη η φωτογραφική απεικόνιση όταν ο φωτογράφος έχει χρησιμοποιήσει μοντέλο που φορά ελληνικές φορεσιές, οι οποίες δεν ήταν τα δικά του ρούχα αλλά μια μεταμφίεση για να βγάλει φωτογραφία; Υπάρχει η πιθανότητα να είναι φορεμένα τα ρούχα με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που συνηθιζόταν ή να υπάρχει κάποιο ανακάτεμα των ρούχων ή συμπληρωματική προσθήκη για τις ανάγκες της φωτογράφησης που να μας οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα σε σχέση με την ιστορία της φορεσιάς;  Επειδή πολλές φορές αντιμετωπίζουμε αυτό το δίλημμα, καλό είναι να μην βλέπουμε άκριτα τις φωτογραφίες, ακόμη και της εποχής του Μωραϊτη και να λαμβάνουμε υπόψη τα εικονιζόμενα πρόσωπα και το ιστορικό πλαίσιο για να βγάλουμε τα όποια συμπεράσματα, ιδίως στις γυναικείες φορεσιές . Να θυμάστε οτι οι «χωριατοπούλες» του ήταν συνήθως κυρίες της αστικής τάξης που πόζαραν στο φωτογραφικό φακό, και δεν είχαν – όπως και σήμερα – μεγάλη γνώση σχετικά με το πώς πραγματικά φοριούνταν τα ρούχα στις εκάστοτε τοπικές κοινωνίες.

Επίσης να έχετε υπόψη οτι μεγάλο ποσοστό απο τις γκραβούρες με φορεσιές των περιηγητών είναι φτιαγμένες από αυτες τις καρτ βιζίτ του Μωραϊτη… Έτσι λοιπόν, ερευνητές της φορεσιάς και χορευτές… προσοχή, γιατί αυτό που φαίνεται… τελικά μπορεί και να μην είναι! Αλλά πάνω σε αυτό θα επανέλθω σε επόμενη ανάρτηση…

Πορτρέτο άνδρα με παραδοσιακή ενδυμασία Φθιώτιδας. Αθήνα, γύρω στα 1880 Πέτρος Μωραΐτης (ΦΑ_1_682) Μουσειο Μπενακη
Πέτρος Μωραΐτης. Η οικογένεια Νικόλαου Πιερράκου – Μαυρομιχάλη. Αθήνα, 1861-1862. (Φ.Α. GLA.009). Στην πίσω σειρά, όρθιες από αριστερά, οι θυγατέρες του Πιεράκου Σταυρούλα και Αικατερίνη
(αργότερα σύζυγος Αριστείδη Γλαράκη). Μπροστά, η μικρή Ασπασία, η σύζυγος του Νικολάου με τον Περικλή σε βρεφική ηλικία και ο Νικόλαος με τον μικρό Αθανάσιο. Το πορτραίτο, που ανήκει στην πρώιμη περίοδο του Μωραΐτη, έχει διαστάσεις εικόνας 18 x15 εκ και χαρτονιού 21×18 εκ. Την εποχή εκείνη ο φωτογράφος χρησιμοποιεί αυτό το μέγεθος χαρτονιού το οποίο υπογράφει στο μπροστινό μέρος. Κάτω δεξιά διαβάζουμε την υπογραφή «Π. Μωραΐτης Εν Αθήναις». Το τύπωμα αλβουμίνης έχει, δυστυχώς, εκτεταμένες φθορές. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η φιγούρα του βρέφους είναι εξ ολοκλήρου τονισμένη με μολύβι: το λευκό πρόσωπο μέσα σε λευκά ρούχα  θα προέκυψε  στην εκτύπωση σαν αερικό μάλλον παρά σαν μωρό. πηγη
Πορτραίτο άνδρα με φουστανέλλα.1865 c.
ΧΩΡΙΚΟΙ ΑΤΤΙΚΗΣ, ΥΔΡΑΣ, ΔΕΛΦΩΝ, ΡΟΥΜΕΛΗΣ 1880 πηγη

Χρυσοκέντημα όπως παλιά…Παλιές τεχνικές που αναβιώνουν στον Αυλώνα Αττικής

Σήμερα η ανάρτησή μας είναι αφιερωμένη στην ομάδα γυναικών του Συλλόγου Αυλωνιτών «Το Σάλεσι» από τον Αυλώνα Αττικής και στις υπέροχες δραστηριότητές τους που επαναφέρουν ξεχασμένες τεχνικές των ελληνοραπτών και τις εφαρμόζουν στις φορεσιές τους, που τις κεντούν οι ίδιες, σε μία εποχή που η μηχανή έχει αντικαταστήσει το χέρι…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Πρόκειται για μια ομάδα γυναικών που ασχολούνται με την κατασκευή της τοπικής φορεσιάς Αττικής. Έχουν μέχρι τώρα πετύχει την κατασκευή χρυσοκέντητων τμημάτων της φορεσιάς όπως ποδιές και μανίκια με την βυζαντινή χρυσοκεντητική τεχνική,

