Αρχείο κατηγορίας ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

O νερουλάς : επαγγέλματα που χάθηκαν

ce92cea1432111

Από τότε που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα της χώρας μέχρι και τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, οι Αθηναίοι έλεγαν -κυριολεκτικά- το νερό νεράκι. Στην παλιά Αθήνα δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, όπως σήμερα, με τρεχούμενο νερό, μόνο κανένα πηγάδι εδώ και εκεί.

Για έναν περίπου αιώνα η ύδρευση ταλάνιζε την Αθήνα. Το παλαιό υδραγωγείο του Αδριανού είχε πάθει ανεπανόρθωτες ζημιές από τους πολέμους του ’21.
Η Αθήνα υδρευόταν από τις 55 δημοτικές βρύσες που υπήρχαν σε διάφορα σημεία, οι οποίες συνεισέφεραν ελάχιστα έως και καθόλου στις καθημερινές ανάγκες της κατανάλωσης νερού. Ατελείωτες οι ουρές των Αθηναίων καθημερινά σε αυτές με τους τενεκέδες και τις στάμνες, καυγάδες για τη σειρά και φασαρίες.

cebdceb5cf81cebfcf85cebbceaccf82
Μέσα σε όλες αυτές τις καταστάσεις η μόνη λύση που έδινε μια κάποια μικρή ανακούφιση στον απλό κοσμάκη ήταν ο νερουλάς.
Ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότησή του κόσμου με νερό, και έκανε χρυσές δουλειές.

nero-5_neroulas
Οι νερουλάδες μετέφεραν με τα κάρα τους και πουλούσαν νερό στην Αθήνα, στα σπίτια που διέθεταν δεξαμενές από τις πηγές των γύρω χωριών, όπως της Κηφισιάς και του Αμαρουσίου. Στο κάρο είχε βυτίο που χωρούσε τετρακόσιες οκάδες νερό. Όπου περνούσε, οι νοικοκυρές του έκαναν σινιάλο να σταματήσει. Στα χέρια κρατούσαν ένα τενεκέ και μία δραχμή. Τα Σάββατα, συνήθως, ήταν αποφασισμένες για πιο μεγάλες σπατάλες…

Η χειρότερη ώρα του Νερουλά ήταν όταν τουμπάριζε το κάρο. Όχι και λίγες φορές σε κάποια επικίνδυνη καμπή του δρόμου, Νερουλάς, κάρο και ζωντανό έπεφταν στο χώμα με κίνδυνο μέχρι να χάσουν τη ζωή τους. Την επόμενη στιγμή αν δεν χτυπούσε σοβαρά ο νερουλάς, πεταγόταν κι άδειαζε το βυτίο με σπαραγμό ψυχής. Για να ξεθυμάνει πολλές φορές δάγκωνε υστερικά μέχρι τ’ αυτί του ζώου. Ύστερα πιο ήρεμος σήκωνε το κάρο, έδενε το μουλάρι και κινούσε να ξαναφορτώσει υπομονετικά νερό

cf85ceb4cf81cebfcf86cf8ccf81ceb1
Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία.
Βέβαια στα χωριά δεν υπήρχαν αυτά τα δύο επαγγέλματα, διότι γάλα είχαν σχεδόν όλοι και νερό είχαν από τις κεντρικές βρύσες του χωριού, που το κουβαλούσαν οι γυναίκες με τις βαρέλες ή με πιο μεγάλα βαρέλια που τα φόρτωναν στο γαϊδουράκι !
Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβότανε περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ.
Συνήθως είχε επάνω στον γάιδαρο του δυο βαρελάκια δεμένα ή σε ένα κάρο ένα-δυο μεγάλα βαρέλια με νερό και φώναζε στις γειτονιές ή χτυπούσε την κουδούνα του,
έτρεχαν έξω οι νοικοκυρές και οι υπηρέτριες από τα αρχοντικά με τα δοχεία τους και έπαιρναν το νερό, ενώ ταυτόχρονα γινότανε και το σχετικό «πηγαδάκι» για το κουτσομπολιό της ημέρας !

nero-11_neroulas
Ο πιο διάσημος νερουλάς της πατρίδας μας, ήταν ο γνωστός Ολυμπιονίκης Σπύρος Λούης. Το 1896 μέσα από απρόβλεπτες καταστάσεις, κέρδισε τον Μαραθώνιο στους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας. Μετά τη θρυλική νίκη, ο βασιλιάς του πρότεινε για δώρο κτήματα. Αυτός όμως προτίμησε μια σούστα με τέσσερις ρόδες να τοποθετεί πολλές θήκες για τα σκαμνιά του. Κάθε πρωί πήγαινε στο υδραγωγείο του Μαρουσιού για φόρτωμα. Εκεί έβλεπε μαζεμένα πολλά πιτσιρίκια που δεν χόρταιναν να τον θαυμάζουν. Έξυπνος άνθρωπος τους έδινε από μια καραμέλα και τα’βαζε να γεμίζουν τα σκαμνιά και να τα ταπώνουν με φελλό. Ύστερα ερχόταν ο δημοτικός υπάλληλος κι έβαζε ένα μπλε χαρτί με την αναπαράσταση της Αμαρύσιας Αρτέμιδας. Στο τέλος σφράγιζε με μολύβι τα σταμνιά για το γνήσιον του …νερού.

Βέβαια πέρασαν τα χρόνια οι νερουλάδες άφησαν τα κάρα τους και χρησιμοποίησαν πλέον τις μηχανές -θα τις θυμάστε οι μεγαλύτεροι- αυτές με τις τρεις ρόδες, τέτοια τρίκυκλα κατέκλυσαν την πατρίδα μας μετά το 1940.

 

Μέχρι το 1924 η Αθήνα υδρευόταν κυρίως από τα νερά των πηγών της Πάρνηθας και από τον υπόγειο υδροφορέα.
Το 1925 άρχισαν να κατασκευάζονται τα πρώτα σύγχρονα έργα ύδρευσης στην περιοχή της Πρωτεύουσας.
Τη χρονιά αυτή υπογράφτηκε σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, της Αμερικανικής Εταιρείας ULEN και της Τράπεζας Αθηνών για τη χρηματοδότηση και κατασκευή έργων ύδρευσης της Πρωτεύουσας.
Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε η ΟΥΛΕΝ

Δείτε και αλλα επαγγελματα όπως ο λούστρος,  πωλητης πουλερικών ή ο βοσκός  , ο τσαρουχοποιός , ο χαμάλης  , ο χαλκουργός ή γανωματής , ο αγγειοπλάστης , αλλά και ένα ενδιαφέρον άρθρο για την παιδική εργασία και τις γυναίκες που δούλευαν στις αλυκές του Μεσολογγίου
ΠΗΓΕΣ

http://pisostapalia.blogspot.gr/2016/09/blog-post_301.html

Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς / Μικρός Ρωμιός

my-magazine/lolanaenaallo

https://radioaetos.com/%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC-%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CF%85%CF%80%CE%AE%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%BD-%CE%B2%CF%81%CF%8D%CF%83/

Οι πετρινες βρυσες των αναμνήσεων και της έμπνευσης…

Οι πέτρινες βρύσες ήταν κομβικό σημείο για τη συνάντηση των χωρικων των προηγούμενων αιώνων. Μιας και το τρεχούμενο νερό δεν έφτανε μέχρι το σπίτι όπως σήμερα, οι γυναίκες και τα παιδιά αναγκάζονταν να το μεταφέρουν απο τη δημοσια βρυση με κανάτια για τις ανάγκες της οικογένειας. Αργότερα εμφανίστηκε το επάγγελμα του νερουλά, ο οποίος για μικρό χρηματικό αντίτιμο μετέφερε μια ποσότητα νερού από την πετρινη βρυση της περιοχής στα σπίτια.

