Αρχείο κατηγορίας ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα χάνια στην Ελλάδα του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα

Όταν σκεφτόμαστε ταξίδια σήμερα , το πρώτο που μας έρχεται στο μυαλό είναι τα ξενοδοχεία που θα μείνουμε. Άραγε όμως τι γινόταν σε παλαιότερες εποχές; Οι άνθρωποι ταξίδευαν και διανυκτέρευαν σε «χάνια» τα οποία βρίσκονταν πανω στους κομβικούς δρόμους και αποτελούσαν σταθμούς ανάπαυσης του ταξιδιού για τους Έλληνες και ξένους περιηγητές και εμπόρους.

Η λέξη «χάνι», προέρχεται από την τουρκική λέξη hun και σημαίνει πανδοχείο.

Τα χάνια, ξύλινα οικήματα στην αρχή, αργότερα λιθόκτιστα, ισόγεια ή δίπατα με δίριχτη κεραμοσκεπή, στήνονταν κατά το πλείστον σε «οδικές αρτηρίες» της εποχής. Διέθεταν στάβλους ή απλά μια περιφραγμένη αυλή όπου άραζαν τα κάρα και έδεναν τα άλογα και τα υπόλοιπα ζώα των ιδιοκτητών και των διερχομένων, οι οποίοι έτσι μπορούσαν να βρουν κατάλυμα ύπνου και φαγητό. Τους διερχόμενους εξυπηρετούσαν οι χαν(ι)τζήδες (=ιδιοκτήτες χανιών), οι οποίοι ήταν σημαντικοί πληροφοριοδότες για τους διερχόμενους. Τα πιο καλά χάνια είχαν και ένα δωμάτιο στην είσοδο, που είχε ως σκοπό να συγκεντρώνει τους πελάτες για να συζητούν θέματα που θα τους ενδιέφεραν. Εκεί έπιναν και το ρόφημά τους, τσάι ή καφέ.  Στο κατώι διατηρούσαν το μαγειρείο και στο ανώι τα υπνοδωμάτια.

Σιγά σιγά τα χάνια μετεξελίχθηκαν σε «εμπορικά κέντρα» της εποχής, με τους διερχόμενους εφόσον περνούσαν κάποιες ώρες εκεί, να γνωρίζονται και να κλείνουν συμφωνίες μεταξύ τους αλλά και να πουλάνε τα γεννήματά τους.

Χάνι από την περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας – Inn in the region of Aetolia and Acarnania from SCHWEIGER LERCHENFELD, Amand, (Freiherr von). Griechenland in Wort und Bild, Eine Schilderung des hellenischen Konigreiches, Leipzig, Heinrich Schmidt & Carl Günther, 1887 / Kettwig, Phaidon, 1992.
Χάνι στο Μαντούδι της Εύβοιας Inn in Mantoudi, Euboea.from SCHWEIGER LERCHENFELD, Amand, (Freiherr von). Griechenland in Wort und Bild, Eine Schilderung des hellenischen Konigreiches, Leipzig, Heinrich Schmidt & Carl Günther, 1887 / Kettwig, Phaidon, 1992.
Το παραπάνω χαρακτικό είναι μια σπάνια απεικόνιση μιας ομάδας Βρετανών περιηγητών μέσα στο Χάνι του Βουρλιά. Το έχει σχεδιάσει ο F. W. Newton και είναι δημοσιευμένο στο εξώφυλλο του ταξιδιωτικού βιβλίου που έγραψε ο Edward Giffard. Ήταν αρχές του 1836 όταν αυτοί οι δύο νεαροί, συμφοιτητές στην Οξφόρδη, αποφάσισαν να κάνουν το ταξίδι στην Ελλάδα. πηγη: https://eurotas.wordpress.com/tag/%CF%87%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1/

Για να δούμε πώς ένας περιηγητής περιγράφει την υποδοχή και περιποίηση που έλαβε στο Χάνι του Βουρλιά στην Πελοπόννησο

«Το χάνι του Βουρλιά ήταν αληθινό παλάτι σε σύγκριση με τη buonalocanda, και μπορεί κανείς να πάρει μια ιδέα αμφοτέρων, και των καταλυμάτων που βρίσκει ο ταξιδιώτης σ’αυτά τα μέρη, από την εικόνα του εξωφύλλου –ένα σκίτσο που έκανε ο κ. Newton με το δωμάτιό μας και τις ασχολίες μας εκείνο το βράδυ. Εγώ, με τη βοήθεια του Δημήτρη, ενός από του υπηρέτες, μαγειρεύω, ο κ. Newton χτυπάει αυγά, τα οποία ανακατεμένα με νερό χρησιμοποιούμε ως υποκατάστατο του γάλακτος, και ο κ. Johnstone ετοιμάζει τη ‘φορητή σούπα’ μας [πρόδρομο της σημερινής σούπας σε κύβους]. Ένας άλλος υπηρέτης στρώνει ένα τραπεζομάντηλο από μουσαμά –μια πολύ χρήσιμη πολυτέλεια που είχε προμηθευτεί ο κ. Johnstone. Από την ανοιχτή πόρτα μπαίνει ένας από τους οδηγούς μας, κουβαλώντας ξύλα για τη φωτιά και μια κότα που μόλις είχε σφάξει για μας, και μακριά φαίνεται ο Ταΰγετος σκεπασμένος με χιόνι.» (Giffard E, Α short visit to the Ionian Islands, Athens and the Morea)

στερεοσκοπική φωτογραφία, που εικονίζει μάλλον το Χάνι του Μπακούρου (αν και, ίσως από κάποια παρανάγνωση, στη λεζάντα αναφέρεται ως χάνι του «Bachouni») στην Πελοπόννησο πηγη: https://eurotas.wordpress.com/2013/05/28/%CF%84%CE%B1-%CF%87%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF-%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CF%8D/

Ο Γιάννης Μπαλτάς, γιός του ιδιοκτήτη στο Χάνι  των Μπαλταίων στον παλιό δρόμο προς το Αγρίνιο θυμάται…

«Λέγομαι Μπαλτάς Ιωάννης του Αθανασίου. Γεννήθηκα το 1929.
Το χάνι πιο πριν το είχε ο παππούς μου και μετά ο πατέρας μου. Ιωάννης ο παππούς μου, αυτός είχε φτιάξει το χάνι, το 1860 περίπου. Το επισκευάσαμε λίγο, γιατί με την κατοχή το βομβαρδίσαν, κάψαν πόρτες, τα ξύλινα σχεδόν όλα, και όταν ήρθαμε δεν είχαμε πού να μείνουμε. Φτιάξαμε το δάπεδο και μετά πάνω…