18198615_802232579941249_2689105666903195757_n

10988282_450898615074649_8783840272327355095_n

έχουν πετύχει το κέντημα με την τεχνική τσεβρε σε μετάξι με χρυσή και μεταξωτή κλωστή, την κατασκευή χρυσού χειροποίητου κροσσιού με πούλιες… Το χρυσό το δουλεύουν για να στρώσει με το νύχι, όπως οι παλιοί τεχνίτες.

10896953_410862412411603_1074426274903274014_n

Με κόπο και μεράκι έχουν πετύχει την κατασκευή και το κέντημα όλης της γυναικείας φορεσιάς Αττικής, με τον παλαιό τρόπο, την κατασκευή πλήρους στολής φουστανέλας με μεταξωτά κορδονέτα στο κέντημα των γιλέκων, την κατασκευή δεύτερων φορεσιών διακοσμημένων με ριζοβελονια ή χάντρες ή σουταζ κλπ. Όπως μας ενημέρωσαν σε λίγο θα επιδοθούν και στην μικροϋφαντικη χρυσομέταξων ζωνών.

Εμπνέονται από το μουσείο Ζυγομαλά και τον τοπικό κατασκευαστή φορεσιών Ηλία Πανούση (Μπρεζαράς) που ζούσε μέχρι το 1935 αναπαράγοντας κατά βάσιν τα έργα του. Ο Πανούσης ήταν Έλληνας κατασκευαστής παραδοσιακών φορεσιών και εργοχείρων λαϊκής τέχνης, που έζησε και έδρασε στον Αυλώνα Αττικής. Ο ίδιος ανέπτυξε ένα ιδιαίτερο ύφος στις τέχνες που άσκησε, ενώ τα έργα του είναι σήμερα ευρέως αναγνωρίσιμα σε πολλές περιοχές της Αττικής, της Βοιωτίας και της Εύβοιας. Χαρακτηριστικό της δεξιοτεχνίας του είναι το γεγονός πως οι ντόπιοι έδωσαν στον Πανούση το προσωνύμιο ‘’Μπρεζαράς’’, λόγω των χρυσομεταξοΰφαντων ζωναριών (μπρέζες) που ο ίδιος δημιουργούσε.

1907359_410864322411412_2286736954705321367_n

Τις φωτογραφίες απο τη δουλειά των Γυναικών του Συλλόγου δανειστήκαμε απο την σελίδα τουs στο Facebook. Ευχόμαστε να συνεχίσουν το υπέροχο έργο τους δημιουργώντας με τα χέρια τους υπέροχα έργα τέχνης, διατηρώντας ζωντανές τις τεχνικές κεντητικής και υφαντικής και να μιμηθούν το παράδειγμά τους και άλλοι σύλλογοι στην Ελλάδα.

 

.

Ο Θ.Ράλλης και οι μεγαρίτικες φορεσιές

Πολλοί ζωγράφοι αποτύπωσαν με το πινέλο τους τις ελληνικές φορεσιές. Ένας απο αυτούς, ο οποίος εμπνεύστηκε απο τη Μεγαρίτικη φορεσιά και την αποτύπωσε ολοζώντανα στους πίνακές του ήταν και ο Θεόδωρος Ράλλης (1852-1909). Εδώ θα δούμε έργα του στα οποία αποτυπώνεται η ποικιλία της φορεσιάς των Μεγάρων στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους πίνακες έχουν δημιουργηθεί περί το 1890-1905.

21Το αντίδωρο ή Μετά τη λειτουργία 

Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Σ. Πέστροβα (Ερευνητή – δάσκαλο παραδοσιακών χορών) στα Μέγαρα  «Συναντάμε δυο τύπους γυναικείας φορεσιάς ,τα «φουστάνια» & τους «καπλαμάδες». Στα «φουστάνια» ανήκει η νυφική φορεσιά «τα κατηφένια». Την ονομασία κατηφένια την πήραν αρχές του 20ου αιώνα, όταν έφτιαχναν τα ζιπούνια από βελούδο (κατηφές ήταν ένα είδος μεταξωτού βελούδου) ενώ τα παλαιότερα ζιπούνια ήταν από τσόχα. Επίσης στα φουστάνια ανήκε και η πρώτη φορεσιά το φούντι με το κοντοζίπουνο. Πάμπολλες οι αναφορές από περιηγητές, ζωγράφους, ενδυματολόγους για την συγκεκριμένη φορεσιά η οποία έγινε γνωστή πάλι (ολοκληρωμένη) από τον κ. Δημήτρη Ηλία που ασχολήθηκε σε βάθος με την έρευνα των χορών και των φορεσιών.