ea4eef451331c31647601c9b59c477ba
Κρήτη 1955, Erich Lessing

Μικρό αγόρι παίρνει νερό από τη βρύση Sara Shneiderman Collection

45e3f04886c78dcc4579f3130b301794

50b263e529e742f6ff2e86ecb75a7902
Νερουλάδες Αθήνα 1946 by Leo Stoecker

Η πέτρινη βρυση ήταν και το σημείο συνάντησης και συναναστροφης των νέων αντρων με τα κορίτσια. Μιας και τα ήθη δεν επέτρεπαν στις γυναίκες να κυκλοφορούν ελευθερα, η επίσκεψη τους στην πέτρινη βρύση ήταν και η ευκαιρία τους να δουν και να ανταλλάξουν δυο λόγια με  τους υποψήφιους μνηστήρες τους. Αρκετοί καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν απο το θέαμα αυτό και το αποτύπωσαν με το χρωστηρα τους.

dc45c1d5b61e6d66b89da50c4075ee4a
Johann Georg Christian Perlberg (1806-1884)-Scena neoellenica
d75ae5e0e104704755df64ead7ffb897
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΕΡΕΚΕΙΔΗΣ(1862-1929) Στη βρυση
daa988a721be5df810d97edfac748052
Νικόλαος Σαντοριναίος – Το κορίτσι με την στάμνα
954fd4ee-6762-4dd8-892e-5d01c1a66686_g_570
AT THE FOUNTAIN Απόστολος Γεραλης

 

Μαντεία με τη ρίψη ενός κόκκου σιταριού (ριχτάρι) από την Αμοργό

Η μαντεία ήταν στενά συνδεδεμένη με την ελληνική παραδοσιακή κοινωνία. Στην Αμοργό λοιπόν ο Γ. Α. Μέγας μας αναφέρει οτι υπήρχε ένας τρόπος μαντείας του μέλλοντος με τη βοήθεια ενός «ριχταριού». Αυτό περιλάμβανε μια «σκάρα»  με αριθμούς που είχε τόσα κουτάκια (σπιτόπουλα), όσες και απαντήσεις παρμένες απο διάφορα χωρία του ευαγγελίου που καθοδηγούσαν τυχαία τον ενδιαφερόμενο στο τι έπρεπε να πράξει.

Χωρίς τίτλο

Πριν ξεκινήσει την διαδικασία ο ενδιαφερόμενος απήγγειλε ορισμένα τροπάρια και μετά για να δούμε τι λέει ο Γ.Α. Μέγας…

Χωρίς τίτλο

 

Για να δείτε το «ριχταρι» και τις πιθανές απαντήσεις που λάμβανε ο ενδιαφερόμενος διαβάστε όλο το άρθρο πατώντας εδώ

Η λαϊκή λατρεία της Αγίας Μαρίνας

Περιδιαβαίνοντας στο διαδίκτυο και ψάχνοντας άλλο θέμα βρήκα αυτή την εξαιρετική εργασία της Αννας Γουήλ-Μπαδιεριτάκη για την λαϊκή λατρεία που συνδέεται με το πρόσωπο της Αγίας Μαρίνας και σας την παραθέτω σήμερα που είναι η εορτή της Αγίας.

17_marina

Η σύνδεση του ονόματος της Αγίας Μαρίνας με το ρήμα «μαραίνω» εξαιτίας της συνηχήσεως , ήταν αιτία η Αγία να συνδεθεί με την ίαση διαφόρων νόσων που χρειάζονταν να «μαραθούν» όπως ο ερυσίπελας. Επίσης η σύμφωνα με το βίο της πάταξη του σατανά με το σφυρί της έδωσε μεγάλη χάρη στο να μεσιτεύει για την θεραπεία των δαιμονιζομένων. Στο άρθρο θα δείτε πολλές ακόμη παραδόσεις απο όλη την Ελλάδα που αναφέρονται στην Αγία.

Καλή ανάγνωση!

Δείτε το αρχείο σε αυτό το σύνδεσμο.

Η ελληνική γλώσσα και οι διάλεκτοί της

Μιας και μιλάμε αρκετά για την ελληνική γλώσσα, ας μοιραστούμε σήμερα ένα κείμενο απο το Χρήστο Τζιτζιλή (2001) για την «Ελληνική γλώσσα και τις διαλέκτους της»  (πηγή) που μας διαφωτίζει σχετικά με τον λόγο ύπαρξής τους, τις διαφοροποιήσεις τους και το διαχωρισμό τους.

«Eίναι γνωστό ότι η ελληνική εμφανίζεται στο ιστορικό προσκήνιο με τη μορφή διαλέκτων (βλ. 4.1, 1.8) που η καθεμιά τους αποκτά, για διαφορετικούς λόγους, εξαιρετική αίγλη. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι οι απαρχές της νεοελληνικής διαλεκτολογίας σημαδεύονται από μια προσπάθεια επανασύνδεσης των αρχαιοελληνικών με τις νεοελληνικές διαλέκτους και δεν είναι τυχαίο ότι η «εξωτική» τσακωνική και οι περιφερειακές διάλεκτοι της Kάτω Iταλίας και του Πόντου (βλ. 4.6) είναι οι πρώτες που προσελκύουν την προσοχή των ερευνητών. Όταν, χάρη κυρίως στις εργασίες του Xατζιδάκι, λύνεται οριστικά το πρόβλημα της καταγωγής των νεοελληνικών διαλέκτων και αποδεικνύεται ότι όλες, με εξαίρεση την τσακωνική, προέρχονται από την κοινή, η ελληνική διαλεκτολογία περνά, θα λέγαμε, στο άλλο άκρο. Για μεγάλο χρονικό διάστημα αγνοεί πλήρως ή καταπολεμά την ιδέα της ύπαρξης αρχαίου διαλεκτικού υποστρώματος στις νεοελληνικές διαλέκτους. Mόλις τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ο Tσοπανάκης (1955) και άλλοι επαναφέρουν σε άλλη βάση το πρόβλημα και προσπαθούν να καθορίσουν αρχαίες διαλεκτικές ζώνες στην ελληνική. Kοινό πάντως χαρακτηριστικό και της παλαιότερης και της μεταγενέστερης έρευνας είναι το χρονικό άλμα που συντελείται στη μελέτη της ιστορικής εξέλιξης των νεοελληνικών διαλέκτων με τη συστηματική αγνόηση της μεσαιωνικής περιόδου.

H παρατεταμένη, σε σχέση με την εξέλιξη των διαλεκτικών σπουδών σε άλλες χώρες, προσκόλληση στις ιστορικά προσανατολισμένες μελέτες, που ως ένα βαθμό συνδέεται με τη γενικότερη πορεία της γλωσσολογίας στη χώρα μας, δεν είναι άσχετη με μια εξωγλωσσική αποτίμηση της «αξίας» των διαλέκτων (βλ. 2.2, 4.1). H στάση αυτή, που ανάμεσα στα άλλα καθιστά αδύνατη την αναγνώριση της αξίας της ποικιλομορφίας στη διαλεκτολογική έρευνα, ενισχύεται από την απουσία -για την οποία άλλωστε σε μεγάλο βαθμό ευθύνεται- ενός γλωσσικού άτλαντα που θα παρουσίαζε ανάγλυφα την έλλειψη ομοιογένειας στις διαλέκτους.