Τότε ο Μπουρσός είχε πάνω από χίλια άτομα. Πέρναγαν απ’ αυτόν το δρόμο, σαν φίδι, από πάνω και πηγαίνανε. Πέρναγαν και προς τα αριστερά προς την Καρίτσα. Είχε δω κόσμο το χάνι. Περνούσαν αγωγιάτες, κοιμόντουσαν, κάναν ταξίδια και μια βδομάδα και παραπάνω. Πήγαιναν ως το Μεσολόγγι απ’ το Καρπενήσι και τη Λαμία. Φορτώναν τριφυλλόσπορο και πηγαίναν να τον πουλήσουν. Από κει φόρτωναν λάδι, πορτοκάλια, ψάρια. Τα ψάρια τα αλατίζαν και τα μεταφέρανε. Βάζαν μέσα σε τράστα σακούλες χιόνι για να μη λιώνει, και τα μεταφέρανε τα ψάρια…»

το Χάνι των Μπαλταίων πηγή: http://www.anexitilo.net/2017/01/blog-post_75.html

Κάποια «χάνια» έμειναν στην ιστορία όπως το θρυλικό Χάνι της Γραβιάς όπου κλείστηκε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με 120 πολεμιστές και αντέκρουσε την επίθεση των τούρκικων στρατευμάτων του Ομερ Βρυώνη.

Σε άλλες περιπτώσεις η συναναστροφή Ελλήνων και Τούρκων διερχομένων στο χάνι μπορούσε να καταλήξει σε αψιμαχία με άσχημη κατάληξη.

Πάντως για αιώνες, το χάνι αποτέλεσε σημείο ανεφοδιασμού, διανυκτέρευσης και ξεκούρασης των διερχομένων. Σήμερα ελάχιστα απο αυτά, όσα δεν γκρεμίστηκαν και σώθηκαν απο τη φθορά του χρόνου και των ανθρώπων, έχουν μετατραπεί κυρίως σε  χώρους λαογραφικού ενδιαφέροντος.

Advertisements

Η Μπάμπο ή Βρεξούδια: ένα πανάρχαιο έθιμο με αναφορά στη γυναικοκρατία

Η Μπάμπο ή Βρεξούδια είναι ένα πανάρχαιο έθιμο, με αναφορά στη γυναικοκρατία που τελείται απο τις γυναίκες της Μονοκκλησιάς, της Ανω Καμήλας και της Νεας Πέτρας Σερρών.

Η γυναικοκρατία το 1964 

Κυρίως τελούνταν στη Βόρεια και την Ανατολική Θράκη, απ’ όπου οι πρόσφυγες το μετέφεραν στις νέες τους πατρίδες. Οι πρόσφυγες από τη Βουλγαρία, το έλεγαν “Μπάμπω Ντεν”, από την Τουρκία “Μπάμπου Γκιουνού”, ενώ όσοι ήρθαν από τα παράλια του Πύργου (Μεσημβίας Σουζόπολη), το έλεγαν “Μπαμπώτερα”.
Το έθιμο αυτό, τελείται στις 8 Ιανουαρίου, εορτή της Αγίας Δομνίκης, ή Δόμνης και σκοπό έχει την απόδοση τιμής στο πρόσωπο της γιαγιάς, η οποία συνέβαλε στη γέννα των παιδιών. Η γιαγιά στην αρχαιότητα, λέγονταν μάμμη και ως έμπειρη στη ζωή, ήταν αυτή που με τη σοφία και την πείρα της βοηθούσε τις έγκυες στη γέννα. ‘Έτσι με τα χρόνια η μάμμη με την μετάθεση του τόνου έγινε μαμή και από γιαγιά απόχτησε τη σημασία της μαίας.

Η 8η του Γενάρη λοιπόν,  είναι αφιερωμένη αποκλειστικά και μόνο στις παντρεμένες γυναίκες.
Πρωί-πρωί οι γυναίκες με την ιδιότυπη ενδυμασία τους πηγαίνουν στο σπίτι της πιο ηλικιωμένης γυναίκας, της μπάμπως (μπάμπω= γριά ή μαμή), που είναι και το τιμώμενο πρόσωπο της μέρας, και, αφού τη «βρέχουν» με βασιλικό και τη βάζουν να «τάξει», της προσφέρουν δώρα. Ύστερα την τοποθετούν πάνω σε ένα αμάξι, κατάλληλα μετασκευασμένο και στολισμένο. Και τη γυρίζουν στους δρόμους του χωριού χορεύοντας στο ρυθμό της παραδοσιακής γκάιντας. Ακολουθεί το γλέντι που το μεσημέρι μεταφέρετε ξέφρενο στην κεντρική πλατεία του χωριού. Οι θρακιώτικοι χοροί, το «ζουναράδικο» και η «μπαιντούσκα» έρχονται πρώτοι έπονται ο συρτός και ο καρσιλαμάς. Μην τολμήσει κάποιο αντρικό πόδι να παραβιάσει τα σύνορα, που έχουν ορίσει με σχοινί γύρω από την πλατεία! Τον περιμένει κατάβρεγμα μέχρι το κόκαλο.
Αλλες γυναίκες ντυμένες με αντρικές ενδυμασίες ασχολούνται με καθαρά αρρενωπές δουλειές. Παράλληλα οι άντρες στα σπίτια αναγκάζονται να κάνουν τις εργασίες του σπιτιού, αφού η νοικοκυρά λείπει για μια μέρα από αυτό. Η διασκέδαση και το συμπόσιο, συνεχίζεται το σούρουπο μέσα στο οίκημα του συλλόγου σε αυστηρά περιορισμένο κύκλο των παντρεμένων γυναικών μέχρι τα ξημερώματα της επομένης μακριά από κάθε αδιάκριτο μάτι και χωρίς την αντρική παρουσία. Οι οργανοπαίκτες είναι χωρισμένοι από ένα προπέτασμα, για να μην βλέπουν ότι γίνεται.
Στην Νέα Βύσσα και στ’ άλλα χωριά του Βόρειου ‘Εβρου όπου δεν υπάρχουν πια μαίες στα χωριά, η εκδήλωση γίνεται με την εξής λειτουργικότητα.
 Το πρωί της 8ης Ιανουαρίου, η κάθε γυναίκα του χωριού που γέννησε τη χρονιά που πέρασε, επισκέπτεται στο σπίτι της την “Μπάμπω”, φέρνοντας της δώρα, πετσέτα και παπούτσια, για να μπορεί να σκουπίζεται και να τρέχει στα σπίτια, όσων την έχουν ανάγκη. Εκείνη που έχει καλοντυθεί και στολιστεί, ανταποδίδει με κεράσματα κι ευχές. ‘Οταν συγκεντρωθούν όλες οι γυναίκες, φέρνουν τη “Μπάμπω” με πομπή επάνω σε αμάξι ως τη βρύση του χωριού, όπου η κάθε γυναίκα της πλένει τελετουργικά τα χέρια. Ακολουθεί διασκέδαση μόνο των γυναικών με τη “Μπάμπω”, σε ένα καφενείο του χωριού.