12_37Παραμονή εορτής, ελαιογραφία σε καμβά, Ιδιωτική συλλογή Πηγή: www.lifo.gr

Δεύτερος τύπος φορεσιάς είναι οι «καπλαμάδες» οι οποίοι συνυπήρχαν με τα φουστάνια με πολλές παραλλαγές ανάλογα την περίσταση. Αναφέρω λίγες από τις ονομασίες που υπήρχαν. Ο καπλαμάς με το φούντι, ο καλός ή ψιλός καπλαμάς, ο σπαθάτος, ο καπλαμάς με τα σκούρα και ο χοντρός (καθημερινός).»

9_43

Ο εσπερινός, ελαιογραφία σε ξύλο, 35 χ 27 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα, κληροδότημα Θ. Ράλλη Πηγή: www.lifo.gr

Ο καπλαμάς, αποτελούνταν από τον μπούστο, τα μισοφόρια, τα φούντια, την τραχηλιά, τον επενδύτη – καπλαμά, τη ζώστρα ή ζουνάρα, την ποδιά, το γκιουρντί ή σιγκούνι και τα ποδήματα. Ο κεφαλόδεσμος σχηματιζόταν από το σαρικάκι και το κίτρινο μαντήλι για τις νέες, και από το σαπίσο μαντήλι για τις ηλικιωμένες. Η φορεσιά αυτή διακρινόταν για την απλότητά της ενώ το μόνο κόσμημα της φορεσιάς ήταν οι άλυσες. Τον μπούστο τον φορούσαν οι νέες γυναίκες για να σφίγγουν το στήθος μέσα από τα φούντια. Από τη μέση και κάτω έβαζαν αρκετά μισοφόρια για να έχει μεγαλύτερο αέρα και όγκο η φορεσιά. Τα φούντια, τα δύο ποκάμισα έμπαιναν πάνω από το μπούστο των νέων γυναικών και κατάσαρκα στις μεγαλύτερες. Φορούσαν δύο, το ένα πάνω από το άλλο για να έχει αέρα ο καπλαμάς και πήρε την ονομασία του από το σχέδιο που στόλιζε τον ποδόγυρο. Το κατακόρυφο άνοιγμα της τραχηλιάς έκλεινε με κουμπάκια ως τη μέση. Η τραχηλιά ήταν διακοσμημένη με ταμιτέλες πλεγμένες από τις γυναίκες στα κοπανέλια ή με το βελονάτσι. Το εξωτερικό φούντι ήταν ραμμένο από άσπρο ουβγιωτό ύφασμα του αργαλειού, το τσουλίντρι.

Η τραχηλιά ήταν ραμμένη από τις γυναίκες με άσπρο μεταξωτό ύφασμα και ήταν ξεχωριστή από τα φούντια. Οι ηλικιωμένες δεν φορούσαν τραχηλιά, ήταν δηλαδή ξεστήθωτες. Την τραχηλιά συγκρατούσε ο καπλαμάς που έμπαινε από πάνω. Ο γαλάζιος καπλαμάς, είναι το εξωτερικό κομμάτι της φορεσιάς και είναι κατακόρυφα ανοιχτός μπροστά με μακριά, στενά μανίκια. Ο καθημερινός και ο γιορτινός μοιάζουν σε μορφή, ενώ το μόνο που τους διαχωρίζει είναι η ποιότητα του υφάσματος και ο διάκοσμος. Τα κάθετα ραμμένα μακριά του μανίκια, φτάνουν ως τον καρπό και γυρίζουν προς τα πάνω, τα καπάσια. Οι καπλαμάδες των κοριτσιών ήταν φτιαγμένοι από άσπρο και γαλάζιο ύφασμα και ονομάζονταν για αυτό παρδαλοί. Ο καθημερινός γυναικείος είναι ραμμένος από τις γυναίκες από χοντρό, βαμβακερό, γαλάζιο σκούρο ύφασμα, το καλοπάνι. Ήταν διακοσμημένος απλά, με κορδονάκια και σειρήτια πολύχρωμα. Ο καλός, γιορτινός καπλαμάς ή ψιλός καπλαμάς ήταν από γαλάζιο σωπανιασμένο ύφασμα για να προσθέτει αέρα, όγκο και χάρη στο βάδισμα της Μεγαρίτισσας. Σ’ αυτόν ύφαιναν και μια λωρίδα κόκκινου βελούδου ολόγυρα στον ποδόγυρο για να φαίνεται το σχέδιο καθώς σήκωναν τις σκούτες του καπλαμά (τις άκρες του). Με το ίδιο ύφασμα ήταν φοδραρισμένα και τα μανίκια στα καπάσια τους. Η ζώστρα ή ζουνάρα ήταν μάλλινη και την τύλιγαν στο σώμα χαμηλά, έτσι που ακουμπούσε στους γοφούς.