Mια άλλη ιδιαιτερότητα των διαλεκτικών σπουδών είναι η υποτίμηση των ξένων επιδράσεων (βλ. 1.7, 4.3) και κυρίως η παραγνώριση κάθε μορφής γλωσσικών επαφών, που η σημασία τους στη μελέτη της ελληνικής, η οποία για αιώνες συνυπάρχει, συνήθως ως κυρίαρχη, με άλλες γλώσσες, είναι αδιαμφισβήτητη. Oι ιδιαιτερότητες αυτές, που με μια πιο ουδέτερη ορολογία θα μπορούσαμε να τις περιγράψουμε ως τάσεις, διαμορφώνουν το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε ως πρόσφατα η διαλεκτολογική έρευνα στην Eλλάδα.

Eίναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ κυριαρχούν οι ιστορικά προσανατολισμένες μελέτες, βασικά προβλήματα της ιστορίας των νεοελληνικών διαλέκτων, όπως αυτό στο οποίο θα αναφερθούμε αμέσως μετά, ο χρόνος δηλαδή εμφάνισής τους, παραμένουν άλυτα.

Αρχή νεοελληνικών διαλέκτων

Για τον χρόνο εμφάνισης των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιαίτερα των βορείων ιδιωμάτων έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις.

O Browning (1972) προσπαθεί σωστά να συνδέσει την εμφάνιση των επιμέρους νεοελληνικών διαλέκτων με την πολιτική και δημογραφική ιστορία των Eλλήνων. O ίδιος επισημαίνει πως, στην προσπάθειά μας να καθορίσουμε την προέλευση και την πρώιμη ιστορία των νεοελληνικών διαλέκτων, θα πρέπει να εξετάζουμε τις περιόδους που οι επιμέρους περιοχές (Πόντος, Kαππαδοκία, Kύπρος κ.ο.κ.) αποκλείστηκαν από τον υπόλοιπο ελληνόφωνο κόσμο με αποτέλεσμα τη μείωση της ενοποιητικής δράσης του κέντρου.

Tο σύνολο των προτάσεων για το χρόνο δημιουργίας των νεοελληνικών διαλέκτων θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει χαρακτήρα υποθετικό και προσωρινό. Eίναι βέβαιο ότι καμιά προσπάθεια δεν είναι δυνατό να μας οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα χωρίς τη συστηματική μελέτη των μεσαιωνικών ελληνικών διαλέκτων.

Ταξινόμηση νεοελληνικών διαλέκτων

Για τη δυνατότητα ταξινόμησης των νεοελληνικών διαλέκτων ισχύουν δυστυχώς όσα έγραφε πριν από εξήντα περίπου χρόνια ο Tριανταφυλλίδης (1938, 66): «Eπειδή δεν έχει προηγηθεί συστηματική γλωσσογεωγραφική έρευνα και λείπει έτσι ο γλωσσογεωγραφικός άτλαντας δεν είναι δυνατό να γίνει οριστική κατάταξη των ελληνικών ιδιωμάτων».

H πιο γνωστή ταξινόμηση είναι αυτή που πρότεινε στα τέλη του περασμένου αιώνα ο Xατζιδάκις. Mε βάση την εξέλιξη των ατόνων μεσαίων και κλειστών φωνηέντων χωρίζει τα νεοελληνικά ιδιώματα σε βόρεια, όπου τα άτονα /o/ και /e/ τρέπονται σε /u/ και /i/ και τα άτονα /i/ και /u/ κατά κανόνα αποβάλλονται και σε νότια, όπου τα φωνήεντα μένουν ανέπαφα (Hatzidakis 1892, 342).

Mε κριτήριο τη διατήρηση ή την αποβολή του ληκτικού [n] -ν των ονομάτων τα νεοελληνικά ιδιώματα χωρίζονται σε ανατολικά που διατηρούν το [n] -ν, π.χ. [ti’rin] ή και το επεκτείνουν π.χ. [‘stoman] και σε δυτικά που το αποβάλλουν.

Mια άλλη βασική ισόγλωσσος είναι αυτή που συνδέεται με την ανάπτυξη του λεγόμενου αλόγου γ. Στα πιο πολλά μέρη των Kυκλάδων, στη Λέσβο, στην Iκαρία και στην Kρήτη η ανάπτυξη αυτή παρατηρείται σε μεσοφωνηεντική θέση [‘kleÄo] και στην ακολουθία φωνήεν + [v] + φωνήεν, π.χ. [Du’levÄo]. Στις Σποράδες και σε ορισμένα μέρη της Πελοποννήσου το εξακολουθητικό απαντά μόνο στο δεύτερο φωνητικό περιβάλλον, π.χ. [‘kleo], αλλά [Du’levÄo] και σε πολλές περιοχές της χερσαίας Eλλάδας μόνο στο πρώτο, π.χ. [‘kleÄo], αλλά [Du’levo].

Ως βάση για την ταξινόμηση των νεοελληνικών διαλέκτων έχουν προταθεί ακόμη τα παρακάτω φωνητικά, μορφολογικά και συντακτικά φαινόμενα (Tριανταφυλλίδης [1938] 1993, 66-67):

  1. H απορρίνωση των ρινικών συμπλεγμάτων mb, ng, nd: πρβ. [ku’bi] – [ku’mbi].
  2. H τροπή του [ç] σε [S]: πρβ. [‘Ceri] > [‘Seri].
  3. H διατήρηση της λεγόμενης χρονικής αύξησης: [e’Denete] – [‘Denate]
  4. H χρήση της αιτιατικής ενικού των προσωπικών αντωνυμιών μετά από τα ρήματα δίνω, λέω: [se ‘leo] – [su ‘leo]
  5. H επίταξη των άτονων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας: [‘Dini mu] – [mu ‘Dini].

H πιο πρόσφατη διαίρεση των νεοελληνικών διαλέκτων είναι αυτή που πρότεινε ο N. Kοντοσόπουλος (1983-1984) ο οποίος στηριζόμενος στον τύπο της ερωτηματικής αντωνυμίας κάνει λόγο για Eλλάδα του τι (ηπειρωτική Eλλάδα και Iόνια νησιά) και Eλλάδα του είντα. Eίναι η μοναδική προσπάθεια κατάταξης που δε στηρίζεται αποκλειστικά σε ένα γνώρισμα, αλλά σε μια δέσμη φωνητικών, λεξιλογικών ακόμη και πολιτισμικών ισογλώσσων.

Σύντομη επισκόπηση των διαλεκτικών σπουδών

Mε βάση το θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι εργασίες μπορούμε να διακρίνουμε τρεις περιόδους στη μελέτη των νεοελληνικών διαλέκτων.

Oι πρώτες επιστημονικές προσεγγίσεις των νεοελληνικών διαλέκτων στα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα ήταν, όπως άλλωστε και η γλωσσολογία γενικότερα, ιστορικά προσανατολισμένες. Tο ενδιαφέρον για τις επιμέρους διαλέκτους την εποχή αυτή είναι άνισο και καθορίζεται από την υπαρκτή ή αναμενόμενη αρχαϊκότητά τους. Aργότερα η κατάσταση αλλάζει, ορισμένες όμως διάλεκτοι εξακολουθούν να προσελκύουν προνομιακά το ενδιαφέρον των ειδικών, ενώ η έρευνα άλλων (όπως τα ιδιώματα της Mακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας) παρουσιάζει σημαντικά κενά.