Στην περιοχή των Σερρών, το έθιμο μεταφέρθηκε από τις Θρακιώτισσες που μετοίκησαν στον νομό και το διατηρούν εδώ και δεκάδες χρόνια.

Σύμφωνα με αυτό, στις 8 Ιανουαρίου, οι γυναίκες αναλαμβάνουν κυρίαρχο ρόλο, γλεντούν, χορεύουν και πίνουν όλη μέρα, ενώ οι άνδρες μένουν μέσα στα σπίτια και αναλαμβάνουν τον ρόλο της νοικοκυράς. Τη μέρα αυτή αποδίδονται ιδιαίτερες τιμές στη γηραιότερη γυναίκα του χωριού (μπάμπω), που στα ύστερα χρόνια εκτελούσε και χρέη μαμής.

Κατά το δρώμενο, νωρίς το μεσημέρι, οι παντρεμένες γυναίκες του χωριού, με τη συνοδεία ήχων μουσικών οργάνων (παλιότερα με τους ήχους της γκάιντας), μαζεύονται στην κεντρική πλατεία και από εκεί πορεύονται προς το σπίτι της «μπάμπως» για να της προσφέρουν δώρα και να πάρουν τις ευχές της, για μακροζωία και γονιμότητα.  Στη συνέχεια, σχηματίζουν πομπή και οδηγούνται στην πλατεία του χωριού, όπου στήνεται το γλέντι. Καθ’ όλη τη διάρκεια του «ξεφαντώματος» των γυναικών, οι άνδρες δεν επιτρέπεται ούτε να κυκλοφορούν στους δρόμους, αλλά ούτε και να πλησιάσουν τις γυναίκες. Σε περίπτωση που κάποιος θαρραλέος τολμήσει να πλησιάσει, τότε οι γυναίκες τον κυνηγούν, τον καταβρέχουν και προσπαθούν να τού βγάλουν τα ρούχα,τα οποία και στη συνέχεια θα δημοπρατήσουν. Το μεγάλο γλέντι των γυναικών ολοκληρώνεται αργά το απόγευμα με τραγούδια, παραδοσιακά εδέσματα και πολύ κρασί.
    Στις Σέρρες, το έθιμο αναβιώνει από τον Σύλλογο Έγγαμων Γυναικών της Νέας Πέτρας Σερρών και από τον Σύλλογο Γυναικών Μονοκκλησιάς, ενώ το «παρών» στις εκδηλώσεις δίνουν αρκετοί πολιτικοί άρχοντες της περιοχής, που προκειμένου να πλησιάσουν στις εκδηλώσεις, φορούν μαντίλες στο κεφάλι και ποδιές στη μέση. Δεν είναι λίγες δε, οι φορές που οι γυναίκες τους καταβρέχουν και τους αλευρώνουν…

Οι ρίζες όμως του εθίμου πρέπει να αναζητηθούν πολύ πιο παλιά και πιθανόν στην αρχαιότητα. Ίσως ξεκίνησε από τη λατρεία κάποιας αρχαίας θεότητας της γονιμότητας. Οι γυναίκες στην αρχαιότητα πρόσφεραν θυσίες στην Γενετυλλίδα, αττική θεότητα της γονιμότητας του τοκετού, η γιορτή που γινόταν προς τιμή της χαρακτηριζόταν ως γιορτή των γυναικών. Το έθιμο αυτό φαίνεται πως πρωτάρχισε με τιμώμενο πρόσωπο τη μαμή, που αποτελούσε αξιόλογο μέλος της κοινωνίας του χωριού, και από έλλειψη μαμής πιθανόν στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των προσφύγων στη Μονοκκλησιά, τη θέση της πήρε η γεροντότερη γυναίκα του χωριού. Παρόμοια έθιμα με συμμετοχή γυναικών γίνονται και σε άλλα χωριά της Βόρειας κυρίως Ελλάδας.

Κατά τους λαογράφους, το έθιμο έχει αρχαιοελληνική προέλευση και θυμίζει τα “Θεσμοφόρια”, αγροτική γιορτή κατά την οποία οι γυναίκες επικαλούνταν γονιμότητα και ιδιαίτερα τα Αλώα, που γίνονταν την ίδια εποχή (αρχές Ιανουαρίου) στη Θράκη, στα οποία μετείχαν μόνο γυναίκες, οι οποίες πορεύονταν τραγουδώντας άσεμνα τραγούδια, ενώ στα τραπέζια τους είχαν πολύ κρασί και ομοιώματα “μορίων”. Όλα αυτά, ήταν χαρακτηριστικά για όλες τις γιορτές, οι οποίες αποσκοπούσαν στη γονιμότητα των ανθρώπων και των καρπών. Άλλοι ερευνητές συνδέουν το έθιμο της Μπάμπως με τα ορφικά και ελευσίνια μυστήρια. Περισσότερες πληροφορίες δείτε εδώ

Πρoστατευμένο: Δημοσιεύσεις ξένων περιηγητών για τον ελληνικό χορό από το 1300-1850

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Επαγγέλματα που χάθηκαν: Ο σαλεπιτζής

Πριν από πολλά χρόνια, όταν τύχαινε κάποιοι να ξενυχτήσουν, κατέβαιναν στην Πλατεία Ομονοίας για να αγοράσουν την εφημερίδα της επομένης ημέρας και μετά αναζητούσαν τον σαλεπιτζή για ένα ρόφημα που θα τους βοήθαγε να ξεχάσουν την παγωνιά της νύχτας.
Εκεί στο στέκι του, όση ώρα αυτός ετοίμαζε το ζεστό ρόφημα, δημιουργούσε ένα κλίμα ευθυμίας αλλά και αντιπαραθέσεων, προκαλώντας τους πελάτες που περίμεναν μέσα στην παγωνιά, και θίγοντας θέματα που αφορούσαν την πολιτική επικαιρότητα, την καθημερινότητα και οτιδήποτε ήταν ικανό να «ανάψει τα αίματα». Έτσι οι θαμώνες ζεσταίνονταν έως ότου εκείνος ολοκληρώσει την παρασκευή του θαυματουργού ροφήματος.
Στην τούρκικη γλώσσα salep σημαίνει σαλέπι και salepci o παρασκευαστής και πωλητής του ποτού, ο σαλεπιτζής.
Το σαλέπι είναι σκόνη από αποξηραμένους βολβούς διαφόρων ορχεοειδών. Η σκόνη βράζεται με ζάχαρη ή μέλι και αρωματίζεται με πιπερόριζα. Το ομώνυμο ποτό είναι θρεπτικό λόγω του αμύλου και της γόμας που περιέχει καθώς και θερμαντικό λόγω της παχύρρευστης μορφής του.
Ο Σαλεπιτζής κρατούσε στο ένα χέρι ένα μεγάλο σαμοβάρι και στο άλλο ένα καλαθάκι, με ποτηράκια και τη ζάχαρη. Είχε βράσει από το σπίτι του το νερό με το σαλέπι. Στη βάση του σαμοβάρι είχε αναμμένα κάρβουνα, για να διατηρεί ζεστό το νερό. Ή μεταλλική λάμα στό άκρο τού σκεύους τό σταθερό ποιούσε , αλλά καί κρατούσε τό υγρό ζεστό μέχρι νά πέσει στό ποτήρι! Δίπλα από το σαμοβάρι, είχε το ειδικό τραπεζάκι, για να στηρίζει την ζάχαρη, την κανέλλα και το δοχείο με το νερό, για να ξαναφτιάξει, αν του χρειαζόταν. Για το βράδυ, υπήρχε και μια λάμπα (θυέλλης), που φώτιζε τον χώρο. Στην πλάτη, είχε πάντα κρεμασμένο ένα ξύλο, σαν τόξο, για να κρεμάει το σαμοβάρι και τη λοιπή πραμάτεια, σαν άλλαζε στέκι.