Η ποδιά που φορούσαν οι γυναίκες ήταν χρωματιστή, βαμβακερή ή μάλλινη λογιόμυτη. Οι νύφες και οι νιόπαντρες ύφαιναν άσπρες, βαμβακερές, ριγωτές για τις καθημερινές, τη λεγόμενη μάρτινα και άσπρες μεταξωτές στις γιορτές, την καλαμάτα (πήρε την ονομασία της από την πόλη που αγόραζαν το ύφασμα). Όταν οι θερμοκρασίες έπεφταν πολύ κατά τη διάρκεια του χειμώνα, πάνω από τον καπλαμά φορούσαν το άσπρο σιγκούνι ή το γκιουρντί. Το σιγκούνι ήταν κατακόρυφα ανοιχτό μπροστά, δεν είχε μανίκια και έφτανε ως το γόνατο. Ήταν απλά διακοσμημένο με γαλάζια τσόχα στον ποδόγυρο και τις ραφές του ώμου. Τα ποδήματα φορούσαν οι γυναίκες μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές, ενώ τις καθημερινές ήταν ξυπόλυτες. Τα γουρουνοτσάρουχα που φορούσαν πριν την τουρκοκρατία πιθανόν ονομάζονταν ξενοθήλια, ενώ τα χρόνια της τουρκοκρατίας και μετά τη θέση τους πήραν οι κουντούρες. Οι κουντούρες ήταν ένα είδος παντόφλας με χαμηλό τακούνι και τσόχα ή βελούδο.

Για να θαυμάσουμε λοιπόν τις Μεγαρίτικες φορεσιές δια του χρωστήρα του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου

 

Αν σας αρέσουν οι φορεσιές της Αττικής μπορείτε να δείτε το βιβλίο μου με συλλογή γκραβούρων του 19ου αιώνα από την Αττική και άλλα μέρη της Ελλάδος πατώντας ακριβώς εδώ   Όλη η σειρά βιβλίων με γκραβούρες που παρουσιάζουν φορεσιές από όλη την Ελλάδα μπορείτε να τη δείτε πατώντας εδώ
Πηγές άρθρου : http://habilisii-habilis.blogspot.gr/
«Ελληνικές Φορεσιές», Συλλογή Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, β’ έκδοση, Αθήνα 2005, σελ. 98
Η Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά (Τόμοι Πρώτος & Δεύτερος) Αγγελική Χατζημιχάλη, Μουσείο Μπενάκη, Εκδόσεις «Μέλισσα»

H κόρη των Αθηνών που σαγήνευσε τον Λόρδο Βύρωνα -The Maid of Athens that seduced Lord Byron

The Maid of Athens was the woman that inspired Lord Byron to write the poem MAID OF ATHENS, ERE WE PART

Η κόρη των Αθηνών ήταν η γυναίκα που ενέπνευσε τον Λόρδο Βύρωνα να γράψει το ποίημά του MAID OF ATHENS, ERE WE PART

According to C. G. Brouzas, Byron’s «Maid of Athens» was born Teresa Macri or Macris in 1797. She was the daughter of Mrs. Tarsia Macri, at whose house Byron lodged briefly in 1809 and in February 1810. Byron apparently fell in love with the 12-year-old girl; in a letter to Henry Drury the poet declares to be «dying for love of three Greek Girls at Athens», «Teresa, Mariana, and Kattinka», and wrote the poem for her before departing for Istanbul. On his way back from Turkey to Morea, on 17 July 1810, he stayed at Mrs. Macri’s house for another ten days. At some point he offered £500 for the girl — an offer which evidently was not accepted.