Oι ιστορικά προσανατολισμένες εργασίες αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των διαλεκτικών μελετών.Στη δεκαετία του ’80 εμφανίζονται μια σειρά από διατριβές που κινούνται μέσα στα πλαίσια της δομικής διαλεκτολογίας, έτσι όπως διαμορφώνεται στις εργασίες του Martinet. Στην τρίτη περίοδο, που αντιπροσωπεύεται κυρίως από το έργο του B. Newton, The Generative Interpretation of Dialect. A Study of Modern Greek Phonology χρησιμοποιείται το θεωρητικό μοντέλο της γενετικής διαλεκτολογίας.

Aν εξετάσουμε τις διαλεκτολογικές μελέτες κάτω από το πρίσμα των επιπέδων ανάλυσης, εύκολα διαπιστώνουμε ότι το λεξιλόγιο είναι ιδιαίτερα ευνοημένο. Oι περισσότερες παραδοσιακές διαλεκτολογικές μελέτες περιέχουν και γλωσσάρια διαλεκτικών λέξεων. Σημαντικός είναι, άλλωστε, ο αριθμός λεξικών επιμέρους διαλέκτων ή ιδιωμάτων. Aρκετά από αυτά και ειδικότερα αυτά που αναφέρονται σε διαλέκτους έχουν και ετυμολογικό χαρακτήρα.

Όπως αναφέραμε και παραπάνω, οι εργασίες της πρώτης περιόδου περιγράφουν -και καμιά φορά εξηγούν- τις φωνητικές ιδιαιτερότητες των διαλέκτων, ενώ φωνολογική ανάλυση μας προσφέρουν οι συγκριτικά πολύ λιγότερες εργασίες της δεύτερης περιόδου. Tα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν μια σειρά από άρθρα που εξετάζουν επιμέρους φωνητικά και φωνολογικά προβλήματα των νεοελληνικών διαλέκτων (Mαλικούτη-Drachman & Drachman 1983 και άλλοι). Iκανοποιητική -αν και σπάνια πλήρης- είναι η περιγραφή του μορφολογικού συστήματος των διαλέκτων και ιδιωμάτων στις παραδοσιακές διαλεκτολογικές μελέτες.

H σύνταξη είναι η αδικημένη πλευρά στις διαλεκτικές σπουδές και η αδικία αυτή δεν φαίνεται να είναι άσχετη με το συχνά εμφανιζόμενο ερώτημα για το αν υπάρχει διαλεκτική σύνταξη ή όχι. Στις περισσότερες διαλεκτικές μελέτες η σύνταξη περιορίζεται σε ολιγοσέλιδη -καμιά φορά και μονοσέλιδη- παρουσία και αφορά γνωστές συντακτικές ιδιαιτερότητες (θέση του άκλιτου τύπου της προσωπικής αντωνυμίας κ.ά.). Mοναδική εξαίρεση αποτελεί η μονογραφία του Aναστασιάδη (1976) για τη σύνταξη του καππαδοκικού ιδιώματος. Xωρίς να παίρνει υπόψη τις σύγχρονες γλωσσολογικές θεωρίες, προσφέρει πλούσιο υλικό, παρακολουθεί την ιστορική εξέλιξη των συντακτικών φαινομένων και εντοπίζει με επιτυχία ομοιότητες και επιδράσεις από την τουρκική.

Oι μελετητές των ιδιωμάτων, κυρίως στις ιστορικά προσανατολισμένες μελέτες, σπάνια περιγράφουν τον τρόπο εργασίας και τη βάση δεδομένων κι ακόμη πιο σπάνια αναφέρουν ρητά ότι δεν περιγράφουν το συγκεκριμένο ιδίωμα, αλλά την αρχαϊκή μορφή του ιδιώματος. O στόχος αυτός καθορίζει και την επιλογή των πληροφορητών: ηλικιωμένοι, κυρίως γυναίκες, που δεν έχουν έλθει σε επαφή με άλλες γλωσσικές ποικιλίες (κοινή νεοελληνική, άλλα ιδιώματα), έτσι που να διατηρούν την «καθαρότητα» του ιδιώματος. H πραγμάτωση του στόχου παίρνει συχνά τη μορφή επίμονης προσπάθειας επαναδραστηριοποίησης γλωσσικών στοιχείων που η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα έχει καταδικάσει σε αχρησία. Aυτό αφορά συνήθως και κατά κύριο λόγο λεξιλογικά στοιχεία που ανήκουν σε πεδία όπως η γεωργία, η ένδυση κλπ., δεν είναι όμως εντελώς άγνωστο και σε άλλα γλωσσικά επίπεδα.

Mια ακραία μορφή της ιδιότυπης αυτής γλωσσικής «λήθης» έχουμε στην περίπτωση εξωελλαδικών κυρίως ιδιωμάτων των οποίων οι φορείς διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη της Eλλάδας και βαθμιαία αφομοιώθηκαν γλωσσικά από το νέο περιβάλλον περιορίζοντας το γλωσσικό ιδίωμα του τόπου καταγωγής αρχικά σε ρόλο γλώσσας σπιτιού [home language] και στη συνέχεια σε αυτό που θα ονόμαζα γλώσσα της μνήμης ή καλύτερα γλώσσα των αναμνήσεων (μια τέτοια περίπτωση αποτελεί σε μεγάλο βαθμό το γλωσσικό ιδίωμα του Mελένικου).

Στις περισσότερες διαλεκτικές περιοχές σήμερα επικρατεί διγλωσσία ή ακριβέστερα διδιαλεκτισμός με παράλληλη χρήση δύο κωδίκων, της κοινής νεοελληνικής και της διαλέκτου. H χρήση φυσικά καθορίζεται από τον βαθμό γνώσης καθενός από τους κώδικες. Στην περίπτωση της επαρκούς γνώσης και των δύο γλωσσικών συστημάτων η διγλωσσική συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από συμπληρωματική κατανομή (συγκεκριμένα περιβάλλοντα ή και θέματα απαιτούν μια συγκεκριμένη γλωσσική συμπεριφορά). Oι μονόγλωσσοι, οι χρήστες δηλαδή μόνο του διαλεκτικού κώδικα, εντοπίζονται κυρίως στους ηλικιωμένους, περισσότερο στις γυναίκες, και ο αριθμός τους συνεχώς μειώνεται.

H μελέτη των ενδοδιαλεκτικών ποικιλιών απουσιάζει από τις διαλεκτικές εργασίες και, όπως είπαμε, για την απουσία αυτή ευθύνονται κυρίως τα χρησιμοποιούμενα θεωρητικά μοντέλα. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η απροθυμία αναγνώρισης ποικιλιών δεν χαρακτηρίζει μόνο τους ερευνητές των ελληνικών τοπικών ιδιωμάτων, αλλά είναι -ή καλύτερα ήταν ως πρόσφατα- γενικότερη. Tέλος θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι σε παλαιότερες εποχές, όταν η επίδραση της κοινής δεν είχε τη σημερινή έκταση και η κινητικότητα των πληθυσμών ήταν σαφώς μικρότερη, η ομοιογένεια των γλωσσικών συστημάτων θα πρέπει να ήταν αρκετά μεγαλύτερη.