Δείτε εδώ και άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα που δεν υπάρχουν πια.
Πηγές:

… ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ Club Φίλων …: Ένα επάγγελμα που χάθηκε: ο σαλεπιτζής

21105503_1499760763423291_7213843244595486250_n
Σαλεπιτζής στο κέντρο της Αθήνας στις αρχές του 20ου αιώνα.
Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί στη Σταδίου και το κτίριο πίσω από το σαλεπιτζή και τους πελάτες του είναι το Βασιλικό Τυπογραφείο, στην αρχική του ισόγεια μορφή. Η προσθήκη ορόφου έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ’30 προκειμένου να στεγάσει το Πρωτοδικείο και έτσι πήρε τη σημερινή του μορφή. Το ψηλό κτίριο πίσω του είναι το Μέγαρο Αξελού και ανάμεσά τους η οδός Σανταρόζα. 
Από Μεταμορφώσεις της πόλης – και όχι μόνο

Η συλλογή παραδοσιακών φορεσιών του Ανδρέα Πέρη στη Λίμνη Ευβοίας

Μια  επίσκεψη στη Βόρεια Εύβοια και στη Λίμνη Ευβοίας θα είναι ελλιπής αν κάποιος παραλείψει να επισκεφτεί  την Συλλογή Παραδοσιακών Φορεσιών της Ελλάδας του κυρίου Ανδρέα Πέρη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η αλήθεια είναι ότι είχα υποσχεθεί στον κ. Πέρη να περάσουμε από το Μουσείο του από πολύ καιρό. Πριν δύο χρόνια γνωριστήκαμε με την ευκαιρία της παρουσίασης του βιβλίου μου «Παραδοσιακές Ελληνικές Φορεσιές Βόρεια Εύβοια», (εκδ. Φυλάτος, 2014) στην γραφική κωμόπολη της Λίμνης, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να βρεθεί ένα απόγευμα ελεύθερο, ώστε να απολαύσουμε με την ησυχία μας την συλλογή του. Φέτος όμως το πήραμε απόφαση. Έτσι νωρίς το απόγευμα της περασμένης Τετάρτης βρεθήκαμε έξω από την πόρτα του παραδοσιακού κόκκινου σπιτιού του, έχοντας ειδοποιήσει τον κ. Πέρη από μέρες, ώστε να μας περιμένει για να  μας ξεναγήσει.

Ο κύριος Ανδρέας Πέρης- Παπαγεωργίου αποτελεί ένα από τα μεγάλα – εν ζωή- κεφάλαια της κωμόπολης της Λίμνης. Χορευτής, χορογράφος και τέως διευθυντής της Επαγγελματικής Σχολής Χορού και του «Ελληνικού Χοροδράματος» της Ραλλούς Μάνου, ο κύριος Πέρης ασχολήθηκε εδώ και πολλά χρόνια με την έρευνα της μουσικοχορευτικής παράδοσης της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Λίμνης Ευβοίας, και έγινε ιδρυτής και πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Παραδοσιακών Χορών «Το Λύμνι».

Στο παραδοσιακό Λιμνιώτικο σπίτι του, που χτίστηκε το 1895 κοντά στην κεντρική εκκλησία της Παναγίας και κληρονόμησε από τη μητέρα του, Ευαγγελία Αργυροπαίδου-Παπαγεωργίου, ο κ. Πέρης εκθέτει την εκτεταμένη ιδιωτική του Συλλογή Εθνικών αυθεντικών Ενδυμασιών που καλύπτουν σχεδόν όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Στις βιτρίνες μετρήσαμε περισσότερα από 80 σύνολα ενδυμάτων που εκτίθενται  σε δύο αίθουσες (ισόγειο και υπόγειο) ενώ η συνολική συλλογή περιλαμβάνει τουλάχιστον τριπλάσια κομμάτια. Τα κομμάτια της συλλογής χρονολογούνται από τον πρώιμο 19ο αιώνα, ίσως και νωρίτερα και φτάνουν μέχρι τα μέσα του 20ου.

IMG_9473

Ο κ. Πέρης μας αφιέρωσε ένα ολόκληρο απόγευμα να μας ξεναγήσει στα εκθέματα της συλλογής του και να μοιραστεί μαζί μας την πολύτιμη εμπειρία του, ως συλλέκτης και ερευνητής τα τελευταία πενήντα χρόνια . Για κάθε άνθρωπο που αγαπά τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό και μαγεύεται από την έμφυτη καλαισθησία και τον ενδυματολογικό πλουραλισμό των προγόνων μας, η ξενάγηση του κ. Πέρη μπορεί πραγματικά να ταξιδέψει τον ακροατή μέσα στο χρόνο. Αυτό που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι το χαρακτηριστικό πάθος του, ένα πάθος που τον διατηρεί σε πνευματική ακμή και το οποίο είναι και η κινητήρια δύναμη για τα όσα κάνει.

Ο κύριος Πέρης μας μίλησε αναλυτικά για την ιστορία της Λίμνης και την ενδυματολογική της ιδιαιτερότητα σε αντίθεση με τα υπόλοιπα χωριά της Βόρειας Εύβοιας. Όπως είδαμε, η Λίμνη έχει νησιώτικη κουλτούρα. Οι Λιμνιώτισσες φορούσαν νησιώτικες ενδυμασίες με φουστάνι σε αντίθεση με τις γυναίκες των όμορων χωριών που φορούσαν τα σεγκούνια, ενώ οι άντρες είχαν ως γιορτινή φορεσιά τους την γαλάζια βράκα, που διαφοροποιείται χρωματικά από τις σκούρες μπλέ νησιώτικες βράκες. Η βαφή τους γινόταν με λουλακί χρώμα του εμπορίου και στη συλλογή του κ. Πέρη περιλαμβάνεται εκτός από τις ενδυμασίες κι ένα μεγάλο πήλινο δοχείο-πιθάρι με γυαλωμένο στόμιο και στρογγυλεμένο πάτο σε ξύλινη βάση,  που χρησιμοποιούσαν οι βαφείς υφασμάτων και το οποίο ανήκει στην οικογένειά του.  Η συλλογή του με Λιμνιώτικες φορεσιές, περιλαμβάνει τις πλήρεις φορεσιές των γυναικών και ανδρών της οικογένειάς του, αλλά και ενδυματολογικά σύνολα που δωρήθηκαν στη Συλλογή από συντοπίτες του.