Σύμφωνα με τον Γ. Βρούζα, επρόκειτο για την Τερέζα Μακρή γεννημένη το 1797. Ήταν κόρη της κυρίας Ταρσίας Μακρή, στο σπίτι της οποίας έμεινε ο Λόρδος Βύρων για λίγες μέρες το 1809 και το Φεβρουάριο του 1810. Φημολογείται ότι ερωτεύτηκε με την 12-χρονη κοπέλα. Σε επιστολή του προς τον Henry Drury ο ποιητής δηλώνει ότι «πεθαίνει για την αγάπη τριών ελληνικών κοριτσιών στην Αθήνα», «Τερέζα, Μαριάνα, και Κατίνκα», και έγραψε το ποίημα γι ‘αυτήν πριν αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη. Κατά την επιστροφή του από την Τουρκία στο Μοριά, στις 17 Ιουλίου 1810, έμεινε στο σπίτι της κας Macri για άλλες δέκα ημέρες. Σε κάποιο σημείο πρόσφερε £ 500 για το κορίτσι – μια προσφορά η οποία προφανώς δεν έγινε δεκτή.

Maid of Athens

Byron never met Teresa again. She eventually married James Black (1803–1868) and died impoverished in 1875 in Athens, Greece.

Ο Βύρων δεν ξανασυναντήθηκε με την κοπέλα η οποία παντρεύτηκε τον James Black και πέθανε πάμφτωχη στην Αθήνα το 1875.

Tereza Makri

Here is the poem…

MAID OF ATHENS, ERE WE PART

Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

1.

Maid of Athens, ere we part,
Give, oh give me back my heart!
Or, since that has left my breast,
Keep it now, and take the rest!
Hear my vow before I go,
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

2.

By those tresses unconfined,
Wooed by each Ægean wind;
By those lids whose jetty fringe
Kiss thy soft cheeks’ blooming tinge
By those wild eyes like the roe,
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

3.

By that lip I long to taste;
By that zone-encircled waist;
By all the token-flowers that tell
What words can never speak so well;
By love’s alternate joy and woe,
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

4.

Maid of Athens! I am gone:
Think of me, sweet! when alone.
Though I fly to Istambol,
Athens holds my heart and soul:
Can I cease to love thee? No!
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

– George Gordon Lord Byron

Byron translates Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ as “My life, I love thee.”

δείτε επίσης υπέροχες γκραβούρες με φορεσιές της Αττικής, Πελοποννήσου  και όλης της Ελλάδος του 19ου αιώνα πατώντας εδώ

moreover take a look at wonderful engravings of Greek Attiki, Peloponnese and more Greek costumes of  the 19th century in this link

Παραδοσιακα κεντηματα απο τις φορεσιές της Αττικής- Greek hand embroidery from Attiki Costumes

Σε προηγούμενο άρθρο ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΕΣ ΑΤΤΙΚΗΣ- TRADITIONAL COSTUMES OF ATTIKI είχαμε δει τις υπέροχες παραδοσιακές φορεσιές της Αττικής. Σήμερα θα ρίξουμε μια πιο κοντινή ματιά στις λεπτομέρειες των υπέροχων κεντημάτων τους, ώστε να εμπνευστούμε απο αυτά. Ας τα θαυμάσουμε…

In the previous post TRADITIONAL COSTUMES OF ATTIKI we have seen the fabulus attica traditional dresses. Today we will have a glance at the details of these marvellous hand embroidery patterns. Let’s admire them...

παραδοσιακο κέντημα από χρυσό φούντι από τα Μεσόγεια Αττικής – hand embroidery pattern from a golden shirt worn from the wealthy brides from South Attica
παραδοσιακο κέντημα από φούντι του Λυκείου Ελληνίδων – hand embroidery pattern from a festive shirt Greek Lyceum of women
Λεπτομέρεια από παραδοσιακο κέντημα απο φούντι των Σπάτων detail from a hand embroidered bridal shirt from Spata in Attika πηγή: http://laografia-spata.gr/topiki-foresia/
Μανίκι τζάκου με χρυσοκέντημα  από τα Μεσόγεια , Νότια Αττική Brooklyn Museum Costume Collection at The Metropolitan Museum of Art, Gift of the Brooklyn Museum, 2009; Gift of Mrs. August Belmont, 1948 , sleeve ornamented with hand embroidery
Hand embroidery pattern from a Bridal chemise from Attica. Hand mbroidery of Attica origin is only found on clothing, never on household articles; its aesthetic qualities vaguely recall the art of mosaic. 19th c. Gift of Irini P. Kalliga. Benaki Museum
λεπτομέρεια κεντήματος τζάκου και μανικιών από το Μενίδι Detail from a hand embroidery of  a tzakos and sleeves πηγή : http://stitchopolis.blogspot.sg/2014/02/athens-day-5-benaki-museum-textiles.html
Hand embroidery pattern Detail from Ensemble , North Attica , Greece http://www.metmuseum.org/ Προέλευση Βόρεια Αττική

Μπορείτε να δείτε παλιές γκραβούρες με φορεσιές της Αττικής του 19ου αιώνα στο βιβλίο Traditional Gress of Greece Vol 1   και εδώ

αλλά και ακόμα παλιότερες γκραβούρες με φορεσιές του 18ου αιώνα στο βιβλίο Traditional Dress of Greece of the 18th Century

You can see many engravings depicting the Attica Costumes of the 19th century in the e-book Traditional Gress of Greece Vol 1   and  here as well

You can also admire very old engravings depicting costumes of the 18th century in the e-book Traditional Dress of Greece of the 18th Century

Μην διστάσετε να αφήσετε ένα σχόλιο κάτω από την ανάρτηση… Πείτε μας αν σας άρεσε, ρωτήστε μας, σχολιάστε….