Αστικές διάλεκτοι

Στην Eλλάδα, όπως άλλωστε αρχικά και σε άλλες χώρες, η διαλεκτολογική έρευνα ταυτίστηκε με τη μελέτη των επαρχιακών ή καλύτερα των μη αστικών διαλέκτων (βλ. 1.8, 1.9). H εξέλιξη αυτή, που καθορίστηκε ως ένα βαθμό από τους στόχους της διαλεκτολογίας στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής της, επηρεάστηκε από τις ιδιαιτερότητες της νεοελληνικής διαλεκτολογίας που προαναφέραμε, αλλά και από ιδιαιτερότητες δημογραφικού -θα λέγαμε- χαρακτήρα. Eίναι γνωστό ότι οι σύγχρονες ελληνικές πόλεις είναι σε μεγάλο βαθμό δημιουργήματα μεταναστευτικών κινήσεων. Oι πιο σημαντικές από αυτές, αυτές που καθόρισαν τη σημερινή μορφή των πόλεων, είναι ο ερχομός και η εγκατάσταση εκατομμυρίων προσφύγων στα πλαίσια της ανταλλαγής πληθυσμών με όμορες βαλκανικές χώρες, και η μαζική εσωτερική μετανάστευση των μεταπολεμικών χρόνων.

Στα μεταπολεμικά χρόνια η εσωτερική μετανάστευση θα μπορούσαμε να πούμε ότι διαμορφώνει βασικά δύο τύπους αστικών κέντρων:

  1. Πόλεις με διαλεκτόφωνο πυρήνα που τροφοδοτούνται πληθυσμιακά από την επίσης διαλεκτόφωνη περιαστική ενδοχώρα (Λάρισα, Kοζάνη, Σέρρες κ.ά.).
  2. Πολυσυλλεκτικές πόλεις, όπου το τοπικό ιδίωμα έχει εξαφανιστεί και έχει αντικατασταθεί από την κοινή ή ποικιλία της κοινής (Aθήνα, Θεσσαλονίκη κ.ά. ).

Tις εξελίξεις αυτές δεν θα πρέπει να τις αγνοήσει η διαλεκτική έρευνα. Eίναι γνωστό πως στη μελέτη της γλωσσικής ποικιλίας στα αστικά κέντρα καθοριστική παράμετρος παραμένει η κοινωνική διαστρωμάτωση. Kατά τη γνώμη μου, στη μελέτη της γλωσσικής κατάστασης των νεοελληνικών πόλεων πιο σημαντική θα αποδειχθεί η ύπαρξη των «μεταναστευτικών στρωμάτων» και όχι των κοινωνικών.»

Αν σας ενδιαφέρει το ιδιωματικό λεξιλόγιο μπορείτε να δείτε και το βιβλίο της Ασημίνας Ντέλιου «Γλώσσα με άρωμα Βόρειας Εύβοιας» 

Γυναικεία και Ανδρική αστική φορεσιά στην Αττική του 18ου αιώνα μέσα από ένα χειρόγραφο τεκμήριο

Αναδημοσιεύουμε εδώ μια εργασία που αναφέρεται στην φορεσιά της Αττικής του πρώιμου 18ου αιώνα απο την οποία είναι σαφέστατος ο πλούτος της αλλά και ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η κοινωνική εξέλιξη των ατόμων εκείνη την εποχή.

ΕΥΤΥΧΙΑ Δ. ΛIATA  «ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑΊΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΑ Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ»

Τα ιστορικά γεγονότα της αποτυχημένης απόπειρας των Βενετών για την κατάληψη της Αθήνας το 1687 καθώς και της ομαδικής μετανάστευσης των Αθηναίων είναι γνωστά, ώστε να μη χρειάζεται εδώ ειδικός λόγος.

(Ολα τα αρχειακά στοιχεία, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί εδώ, προέρχονται από το ιδιωτικό αρχείο του εμπόρου Γ. Αντ. Μέλου, που βρίσκεται στο Ελληνικό Ινστι­τούτο Βενετίας. Η παραπομπή στο αρχείο θα γίνεται στο εξής : Ε.Ι.Β.- Παλ. Αρχ., κλπ. 2. Για το θέμα, εκτός από τους χρονογράφους της Αθήνας, βλέπε ειδικά την μελέτη του Κων. Ντόκου, Η μετοικεσία των Αθηναίων στην Πελοπόννησο, Μνήμων 10 (1985) 96 -138.)

Ανάμεσα στις οικογένειες που εγκατέλειψαν τότε την Αθήνα ήταν και οι αδελφοί Νικολός και Μιχάλης Μέλος, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στ’ Ανάπλι, όπου έζησαν ως το 1715 καλλιεργώντας τα κτήματα, που η βενετσιάνικη διοίκηση τους παραχώρησε στην περιοχή του Άργους και συγχρόνως εμπορευόμενοι σε συνεργασία με τον μεγαλύτερο αδελφό τους, τον Γιωργάκη, εγκατεστημένο από χρόνια στη Βενετία. Μετά την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους το 1715, ο Μιχάλης Μέλος, για δεύτερη φορά ξεριζωμένος, βρίσκεται καταρχήν αιχμάλωτος κι ύστερα απελευθερωμένος στη Σμύρνη, όπου προσπαθεί να ασχοληθεί με το εμπόριο αλλά δίχως επιτυχία. Tο δίλημμα, που αντιμετωπίζει τότε, είναι να επιστρέψει στην Αθήνα ή να γυρίσει στο Μοριά, όπου έχει τα κτήματά του και είναι εξοικειωμένος με τον τόπο. Η επάνοδος των Αθηναίων στην πατρίδα τους είχε αρχίσει τρία μόλις χρόνια μετά την εγκατάλειψη της πόλης, αλλά στην κορύφωσή της έφτασε ύστερα από το 1715, όταν και στο Μοριά, όπου είχαν εγκατασταθεί οι περισσότεροι φυγάδες, επικράτησαν πλέον οι ίδιες πολιτικές συνθήκες. Με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718) και κυρίως με το φιρμάνι του Κισλάρ-αγά εξασφαλίζονταν οι προϋποθέσεις για το γυ­ρισμό των εκπατρισμένων στην εστία τους. Η Αθήνα, από έρημο χωριό, αρχίζει τότε να γίνεται πόλος έλξης όχι μόνο των παλιών της κατοίκων αλλά και άλλων και να διαμορφώνεται σε κέντρο με κάποια στοιχεία αστικής ζωής.

Σ’ αυτή την προοπτική προβλέποντας ότι θα εξελιχθούν τα πρά­γματα, ο Γ. Μέλος παρακινεί τον αδελφό του να πάει να εγκατασταθεί στην Αθήνα και, για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τους δισταγμούς του, του προ­τείνει να παντρευτεί εκεί κι έτσι η οικογένειά-τους να ξαναστεριώσει στον τόπο της. Με αφορμή το προξενιό αυτό είναι γραμμένες οι δυό επιστολές του Μιχάλη προς τον Γιωργάκη, οι οποίες δημοσιεύονται στο τέλος της εργα­σίας αυτής. Η υποψήφια νύφη, η οποία επιμελώς πουθενά δεν κατονομάζεται —ίσως για να μην «ακουστεί» το όνομά-της— είναι ενάρετη, νέα, όμορφη, από καλό σπίτι και ο πατέρας-της έχει μεγάλη περιουσία. Αυτά λένε στο Μιχάλη οι Αθηναίοι πληροφοριοδότες-του, που τυχαίνει να βρίσκονται στη Σμύρνη, και τις πληροφορίες διασταυρώνει ο Γιωργάκης από άλλους συμπατριώτες του στη Βενετία. Ο Μιχάλης, άπειρος της σύγχρονής του αθηναϊ­κής ζωής, περιορίζεται να ορίσει μόνο το μέγεθος της προίκας σε ακίνητα και αφήνει τον έμπειρο και κυρίως καλύτερα πληροφορημένο μεγάλο αδελφό- του να διαλέξει από την περιουσία του υποψήφιου πεθερού του τα καλύτερα κτήματα. Οι απαιτήσεις που προβάλλει φαίνονται υπερβολικές, αλλά δεν είναι, αν λογαριάσουμε ότι η οικογένεια Μέλου συγκαταλέγεται στην Α’ τάξη των Αθηναίων .