IMG_9503

Εν συνεχεία ακολουθούν φορεσιές από την περιοχή της Αγίας Άννας και τα χωριά της περιοχής της Αιδηψού, οι οποίες συνοδεύονται από την κατάλληλη αρματωσιά (τα κοσμήματα). Στις αναμνήσεις του κ. Πέρη υπάρχει γλαφυρή η ιδιαίτερη φορεσιά των χωριών του Τελέθριου.

«Η πρώτη ξαδέρφη του πατέρα μου», μας είπε ο κ. Πέρης, «είχε παντρευτεί στις Γαλτσάδες. Τα πατρικά σπίτια μας ήταν κοντά, και είχε έρθει να δει τις αδερφές της και είχε μαζί της τη συμπεθέρα της. Θυμάμαι τις γιαγιές αυτές τις δύο, ήμουν μικρό παιδάκι, που φορούσαν μαύρα σεγκούνια και με πράσινο γαρνίρισμα γύρω γύρω και η ποδιά τους ήταν μαύρη με πράσινο γύρω γύρω.»

Η έκθεση προχωράει με φορεσιές από την Κεντρική και Νότια Εύβοια. Τα σύνολα είναι ενδεικτικά των περιοχών και κάνουν σαφή τον ενδυματολογικό χάρτη του νησιού. Ο κ. Πέρης μας ανέφερε πολλές πληροφορίες για την κατεργασία του βαμβακιού και του μεταξιού που γινόταν στην περιοχή της Λίμνης.

«Κάθε σπίτι έφτιαχνε εκείνη την εποχή μετάξι. Και μέσα στο σπίτι μας βρήκαμε μασούρια από μετάξι στα μπαούλα της γιαγιάς. Παρόλα αυτά, η μητέρα μου μού είπε οτι το λεπτό μετάξι δεν το ύφαιναν εδώ, το αγοράζανε… Κυρίως το έφερναν από την Πόλη, από τη Σμύρνη, από την Καλαμάτα ή την Κύμη. Τα πουκάμισα ολόκληρα τα μεταξωτά τα έφερναν από την Πόλη. Της γιαγιάς του πατέρα μου το πουκάμισο έχει διασωθεί αλλά είναι πολύ παλιό, το πιάνεις και λιώνει, γιατί το μετάξι όπως είναι διπλωμένο καίγεται… Θυμάμαι την Νανά την Παπαντωνίου που μου έλεγε ότι όποτε τα βγάζω να τους αλλάζω το δίπλωμα, να μην είναι διπλωμένα στο ίδιο σημείο γιατί καταστρέφονται. Και η Κύμη έβγαζε λεπτό μετάξι… στη Σαλαμίνα λέγεται ότι πήγαν Κυμιώτισσες που τους έμαθαν πώς να κατεργάζονται και να υφαίνουν το μετάξι και έτσι άρχισε εκεί η παραγωγή μεταξιού. Εδώ στην Βόρεια Εύβοια έφτιαχναν το κουκουλάρικο μετάξι. Ακόμη οι μουριές υπάρχουν σε μερικά σπίτια, όπως μπροστά στο σπίτι του παππού μου.»

Η έκθεση συνεχίζεται με ένα πολύχρωμο τοπίο φορεσιών από περιοχές της Στερεάς Ελλάδας και Πελοποννήσου: Μεσόγεια Αττικής, όπου θα σταθούμε στις τρείς φορεσιές με τα τριών ειδών φούντια, διαφορετικών χρονικών περιόδων  με εμφανή την διαφορά στα χρώματα και στο κέντημα, μία εκ των οποίων χρονολογείται στα 1850. Ακολουθούν φορεσιά Σαλαμίνας, Δεσφίνας, Περαχώρας Πελοποννήσου, Στεφανοβίκειου και Μηλιών Πηλίου, Σκύρου, Σκιάθου και Λέσβου. Δίπλα τους  υπάρχουν φορεσιές του Βόρειου Αιγαίου και των Δωδεκανήσων.

IMG_9446

Ο κάτω όροφος φιλοξενεί τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Ανάμεσα στα σπάνια ενδύματα της συλλογής θα σημειώσουμε εδώ την παρουσία ενός καραγκούνικου σαγιά του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα διακοσμημένου με μαιανδρικά κεντήματα καθώς και δύο φορεσιών από τα Χάσια Γρεβενών (εκτίθεται η μία), με ιδιαίτερη ιστορία.

«Περηφανεύομαι», μας είπε ο κ. Πέρης, «ότι έχω δύο ολόκληρα κοστούμια, τα οποία είναι από το ίδιο σπίτι, από τα Χάσια Γρεβενών. Έχει ένα το Μπενάκη και ένα το Μουσείο Μακεδονίας… Δεν έχω δει πουθενά αλλού σε άλλη συλλογή κι αυτό που έχει η Νανά (Παπαντωνίου) στο βιβλίο της είναι του Μπενάκη. Αυτά τα σύνολα μου τα πούλησε ο άνθρωπος που τα είχε γιατί ήθελε να στείλει την κόρη του στο εξωτερικό για σπουδές… η ανάγκη τον έκανε. Η κυρία αυτή που τα είχε στην συλλογή της ήταν φίλη της Χατζημιχάλη, μαζί έκαναν τις περιοδείες στην Μακεδονία, την εποχή του Μεταξά, περίπου  το 1936. Αυτή η κυρία τα είχε λοιπόν είχε αγοράσει τότε, πριν τον πόλεμο, από σπίτι για την προσωπική της συλλογή, μαζί με τις ποδιές και με όλα. Μαζί με τη Χατζημιχάλη γύριζαν τα χωριά και έβγαλαν φωτογραφίες που διασώζονται στο Μπενάκη. Δυστυχώς, όλα τα χωριά αυτά τα έκαψαν οι Γερμανοί μετά, για το λόγο αυτό και δεν σωθήκανε πολλές φορεσιές. Είναι όλα με μαλλί κεντημένα. Και εδώ υπάρχει το δέντρο της ζωής σαν κέντημα, που το συναντάμε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας αλλά και σε όλα τα Βαλκάνια.