Don’t hesitate to leave a comment under the post… tell us if you liked it, ask and comment…

Η παραδοσιακή φορεσιά της Αράχωβας/ Greek traditional dress of Arachova

Η πανέμορφη παραδοσιακή φορεσιά της Αραχωβίτισσας στο διάβα του χρόνου έχει απλοποιηθεί ως προς τα κεντήματα του πουκάμισου και το στόλισμα της κεφαλής. Πολύτιμες πληροφορίες για να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της αραχωβίτικης φορεσιάς διέσωσε κυρίως η έρευνα της λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη, η ντόπια παράδοση, αλλά και οι περιγραφές των περιηγητών.

Συγκεκριμένα, το πουκάμισο της παλιάς παραδοσιακής φορεσιάς ήταν άσπρο βαμβακερό υφαντό ⁻ χονδρό για την καθημερινή χρήση και λεπτότερο το γιορτινό. Το νυφιάτικο μπορούσε να είναι και μεταξωτό σε κόκκινο μουντό χρώμα, βαμμένο με ριζάρι. Το πουκάμισο το κεντούσε η Αραχωβίτισσα με στριφτά μετάξια, που τα έβαφε η ίδια. Πρέπει να σημειώσουμε, ότι το παλιό πουκάμισο δεν είχε μανίκια. Γι’ αυτό πάνω απ’ το πουκάμισο φορούσαν τον τζάκο. Ήταν ένα είδος μπούστου με μανίκια ολοκέντητα με κεντήματα έξοχης τέχνης, τα γνωστά ως “Αραχωβίτικα”.

Αργότερα ο τζάκος καταργήθηκε και τα μανίκια μπαίνουν πια στο πουκάμισο, που έγινε μακρυμάνικο. Δυστυχώς όμως, όπως σημειώνει η Αγγελική Χατζημιχάλη, “τότε χάθηκαν και τα περίφημα κεντήματα, τα γνωστά ως Αραχωβίτικα, που ξεχώριζαν ανάμεσα στα κεντήματα της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου για τις σχηματοποιημένες ανθρώπινες μορφές τους. Σε μερικά από τα κεντήματα αυτά η αυστηρή σχηματοποίηση του ανθρώπινου σώματος αγγίζει τις πιο πρωτότυπες μορφές της Ελληνικής έκφρασης”. Μερικά από τα ανεκτίμητα αυτά κεντήματα βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη. Αξιοσημείωτο είναι, ότι στο ίδιο Μουσείο υπάρχει πουκάμισο παλιό από φορεσιά της Εύβοιας, που το σχέδιο του κεντήματός του ονομάζεται “Αράχωβα” ⁻ απόδειξη της φήμης, που είχαν τα κεντήματα της Αραχωβίτικης φορεσιάς.

Easter dance. 1933; Dorothy Burr Thompson

Εκτός όμως από τον τζάκο καταργήθηκε και ο κεφαλόδεσμος. Παλιά η Αραχωβίτισσα φορούσε στο κεφάλι μικρό κόκκινο φέσι κεντημένο γύρω γύρω με φλουριά, “το φλωρόφεσο”. Αυτό στερεωνόταν στο κεφάλι με “το καμ(π)τσέλι”, λουρίδα που περνούσε κάτω από το σαγόνι ⁻ το φλωρόφεσο φοριόταν στη νυφιάτικη και γιορτινή φορεσιά. Αν το φέσι είχε ασημένια νομίσματα, το έλεγαν “ταλαρόσκουφα”. Μετά τα 40 χρόνια της η Αραχωβίτισσα το φέσι με τα νομίσματα το αντικαθιστούσε με κόκκινο σαρίκι, κεντημένο.

Τον κεφαλόδεσμο συμπλήρωνε στη νυφιάτικη φορεσιά “η μεταξωτή σκέπη με τα “τζερτζέφια” (=κεντήματα). Αυτή κάλυπτε το κεφάλι κι έπεφτε ελεύθερη ως κάτω από τη μέση. Ήταν περίπου 3 πήχεις μήκος. Την έλεγαν και “τσεβρέ”. Στη γιορτινή φορεσιά φοριόταν η διάφανη μεταξωτή “μπόλια”. Το χειμώνα φορούσαν “την μπαρέζα”, σκέπη μάλλινη.