Εκτός από τα ακίνητα, με τα οποία θέλει να προικιστεί ο Μιχάλης, προκειμένου να στήσει σπιτικό στην Αθήνα—και μάλιστα σπιτικό καλής σειράς— είναι ανάγκη η γυναίκα του κι αυτός να διαθέτουν και την κατάλληλη αμφίεση. Αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο να μην προικιστεί η νύφη με όλα, όσα ο ίδιος θεωρεί απαραίτητα, στέλνει στον αδελφό του το δεύτερο γράμμα, (που δημοσιεύεται εδώ), όπου του απαριθμεί ένα προς ένα όλα τα χρειαζούμενα και μάλιστα κοστολογημένα, ώστε να φροντίσει είτε όλα είτε ό,τι χρειαστεί να συμπληρώσουν, να τα προμηθευτούν οι ίδιοι. Για να προλάβει μάλιστα κάθε αρνητική αντίδραση του Γιωργάκη, που φαίνεται να την περιμένει σίγουρη, βάζει το Δημητρό Δημάκη, Αθηναίο, ο οποίος αυτό τον καιρό βρί­σκεται στη Σμύρνη και του γράφει σχετικά με το προξενιό και την ανάγκη προικισμού του Μιχάλη με όσα ζητάει, επειδή τώρα «και στην Αθήνα ξέρουνε κι εκεί τα στολίδια κι όλα τα συνακόλουθα, που εσυνηθίζανε και στο Ανάπλι, και μάλιστα όπου εκεί είναι ένα σπίτι από τα πρώτα και δεν είναι να λείψει τίποτα» . Από τα γραφόμενα του Μέλου και του Δημάκη γίνεται φανερό πως η Αθήνα αρχίζει σιγά-σιγά να μιμείται τα ήθη του Αναπλιού, του Αναπλιού βέβαια όπως το ξέρανε κάτω από τη βενετσιάνικη διοίκηση —«εσυνη­θίζανε και στο Ανάπλι»— και το οποίο τώρα, δύο μόλις χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό, μοιάζει να έχει χάσει πολύ από την εικόνα του παρελθόντος- του. Αντίθετα, στην Αθήνα με την εισροή των επαναπατριζόμενων καλών οικογενειών πραγματοποιείται ουσιαστική ανέλιξη στην κοινωνία της. Οι πληροφορίες για την αθηναϊκή φορεσιά, που μας παρέχονται εδώ, δεν είναι οι στατικές πληροφορίες ενός νοταριακού εγγράφου (προικοσύμφωνο, διαθήκη), αλλά μαρτυρούν τη χρήση της ενδυμασίας ως στοιχείου της κοι­νωνικής διαβάθμισης που προσδοκάται. Ο εκπατρισμένος Μέλος και μέσω του ενδύματος αποβλέπει σε κοινωνική καταξίωση και άνοδο, την οποία είτε είχε και έχασε είτε ελπίζει να αποκτήσει. Ετσι, μπορεί να μεγαλώνει, να φουσκώνει, τις απαιτήσεις της αθηναϊκής ζωής σύμφωνα με τους πόθους του για τέτοια κοινωνική κατάταξη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μιχάλη για την αμφίεση της γυναίκας-του θα χρειαστεί να ξοδευτούν 1.211 ρεάλια, ενώ η δική του φορεσιά θα κοστίσει μόνο 126, σύνολο και για τους δύο 1.347 ρεάλια. Μιά πρώτη παρατήρηση στην ανδρική και τη γυναικεία φορεσιά είναι ότι δεν αναφέρεται τίποτα για την υπόδηση, πράγμα που πρέπει να εκληφθεί απλά σαν παρά­λειψη· αντίθετα, το ότι δεν γίνεται λόγος για γυναικεία εσώρουχα, όπως τα εννοούμε σήμερα, θα πρέπει είτε να θεωρηθεί εσκεμμένη παρασιώπηση για λόγους σεμνοτυφίας είτε να ερμηνευτεί μάλλον σαν απουσία-τους από τη γυναικεία αμφίεση. Ενδέχεται τέλος να μην έχουμε εδώ την πλήρη και αμιγή εικόνα της αστικής φορεσιάς, αλλά είναι πιθανόν ο Μέλος να αναμειγνύει στοιχεία από την αγροτική ή ακόμα και την πελοποννησιακή ενδυ­μασία, πράγμα όμως που δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η ανάμειξη αυτή οφείλεται σε δική του σύγχυση, αλλά πιθανό να αποδίδει την πραγματι­κότητα. Πολλά από τα μέρη της αθηναϊκής φορεσιάς, όπως μας περιγράφεται εδώ, τα συναντάμε κι αργότερα σε αθηναϊκά προικοσύμφωνα του β’ μισού του 18ου αι. , μας λείπει όμως εντελώς η εικαστική απόδοση του αθηναϊκού ενδύματος στις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα. Οι ειδήσεις που έχουμε για προγενέστερα ή τα αμέσως μεταγενέστερα χρόνια, εκτός του ότι είναι λιγοστές και σποραδικές, δεν μας δίνουν πάντα μιά ολοκληρωμένη εικόνα και κάποτε δεν ξεκαθαρίζεται, αν πρόκειται για τη λαϊκή ή τη φορεσιά των αρχόντων του τόπου. Οι διαταγές της οθωμανικής διοίκησης στην προσπάθειά της να επιβάλει σαφή διαφοροποίηση ανάμεσα στην ενδυμασία των χριστιανών ραγιάδων και των μουσουλμάνων, αποτελούν πηγή για την ενδυματολογία της εποχής, έστω και αν η διάκριση εντοπίζεται κυρίως στην υπόδηση και το κάλυμμα της κεφαλής και αφορά κατά βάση το χρώμα. Συνεπώς τα 1.347 ρεάλια, που υπο­λογίζει ο Μιχάλης για τα έξοδα αμφίεσής τους, είναι το αντίτιμο 2.694 ξεστιών ή 16.164 οκάδων λαδιού, το οποίο παράγεται από 1.616-2.020 περίπου ελαιόδεντρα

Το κείμενο είναι το εξής, (σημ. γραμμένο ανορθόγραφα από το Μέλο)

«Ηξερο οτη θελης συνχηστης αναγνονον ταύτα, αμη εγο επροκρηνα καλύτερα να σου τα γραψο δια να μην ηπης ηστερα πος δεν τα σηλογηστηκα να σου τα φανεροσο δια να τα γηρεψης κε δια ταυτος σου τα σημηονο δια να μη γηνο μάσκαρας ηστε­ρα, οτη η αυτή ηποθεσης Βέλη τα συνακουλουθα της τα οπηα χρηανζοντε να γίνουνε μηα φοράν μόνον, διατι δεν ηνε η Αθήνα ος καθος την ήξερες οπού εφοραε η γηνεκα μηα γούνα τζηκηαρηα κι οχη αλο, αλα σηνηθηζούνε παρομηα οσαν του Αναπληου. Θελης ηξερης κε ετούτο οτη τα μουλτζα της Αθήνας ηνε ενα δροσηο του οσπητηου, διατη εγο τα ηξερο οτη εκηνο οπού κανουση εκηνα πάλε τα τροση όσον να τα φτηασης κε οσο να τα σηναξης κε μη λογηασης πος ηνε οσαν τα μουλτζα του Μορεος οπού δίνουνε εσοδια κε ημπορη κάνης να πορευτη κε αν του αυγατηση να καμη απο την αυ^ατ^σ^ ενα θέλημα τον οσπητηου τον. Απο τοντο να καταλα/?^ς οτη το καλητερο αργαστηρη εξι ρ^αΑ?]α διδί τον χρονον νηκη κε τηχενη η αφέντρα σον να τα σηλογηστης ολα εκηνα οπού ης την μπαρον σου γράφο, οτη δεν ημπορη να μου λήψη τηποτης ανκης κε περησοτερα. Τορα ηδου οπού τα φανερονο ενα προς ενα όνομα κατ όνομα τη χρηαζετε της γηνεκος, οπού δεν ημπορη ναν της ληψουνε χορης αλο : αρχής καίεΐ