Πάνω στη Μακεδονία όλα τα κεντήματα στα ρούχα ήταν με μαλλί. Το μοναδικό πουκάμισο που έχω βρεί να είναι κεντημένο με μετάξι στον ποδόγυρο είναι από τη Σκοπιά (σημ. Σερρών). Όλα τα άλλα είναι με μαλλί. Υπήρχαν και πουκάμισα κεντημένα με χάντρες στα μανίκια και στον ποδόγυρο, όπως αυτά της περιοχής της Φλώρινας, που έλεγε η Νανά ότι ήταν τα νυφικά. Σε κοντινές περιοχές και στη Μακεδονία βλέπουμε να υπάρχουν τα ίδια σχέδια στα ρούχα αλλά κεντημένα με άλλα χρώματα, βαμμένα με φυτικές βαφές. Το μαύρο το έβγαζαν από τα φλούδια από τα ρόδια που έκαιγαν στη φωτιά, τα έτριβαν και με άλλες προσμίξεις έπαιρναν μαύρο χρώμα. »

IMG_9467

Πολλά και ενδιαφέροντα μας είπε ο κ. Πέρης και για τους παραδοσιακούς χορούς.

«Και οι χοροί κάθε περιοχής σχετίζονται και με την φορεσιά. Η Μακεδονία μεν έχει χορούς πιο ζωηρούς όμως είναι πιο κοντά τα ρούχα ενώ στην Ηπειρο είναι πιο μακριά γιατί οι χοροί είναι αργοί. Οι Μακεδόνισσες, φοράν τις κάλτσες τις μάλλινες από κάτω και από πάνω έχουν μάλλινα σεγκούνια. Τα πουκάμισά τους όμως δεν είναι κανένα μάλλινο. Ενώ στη Θράκη που είναι το κρύο το κλίμα υπάρχουν και μάλλινα από μέσα. Όσο για το μετάξι, δεν φορούσαν μεταξωτά γιατί το μετάξι ήταν ακριβό, το πουλούσαν…»

IMG_9456

Όσα και να γράψω, δεν  μπορώ σε αυτή τη ανάρτηση να αναφέρω παρά ελάχιστα από τα όσα μάθαμε από το στόμα του κ. Πέρη. Για να μην σας κουράσω με λεπτομέρειες, περάσαμε μέσα στο χώρο του Μουσείου τρείς ώρες κατά τις οποίες χαρήκαμε την συζήτηση με αυτόν τον αειθαλή άνθρωπο με την ευγενική πρόθεση να συνεισφέρει τις γνώσεις του σε όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για την ελληνική παραδοσιακή φορεσιά…

IMG_9530
Με τον κύριο Ανδρέα Πέρη στο χώρο της έκθεσης

Να αναφέρω επίσης ότι ο κ. Πέρης σε συνεργασία με τον ζωγράφο κ. Γήση Παπαγεωργίου έχουν δημιουργήσει μια σειρά βιβλίων με ζωγραφικές απεικονίσεις των φορεσιών της  συλλογής του κ. Πέρη που αφορούν πολλές περιοχές Ελλάδας  υπο τον τίτλο «Ελληνικές Παραδοσιακές Φορεσιές». Οι τόμοι κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μίλητος και από την Ελληνοαμερικανική ένωση.

Κλείνοντας θα ήθελα να σας ενθαρρύνω αν βρεθείτε στην γραφική κωμόπολη της Λίμνης να μη χάσετε την ευκαιρία να επισκεφτείτε τη Συλλογή Ελληνικών Ενδυμασιών του κ. Πέρη και κυρίως να κουβεντιάσετε μαζί του. Η ενέργειά του και το πάθος του είναι σίγουρο ότι θα σας αιχμαλωτίσουν.

To άρθρο αναρτήθηκε πρώτη φορά απο τη συγγραφέα στον ιστοχώρο Δίαυλος

12 σχέδια απο κρητικες φουστες απο τη συλλογή του V&A Μuseum

Αφιέρωμα σήμερα στις κρητικές φούστες του 17ου- 18ου αιώνα… Αναζητώντας πληροφορίες ανακαλύψαμε το εξαίρετο άρθρο της Ασπασίας Κοκολογιάννη που μας αναλύει διεξοδικότατα το ενδιαφέρον αυτό ρούχο… Αντιγράφουμε λοιπόν απο τα Χανιωτικα Νέα και συνοδεύουμε το αναλυτικότατο άρθρο της συγγραφέως με φωτογραφίες απο διασωθέντες ποδόγυρους απο τη συλλογή του V&A Museum.

«Ένα κομμάτι της γυναικείας κρητικής φορεσιάς που έχει διασωθεί τόσο σε Mουσεία του εξωτερικού όσο και σε Μουσεία της Ελλάδας είναι η φούστα ή το φουστάνι ή το ρούχο ή το πο(υ)κάμισο. Ολοι αυτοί οι όροι χρησιμοποιούνται στη βιβλιογραφία για να περιγράψουν ένα ένδυμα, το οποίο σε λίγες περιπτώσεις έχει διασωθεί ακέραιο, του οποίου δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τη χρήση μέσα σε ένα ενδυματολογικό σύνολο, η αξία του όμως διέσωσε το πολυτιμότερο μέρος του: τον ποδόγυρο.

 

2012ft7080_jpg_l

Παρατηρώντας ρούχα και από άλλες περιοχές της Ελλάδας που έχουν την αντίστοιχη αναγεννησιακή μορφή καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι χρειαζόμαστε τρία επίπεδα ρουχισμού: Το εξώφορο ρούχο, το μεσόφορο ρούχο και το εσώφορο ρούχο. Θα μπορούσαμε να εικάσουμε, ακολουθώντας την παραπάνω λογική, ότι κάτω από την καρπέτα ή την κούδα ή τη σάρτζα (στην πρώιμη κρεμαστή μορφή της) φορέθηκε ένα μεσόφορο ρούχο που ακολουθεί την κοψιά του εξώφορου με πλούσια κεντημένο ποδόγυρο, ο οποίος αποκαλυπτόταν, όταν το κόκκινο ξωφόρι ανασκουμπωνόταν και από κάτω ένα τρίτο εσώφορο ρούχο που ακολουθεί και αυτό την ίδια γραμμή. Θα αποτελούσε αυτή η υπόθεση – εξήγηση και του γεγονότος ότι κανείς από τους περιηγητές που περιέγραψαν ένδυμα με το αντίστοιχο σχήμα, δεν είδε τους τόσο εντυπωσιακούς ποδόγυρους που στόλιζαν τα κρητικά αναγεννησιακά φουστάνια.