Ο στολισμός της κεφαλής συμπληρωνόταν με την κοτσίδα, που τη στόλιζαν με νομίσματα. Στα 1676 ο περιηγητής Spon αναφέρει, πως οι Αραχωβίτισσες εκτός από τη φούστα και τα μανίκια τους στόλιζαν με νομίσματα και την κοτσίδα τους. Στο στόλισμα των μαλλιών “με τσαμπιά από κουμπάκια” αναφέρεται και ο Thomson στα 1730. Στα 1835 ο περιηγητής Cornille αναφέρεται στη συνήθεια να στολίζουν την κοτσίδα με νομίσματα. Τα κρεμούσαν από γαϊτάνι, που το έπλεκαν μαζί με την κοτσίδα.

Άλλα κοσμήματα των μαλλιών ήταν “τα πεσκούλια”, φούντες από μαύρο ή κρεμεζί μπιρσίμι και χρυσές κλωστές, που κρέμονταν από “ξενοκοτσίδα”, δηλ. πρόσθετη μακριά πλεξούδα από μαλλί προβάτου. Κοσμήματα επίσης, της κοτσίδας ήταν και “τα ασημένια μασούρια”, που τα στερέωναν στην άκρη της.

Στην παλιά φορεσιά οι κάλτσες ήταν μάλλινες από σαγάκι (μάλλινο ύφασμα της νεροτριβής). Δεν είχαν πατούσα και “το σκαρπίνι”, ένα σκοινί που περνούσε κάτω από το πέλμα, τις κρατούσε τεντωμένες στο πόδι. Κάτω από τα γόνατα τις έσφιγγαν με κεντημένες “γονατάρες” (=καλτσοδέτες). Στα πόδια φορούσαν τσαρούχια με θηλιές, “τα γουρνοτσάρουχα”. Αργότερα οι “σαγακιένιες κάλτσες” αντικαταστάθηκαν από άσπρες μάλλινες πλεγμένες με καλτσοβέλονες. Οι καθημερινές κάλτσες ήταν στολισμένες με πολύχρωμα σχέδια.

Πλούσια ήταν και τα κοσμήματα της παλιάς φορεσιάς : Τα “φληκωτάρια” (=θηλυκωτάρια), ήταν οι πόρπες, που έπιαναν το σιγκούνι κάτω απ’ το στήθος. Στο λαιμό φορούσαν “αράδα το τζιουρντάνι”. Στο στήθος “τις αλυσίδες με το π’λί” (=δικέφαλος με γάντζο, που καρφώνεται στο σιγκούνι συγκρατώντας τις αλυσίδες με το χαϊμαλί). “Το αρμάθι με τα φλουριά” και “το σκοινί με τα μαργαριτάρια” ήταν, επίσης, κοσμήματα της φορεσιάς.

Στα 1843 ο περιηγητής Chenavard αναφέρεται στα “δυό φαρδιά σκουλαρίκια της Αραχωβίτισσας, που σμίγουν με μια αλυσίδα ψιλή, που κρέμεται κάτω απ’ το σαγόνι και κυματίζει σε σχήμα περιδέραιου”.

Ας δούμε τώρα την απλοποιημένη φορεσιά. Εκτός απ’ τον τζάκο καταργήθηκε και το φλωρόφεσο, που αντικαταστάθηκε με “το κόκκινο τσεμπέρι” ⁻ πάνω απ’ το τσεμπέρι φόρεσαν “το κρεμεζί μαντήλι” στη θέση της στενόμακρης σκέπης ή της μπόλιας. Αργότερα τα δυό αυτά μαντήλια, “τα φακιόλια”, αντικαταστάθηκαν απ’ το σημερινό μεταξωτό λευκό κεφαλομάντηλο, “τη γάζα με τα κουμπουρέλια”, που λέγεται και σκέπη.

Αλλά και το μακρυμάνικο κεντημένο πουκάμισο, “το γραφτό”, αντικαταστάθηκε με το μεταξωτό πουκάμισο (ουγιωτό, κουρκουτιαστό ή σκέτο).

Απαράλλαχτο παρέμεινε ως σήμερα το λευκό σιγκούνι της φορεσιάς από “σαγάκι”, όπως λέγεται το μάλλινο υφαντό ύφασμα και κατ’ επέκταση το καθημερινό σιγκούνι. Είναι κεντημένο με το “λαζούρ” , κόκκινη βαμβακερή κλωστή. Το νυφιάτικο και γιορτινό σιγκούνι έχει επένδυση τσόχας και είναι κεντημένο με χρυσογάιτανα.