Ό μαματενηα μαννηνηα ζευγαρηα διο, ενα δια στραπατζο κε αλο δια εορτή ρεαλια 90

40 δαχτηληδια που να ηνε αρκετά της )) 150

μαργραρηταρη μαζη με της φούσκες του δια τον λεμον )) 200

μαργαρηταρη δια ξηληκη μαζη με τα φλορηα του )) 120

μπερέτα μαργαρηταρενηα » 030

σκολαρητζα ζηγη μηα με πετρδια ρεαλια 060

ζψαρη πολητηκο » 030

γιλέκο γραν καπρα ;; 030

ζψαρη ρηχτη „ 030

δαμάσκο χρησο μπροκαδο κρεμεζο δια γοννελα πήχεις 12 » 072

δαμάσκο ομηο δια γούνα πήχεις 10 » 060

δαμάσκο ομηο δια ζηποννη κε μπερέτα πήχεις 4 n 024

φορνημεντα δια την γοννα κε δια την γοννελα κε δια το ζηποννη » 070

γοννα ρονχηνη δια να παγενη οξο το χημονα » 060

γοννα ρουχψη δια να παγενη οξο το καλοτζερη ρεαλια 050

χρηταη χρησο δια φονστανη δια κοντογοννη δια πανοβρακη » 080

φονστανη άσπρο φητηλη ενα κε ζηποννη ομηο )) 015

καπΛαμαόες διο μπονχασενηονς δια να τες φορη στο σπητη )) 010

κοντογοννη σημητενηο ενα κε πανοβρατζα σημητενηα δω » 015

χρησομανδιλο δια την κηναγηαλη ενα’ κ αΑα μανδιληα της )) κεφαλής άσπρα κε κολοραδα )) 015

Σονμε, οπον χρηαζητε της γηνεκος ρηαληα χηληα διακοσηα ένδεκα 1211

Εξοδες εδικές μον δια φορεσιές μον

κοντοση με την γοννα τον )) 40

καλονπατζα διο )) 12

τζαχτζηρηα διο

ζηναρηα διο

μπονγασηα διο

δια καπλαμάδες καπλαμάς μεταξοτος

γοννακη ρονχενηο με την γοννα τον καμηζολες

εξε πονκαμησα κε βρατζα οτη ηξερης πος δεν εχο κε δεν τηχενη να καταλισο τον πρητζηον μον»

Μπορείτε να δείτε γκραβούρες με ελληνικές φορεσιές του 18ου αιώνα στο σύνδεσμο εδώ 

πηγή:

http://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/article/view/7831/7503

 

Ο Αη-Γιάννης, η ρίγανη, οι φωτιές, ο κλήδονας και άλλα έθιμα

Από τα αρχαία χρόνια υπήρχαν διάφορα έθιμα που είχαν σχέση με τις θερινές τροπές του ηλίου και που αργότερα πέρασαν στο Χριστιανικό κόσμο και συνδέθηκαν με το Γενέθλιον Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου). Κατά τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν έξι μήνες μεγαλύτερος από το Χριστό. Αφού λοιπόν η Εκκλησία όρισε τη γέννηση του Θεανθρώπου στις 25 του Δεκέμβρη, δηλαδή στις χειμερινές τροπές του ηλίου, επόμενο ήταν το Γενέθλιον του Ιωάννη του Προδρόμου να συμπέσει στις 24 του Ιουνίου, δηλαδή στις θερινές τροπές του ηλίου. Έτσι διατηρήθηκαν ορισμένες συνήθειες που έχουν σχέση με το θερινό ηλιοτρόπιο και την αντίληψη ότι κάτι συμβαίνει στον ήλιο αυτή την ημέρα και μας επηρεάζει.

Την παραμονή της γιορτής του Αϊ Γιάννη Ιωάννη, αναβιώνει και το γνωστό έθιμο με τις φωτιές: Στην πλατεία ή σε γειτονιές του χωριού στήνεται μια μεγάλη φωτιά πάνω από την οποία πηδάνε όλοι οι κάτοικοι. Σύμφωνα με την παράδοση, η φωτιά, επιφέρει την κάθαρση και οι άνθρωποι απαλλάσσονται από το κακό. Οι φωτιές που έβαζαν στους δρόμους της γειτονιάς στη γιορτή του Αγιαννιού, στις στάνες οι τσοπάνηδες και στα ψαρολίμανα ή στα ακρογιαλιά οι ψαράδες έπνιγαν με τον καπνό κάθε επιβλαβές έντομο και απομάκρυναν κάθε ερπετό, ζωύφιο ή παράσιτο.
Τις φωτιές που άναβαν στον Κλήδονα τις πηδούσαν τρεις φορές από πάνω προς την ίδια κατεύθυνση.

ce9f20ce9ace9bce97ce94ce9fce9dce91cea320cea3cea5ce97ce9d20ce9acea9ce9cce99ce91ce9ace9720021
Το νόημα εδώ της φωτιάς είναι «διαβατήρια» διότι περνάμε από την μια ηλιακή περίοδο στην άλλη. Στην αρχή πηδούσαν την φωτιά οι πιο τολμηροί και καθώς χαμήλωνε περνούσαν ο γυναίκες και τα παιδιά. Περνώντας από την φωτιά έλεγαν οι πρόγονοι μας: «έμπα καλοχρόνε και έβγα κακοχρόνε» ή «αφήνω τον κακό τον χρόνο και μπαίνω στο καλλίτερο».
Το πέρασμα πάνω από την φωτιά απέβλεπε και στην υγεία και την σωματική ενδυνάμωση. Επίσης επικαλούνταν τον Άγιο να τους βοηθήσει ή να τους θεραπεύσει, λέγοντας «Άγιε μου Γιάννη το κεφάλι μου να γιάνει» ή «σίδερο η μέση μου πέτρα το κεφάλι μου» για να αντέχουν στις κακοτυχίες του καλοκαιριού. Και οι τσοπάνηδες άναβαν φωτιές στις στάνες και όταν χαμήλωνε εντελώς η φωτιά οδηγούσαν τα ζώα των να περάσουν πάνω από αυτή.
Στις φωτιές του Αγιαννιού έκαιγαν τα βάγια, τα μαγιοστέφανα, τα σταυρολούλουδα και ότι ήταν σεβαστό όπως φωτογραφίες και καταστραμμένες εικόνες.

Επίσης ο Αϊ Γιάννης αποκαλείται και Ριγανάς, επειδή την ημέρα αυτή έβγαιναν και μάζευαν ρίγανη, η οποία έπρεπε να συλλεχθεί πρωί πρωί, πριν από την ανατολή του ηλίου, αφού πίστευαν, ότι έτσι είχε μαγική δύναμη.