 

2011fc6205_jpg_l

2006at7502_jpg_l

Πρόκειται για φορέματα σε υπόλευκο χρώμα από λινοβάμβακο ύφασμα, με ολοκέντητους ποδόγυρους, των οποίων το πλάτος έφτανε συνήθως τα 3,5 μέτρα και στερεώνονταν στους ώμους των γυναικών. Τα ρούχα αυτά αποτελούνταν από 5 φύλλα υφάσματος, το πλάτος του κάθε φύλλου ποίκιλε από 60 έως 70 εκατ. και ο κάθε ποδόγυρος είχε ύψος από 25 έως 70 εκατ. που είχαν κεντηθεί πριν ενωθούν μεταξύ τους όπως μαρτυρεί η ασυνέχεια του μοτίβου απ’ το ένα φύλλο στο άλλο. Φαίνεται ότι υπήρχε και δεύτερο φύλλο του ίδιου πάντα υφάσματος ραμμένο από τη μέσα πλευρά του ποδόγυρου ώστε αυτός να στέκεται καλύτερα. Κάποιες φορές υπάρχει και μία ή και δεύτερη οριζόντια πτύχωση πάνω από τον ποδόγυρο χωρίς να είναι εξακριβωμένη η χρησιμότητα της πιθανολογείται για να φουντώνει η φούστα ή για να ορίζεται ο ποδόγυρος, μπορεί κάποιο κατάλοιπο που διευκόλυνε το ανασκούμπωμα ή και ανάμνηση του βυζαντινού λώρου που δημιουργούσε κόλπο δηλαδή κοιλότητα στα ρούχα, ίσως ακόμη ένας τρόπος να αλλάζει το μήκος του ρούχου ανάλογα με τη γυναίκα που θα το φορούσε. Εντύπωση προκαλεί η σημείωση της Pauline Johnstone, που η ίδια στηρίζει σε παρατηρήσεις περιηγητών, ότι αυτός ο τύπος ρούχου δεν θα πρέπει να ήταν μακρύτερος από τη μέση της γάμπας! Στο κεντρικό φύλλο υπάρχει κατακόρυφο άνοιγμα προφανώς για να διευκολύνεται η φέρουσα κυρίως κατά την περίοδο του θηλασμού και οι σούρες ξεκινούν άλλοτε αμέσως και άλλοτε λίγο μετά απ’ αυτό το άνοιγμα, ώστε να μην δημιουργείται όγκος πάνω στην κοιλιά. Μπρος και πίσω υπάρχουν θηλιές μέσα από τις οποίες περνά κορδόνι για να κρέμεται το ρούχο απ’ τους ώμους και να στέκεται στις μασχάλες. Παράλληλα, εντοπίζεται και η πολύπτυχη λινοβάμβακη φούστα με κεντητό ποδόγυρο προσραμμένη σε εφαρμοστό αμάνικο πανωκόρμι που κλείνει πάνω στο στομάχι και αφήνει ακάλυπτο το στήθος. Σ’ αυτό το σημείο αξίζει πρώτον να σημειωθεί ότι η δεκαετία που έριξε τη μέση των ρούχων ήταν η δεκαετία του 1820 και δεύτερον η ομοιότητα αυτού του ρούχου με το τούρκικο ρούχο gomlek που βλέπει ο Roderick Taylor. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για το αν αυτοί οι δύο τύποι φορέματος συνυπήρξαν ή αν ο ένας διαδέχθηκε τον άλλο. Και οι δύο υποθέσεις πάντως μπορούν να δικαιολογηθούν αν παρατηρήσουμε την εξέλιξη της μόδας ή αν θεωρήσουμε ότι μία νέα μόδα δεν ήταν εύκολο να εκτοπίσει αμέσως την παλαιότερη. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για το αν το φόρεμα με πανωκόρμι φορέθηκε και χωρίς εξώφορο ρούχο, αλλά με κάποιου είδους πανωφόρι όπως “υποπτεύονταν” οι πρώτοι μελετητές, όπως διαβάζουμε στον κατάλογο της έκθεσης στην οποία αυτό παρουσιάστηκε το 1914. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το πότε άρχισε να φοριέται ακριβώς αυτός ο τύπος ρούχου, αν δεχθούμε όλα τα παραπάνω ίσως να ακολούθησε την εμφάνιση της καρπέτας, φαίνεται όμως και συμφωνούν σε αυτό όλοι οι μελετητές ότι δεν πρέπει να επιβίωσε πέρα από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Ο Γρηγόριος Παπαδοπετράκης πάντως στην Ιστορία των Σφακίων το 1888 μας λέει: «Από των ώμων κατήρχετο λευκός χιτών ποδήρης. Εξω του χιτώνος φέρουσι εξωφόριον λευκόν και τα άκρα γύρωθεν χρυσοκέντητα ή διά μετάξης ποικιλοχρόου αρίστης επεξεργασίας», χωρίς όμως να προσδιορίζει πότε οι Σφακιανές ντύνονταν έτσι.

 

2011er6933_jpg_l

2006ba0210_jpg_l

Σημαντικές πληροφορίες ωστόσο μας δίνουν οι ίδιες οι γυναίκες που κέντησαν ή παρήγγειλαν κάποιους ποδόγυρους καθώς κάποιοι ελάχιστοι είναι ενυπόγραφοι και χρονολογημένοι. Σύμφωνα με την Κατερίνα Κορρέ – Ζωγράφου η παρουσία των υπογραφών και των χρονολογήσεων στα κεντήματα από το 16ο αιώνα και ύστερα, οφείλεται κυρίως σε ενετική επίδραση και συναντάται συνήθως σε εκκλησιαστικά κεντήματα σπανίως δε σε κοσμικά. Ο παλαιότερος χρονολογημένος ποδόγυρος βρίσκεται στο “Metropolitan Museum” και αναγράφει 1697, ενώ δεύτερος που βρίσκεται στο ίδιο Μουσείο αναγράφει 1726. Ο πρώτος από αυτούς αναφέρει μόνο το αρχικό γράμμα του ονόματος ενώ έχουμε και δύο ποδόγυρους που βρίσκονται στο “Victoria and Albert Museum” και μας πληροφορούν για τ’ όνομα της κτητόρισσας ή της δημιουργού: ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΑ, ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΑ. Οι δύο αυτοί ποδόγυροι είναι χρονολογημένοι αντίστοιχα 1733 και 1757 ενώ υπάρχει στο ίδιο μουσείο και ένας τρίτος με χρονολογία 1762. Πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι η δημιουργός δεν ήταν απαραίτητα και η κτητόρισσα του ρούχου, κάτι που υπαγορευόταν από την οικονομική κατάσταση της ενδιαφερομένης. Υπάρχουν ποδόγυροι που είναι στενότεροι, έχουν δηλαδή ύψος 25 – 30εκατ. και οι μελετητές συγκλίνουν μάλλον στην άποψη ότι ήταν παλαιότεροι χωρίς να απαλείφονται και άλλες υποθέσεις για τη χρήση τους. Οι ποδόγυροι των οποίων το ύψος φτάνει τα 70εκατ. φαίνεται να είναι μεταγενέστεροι, όταν πια οι φόρμες μάλλον είχαν τυποποιηθεί. Ως προς το χρώμα τους υπάρχουν μονόχρωμοι σε μπλε ή κόκκινο χρώμα, συναντάμε λιγότερο συχνά δίχρωμους: κόκκινο με μπλε, κόκκινο με πράσινο και σπάνια κόκκινο με μαύρο ή κίτρινο. Συνηθέστεροι είναι οι πολύχρωμοι ποδόγυροι πάνω στους οποίους απαντώνται έως και εφτά χρώματα. Οι μελετητές δεν συμφωνούν για το ποιος χρωματικός τύπος είναι πρότερος και ποιος ύστερος, ενώ υπάρχει και η άποψη που υποστηρίζει ότι η μονοχρωμία προοριζόταν για τα νεαρά κορίτσια. Καταλήγουν πάντως ότι οι δύο τύποι πρέπει να ήταν σε παράλληλη χρήση. Τέλος υπάρχουν και κάποιες αναφορές για διαφορές ανάμεσα σε περιοχές ή οικογένειες, αλλά είναι μόνο υπόνοιες. Ο διάκοσμος είναι φυτικός και κυρίως άνθινος. Τις συνθέσεις συμπληρώνουν ο δικέφαλος αετός, η δεόμενη γυναίκα, το ειδύλλιο, η μονόκλωνη γοργόνα, η γοργόνα με τη διχαλωτή ουρά, ζώα, πουλιά, φίδια, μυθικά τέρατα, εραλδικά σύμβολα και χριστιανικά σύμβολα, δεν λείπουν δε σε κάποιες περιπτώσεις, οι σκηνές του γάμου ή του χορού. Κεντρικό μοτίβο αποτελεί σχεδόν πάντα ένα ανθοφόρο αγγείο. Σπανιότερος είναι ο γεωμετρικός διάκοσμος.