Η παλιά “ρούχινη ποδιά” από κόκκινο ψιλονεσμένο υφαντό αντικαταστάθηκε παλιότερα απ’ τη βελούδινη βαθυκόκκινη ποδιά. Τα παραδοσιακά σχέδια, ροδιά, πύργος και κλάρα κεντιούνται ως σήμερα ⁻ όμως γύρω στα 1900 καταργήθηκε ένα παλιότερο σχέδιο με δύο αντικρυστά πουλιά (σώζεται σε φωτογραφία).

Τα δύο χρυσοκεντημένα “ποδιόσκοινα” σε μαύρη τσόχα συγκρατούν την ποδιά και δένονται μπροστά ⁻ καταλήγουν σε χρυσά γαϊτάνια με δύο χρυσές φούντες, όπως και στην παλιά φορεσιά.

Ο φκάς (=φουκάς), το μεγάλο ζωνάρι (μάκρος 3μ. και φάρδος 0,20 εκ.), διπλωμένος στα δύο στο μάκρος, τυλιγόταν δυό – τρεις βόλτες κάτω απ’ τη μέση σφίγγοντας το σιγκούνι. Ο φκάς από παλιά ως σήμερα έχει χρώμα κόκκινο για τις κοπέλες ⁻ για τις παντρεμένες είναι μαύρος ριγωτός ή σκέτος.

Στην παλιά φορεσιά απαραίτητο ήταν και “το μαντηλάκι με τη χρυσή μπιρμπίλα”, ολόγυρα, που στερεωνόταν στο ποδιόσκοινο κι έπεφτε πάνω στην ποδιά.

Σημαντική είναι η έρευνα της Αγγελικής Χατζημιχάλη για την καταγωγή της φορεσιάς. Συγκεκριμένα το πουκάμισο, που στο Βυζάντιο λεγόταν “καμίσιον”, κατάγεται από το χιτώνα ⁻ για τούτο και στην αρχική του μορφή έλειπαν τα μανίκια. Ο τζάκος κατάγεται από το βυζαντινό “τζιτζάκιον”. Το καπιτσάλι (=καμτσέλι) , υποσιαγώνια λουρίδα, που συγκρατεί το σκούφο, αναφέρεται επίσης στα βυζαντινά κείμενα, το ίδιο και η σκέπη. Το συγκούνι είναι η εξέλιξη από το βυζαντινό “σαγίον”, ρούχο υφαντό από γιδόμαλλο, που χρησίμευε για προφύλαξηαπό το κρύο.

Η ανδρική παραδοσιακή φορεσιά

Όσο για την ανδρική φορεσιά, ουσιαστικά δεν άλλαξε στο χρόνο. Η φουστανέλλα, η χαρακτηριστική φορεσιά της ηπειρωτικής Ελλάδας, είναι “τετρακοσάρα” ή “τρακοσάρα” (ή και στενότερη), ανάλογα με τα λατζόλια.

Πάνω απ’ το λευκό χασεδένιο πλατυμάνικο πουκάμισο φοριέται “το σουκάρδ” δηλ. “το εσωκάρδιον”, γιλέκο κεντημένο με μεταξωτά γαϊτάνια.

Στη μέση το πλατύ ζωνάρι. Οι άσπρες κάλτσες είναι καλοτεντωμένες με “τα τσαγγόλουρα” και δένονται κάτω απ’ τα γόνατα με “τις γονατάρες” (=καλτσοδέτες), που είναι υφασμένες στον αργαλειό με χρωματιστά μετάξια και συχνά έχουν κεντημέν το όνομα του παλληκαριού και χρονολογία ⁻ ήταν συνήθως δώρα νυφιάτικα.

Τα καλά τσαρούχια με τη μαύρη μεγάλη φούντα στη μύτη και “η ατλαζένια σκούφια” στο κεφάλι, συμπληρώνουν τη λεβέντικη φορεσιά. Ομορφοστολισμένη είναι και η “δεύτερη φορεσιά” για καθημερινή χρήση :  “Η καμ’ζόλα και ο ντουλαμάς”.

Από το βιβλίο, «Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΑΊ ΓΙΩΡΓΗΣ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΑΚΙ» των Κ. Λούσκου και Ε. Νικολιδάκη

πηγή κειμενου: http://www.panigiraki.gr/traditional-costumes/

και εδώ μπορείτε επίσης να δείτε γκραβούρες με παραδοσιακές φορεσιές της Κεντρικής Ελλάδας

Traditional Dress of Greece Vol I