 

2006ba0198_jpg_l

2011er5883_jpg_l

Οι επιδράσεις είναι βυζαντινές, οθωμανικές καθώς η δε γλάστρα ή γάστρα φαίνεται να είναι περσικής επιρροής αλλά κυρίως ιταλικής. Με τα χρόνια παρατηρείται το φαινόμενο του υποβιβασμού σε άνθος δηλαδή ό,τι δεν γινόταν αντιληπτό από την μιμήτρια ή δεν ήταν ξεκάθαρο μετατρεπόταν σε λουλούδι. Η κεντρική παράσταση αναπτύσσεται ως ζωφόρος πάνω σε μία στενή ταινία που λειτουργεί ως βάση, κάποιες φορές αυτή η λωρίδα επαναλαμβάνεται και στην κορυφή του σχεδίου. Αυτό που είναι πολύ σημαντικό είναι το είδος του υφάσματος που χρησιμοποιείται για αυτά τα ρούχα. Το λινοβάμβακο ύφασμα, λινό στημόνι και βαμβακερό υφάδι, αποτελεί χαρακτηριστική κρητική τεχνική. Αυτή τη συνδυαστική τεχνική συναντάμε επίσης στα κοπτικά υφάσματα όπου υφαίνονταν μαζί λινό στημόνι με μάλλινο υφάδι, στην Περσία που ύφαιναν βελούδα με μεταξωτό στημόνι και βαμβακερό υφάδι. Εκτός από το ύφασμα χαρακτηριστική κρητική τεχνική αποτελεί και ο συνδυασμός διαφόρων βελονιών. Ετσι πάνω σε έναν ποδόγυρο μπορούμε να βρούμε πολυειδής βελονιές έως και 7! Οσα απ’ αυτά τα ρούχα δεν τάφηκαν μετατράπηκαν σε εκκλησιαστικά φελόνια ή στηχάρια κατά την προσφιλή συνήθεια του δωρισμού ρούχων στην εκκλησία ή αποκόπηκε ο ποδόγυρος από το ελεύθερο κεντήματος ύφασμα, ώστε και τα δύο αυτά μέρη να καλύψουν πλέον άλλες ανάγκες ρουχισμού είτε του σπιτιού είτε της οικογενείας.»

2012fn1145_jpg_l

2012ft7079_jpg_l

2006bb8063_jpg_l

Αν σας αρέσει ο κρητικός πολιτισμός δείτε όλα μας τα άρθρα για την Κρήτη εδώ και εδώ ή δείτε και κάποια ακόμη παραδοσιακά κρητικά σχεδια για κέντημα σε αυτό το άρθρο μας 

2006ba0264_jpg_l

Επίσης αν θα θέλατε να δείτε παραδοσιακά κρητικά κοσμήματα μπορείτε να δείτε εδώ

2016jg9785_jpg_l

 

 

 

Ο Διονύσιος Τσόκος αποτυπώνει τη μετεπαναστατική Ελλάδα του 19ου αιώνα

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ο Διονύσιος Τσόκος είναι ένας απο τους πρώτους ζωγράφους μετά την δημιουργία του ελληνικού κράτους. Σπούδασε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βενετίας με καθηγητή τον Lodovico Lipparini, ενώ αναφέρεται ότι στη Ζάκυνθο μαθήτευσε και κοντά στον Νικόλαο Καντούνη. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του έλαβε δύο φορές μέρος σε εκθέσεις στη Βενετία (1845 και 1846). Το 1847 επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1856 διορίστηκε καθηγητής σχεδίου και ζωγραφικής στο Αρσάκειο.

dame_2_by_tsokos
Προσωπογραφία κυρίας, π. 1860
Λάδι σε μουσαμά , 71 x 55,5 εκ.

Έχοντας μεγαλώσει με το ιδεώδες της ελευθερίας και επηρεασμένος από το έργο του δασκάλου του, ζωγράφισε ιστορικά θέματα εμπνευσμένα από την Επανάσταση, που χαρακτηρίζονται από μία συναισθηματική φόρτιση. Από το 1850 άρχισε παράλληλα να φιλοτεχνεί προσωπογραφίες προσωπικοτήτων, συγγενών του, καθώς και καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών για τη διακόσμηση της αίθουσας τελετών, στις οποίες επικρατεί ένα περισσότερο ακαδημαϊκό ύφος, χωρίς να λείπουν και στοιχεία της επτανησιακής ζωγραφικής. Προς το τέλος της ζωής του ανέλαβε, μετά από παραγγελία της ελληνικής κυβέρνησης, να φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα των αγωνιστών της Επανάστασης, πέθανε όμως πριν προλάβει να ολοκληρώσει το σύνολο του έργου. Τα έργα αυτά βρίσκονται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, ενώ τα προσχέδιά τους στη συλλογή Κουτλίδη και στο Μουσείο Μπενάκη.

53b31eb28b3a798342fb2d5aef9583d1
Κερκυραία και νέος, Μ. Μπενάκη

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

2139e13ab52747d9e51b8b1e5adc5b49
Πανηγυρική έλευση του Όθωνα και Αμαλίας στην Ελλάδα, Ιδ. Ε. Κουτλίδη

 

 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Δείτε ποιοί άλλοι ζωγράφοι αποτύπωσαν με το χρωστήρα τους τους  Έλληνες και τις φορεσιές τους πατώντας εδώ

πηγές

http://ellpalmos.blogspot.gr/  http://peritexnisologos.blogspot.gr/ http://anthoulaki.blogspot.gr/

http://www.nationalgallery.gr/site/content.php?artist_id=4318