Την ρίγανη αυτή την έπλεναν στο ποτάμι ή στη βρύση και την πήγαιναν στο σπίτι και την κρεμούσαν σ’ ένα σημείο που να φαίνεται επάνω από την πόρτα ή το χαγιάτι για να το βλέπει όποιος πήγαινε στο σπίτι, για να μην το βασκάνει,  δηλαδή έδιωχνε την βασκανία.

Πίστευαν επίσης πως η ρίγανη αυτή είχε και θεραπευτικές ιδιότητες σε διάφορα νοσήματα όπως πόνους στην κοιλιά, κρύωμα, πόνους στο αναπνευστικό κλπ. Η ρίγανη αυτή έμενε εκεί κρεμασμένη  μέχρι τον επόμενο χρόνο του Αγίου Ιωάννη. Δεν την χρησιμοποιούσαν στα φαγητά,  γιατί ήταν άψητη, δηλαδή δεν είχε βγάλει λουλούδι ούτε είχε καρπίσει, δεν είχε ωριμάσει. Τον Αλωνάρη, δηλαδή τον Ιούλιο μάζευαν τη ρίγανη που χρησιμοποιούσαν σαν μυρωδικό  στα φαγητά.  Το πρωί, επίσης πήγαιναν  όλοι στην εκκλησία εάν βέβαια είχε παπά  το χωριό γιατί οι παπάδες ήταν λίγοι.

Λέγεται ακόμη τ’ Αη-Γιάννη του Ριγολόγου, γιατί σε παλιότερες εποχές την περίοδο αυτή θέριζε η ελονοσία (ο “ρίγος”). Λέγεται πως όποιος δεν τηρούσε τη νηστεία την ημέρα της γιορτής του Αγίου, “τον έπιανε ρίγος”.

Ο Άι-Γιάννης λέγεται και Ριζικάρης αφού η παράδοση λέει ότι φέρνει τύχη και γι’ αυτό έπρεπε από την παραμονή οι κάτοικοι του χωριου να έχουν τακτοποιήσει όλες τις οικιακές δουλειές τους.

Το βράδυ της 23ης Ιουνίου, παραμονή του Αϊ-Γιάννη, ή στις 24 Ιουνίου, σε πολλά μέρη στην Ελλάδα τελούν το πατροπαράδοτο έθιμο του κλήδονα. Η λέξη «ο κλήδονας» παράγεται από την αρχαία λέξη «η κληδών», η οποία αναφέρεται στον Παυσανία (Βοιωτικά), Όμηρο κ.α. Κληδών ονομαζόταν ο προγνωστικός ήχος, το μαντικό σημάδι και κατ’ επέκταση το άκουσμα του οιωνισμού ή προφητείας, ο συνδυασμός τυχαίων και ασυνάρτητων λέξεων ή πράξεων κατά τη διάρκεια μαντικής τελετής στον οποίο αποδιδόταν προφητική σημασία.

Σύμφωνα με ορισμένους η λέξη «Κλήδωνας» προέρχεται από τη λέξη κλειδί που ανοίγει και κλείνει το κουτί της τύχης. Ωστόσο η σωστή προέλευση της είναι από την αρχαία λέξη «κλήδων» (με ήτα) που στον Όμηρο σημαίνει μαντικό σημάδι, προφητεία. Άλλο οι λέξεις «κλειδί, κλειδώνω κ.α.» και άλλο οι λέξεις «κληδών, κλήδονας κ.α.» Απλώς και οι δυο ομάδες αυτές των λέξεων έχουν πρόγονο την αυτή ρίζα, την ρίζα «κλε-», πρβ και: «κλείθρον = αττικά κλήθρον», κλείς = ιωνικά κληίς. Παράβαλε επίσης ότι: Κλειώ – κλείζω = εγκωμιάζω (από το κλέος) και κληδών ή κλεηδών ή κληηδών (από το κλέος και άδω) κ.α. = φημί ή καλέω, διαλαλώ, εγκωμιάζω κ.α.. Παράγωγα: κληδονίζω = μαντευομαι, κληδόνισμα = σημείο, οιωνός κ.α.

ce9ace9bce97ce94ce9fce9dce91cea3

Σε όλη την Ελλάδα σχεδόν,  το βράδυ της παραμονής, οι ανύπανδρες κοπέλες μαζεύονται σε ένα από τα σπίτια του χωριού, όπου αναθέτουν σε κάποια ή σε κάποιες από αυτές να φέρουν από το πηγάδι ή την πηγή, ή σήμερα τη δημόσια βρύση, το «αμίλητο νερό». Η κοπέλα που θα πάει πρέπει να μη μιλήσει καθόλου όσο θα παίρνει και μέχρι να φέρει το νερό στο συμφωνημένο μέρος. Επιστρέφοντας στο σπίτι όπου τελείται ο κλήδονας, το νερό μπαίνει σε πήλινο δοχείο, στο οποίο η κάθε κοπέλα ρίχνει ένα αντικείμενο δικό της (μήλο πράσινο ή κόκκινο, κόσμημα, κλειδί κ.α.), το λεγόμενο ριζικάρι. Στη συνέχεια το δοχείο σκεπάζεται με κόκκινο ύφασμα, το οποίο δένεται γερά με ένα κορδόνι , «κλειδώνεται» με κλειδωνιά σε κάποιες περιοχές και τοποθετείται σε ταράτσα ή αυλή ή άλλο ανοιχτό χώρο. Εκεί παραμένει όλη τη νύχτα, «να το δούνε τ’άστρα». Οι κοπέλες επιστρέφουν ύστερα στα σπίτια τους.

Ανήμερα του Αϊ-Γιαννού, αλλά πριν βγει ο ήλιος -ώστε να μην εξουδετερωθεί η μαγική επιρροή των άστρων-, η υδροφόρος νεαρή της προηγουμένης φέρνει μέσα στο σπίτι το αγγείο. Το μεσημέρι, ή το απόγευμα, συναθροίζονται πάλι οι ανύπανδρες κοπέλες. Αυτήν τη φορά όμως στην ομήγυρη μπορούν να συμμετέχουν και παντρεμένες γυναίκες, συγγενείς και γείτονες και των δύο φύλων, καλεσμένοι για να παίξουν το ρόλο μαρτύρων της μαντικής διαδικασίας. Ένας νέος ή νέα, κατά προτίμηση ελεύθερος-η, πριν ξεσκεπάσει το αγγείο έλεγε: «Ανοίγουμε τον κλήδονα με του Αγιαννιού τη χάρη και ο οποίος έχει ριζικό να έρθει να το πάρει».

Καθισμένη στο κέντρο της συντροφιάς, η υδροφόρος νεαρή ανασύρει ένα-ένα από το αγγείο τα αντικείμενα, που αντιστοιχούν στο «ριζικό» κάθε κοπέλας και μια άλλη, κάποια που έχει ποιητικό ή μαντικό ταλέντο απαγγέλει ταυτόχρονα τυχαίες μαντινάδες. Σχετικά πρόσφατα χρησιμοποιούσαν τα στιχάκια απο παλιά ημερολόγια.  Η μαντινάδα που αντιστοιχεί στο αντικείμενο (ριζικάρι) της κάθε κοπέλας θεωρείται ότι προμηνάει το μέλλον της και σχολιάζεται από τους υπόλοιπους, που προτείνουν τη δική τους ερμηνεία σε σχέση με την ενδιαφερόμενη.

Προς το σούρουπο, όταν τελειώσει η μαντική διαδικασία, η κάθε κοπέλα γεμίζει το στόμα της με μια γουλιά αμίλητο νερό και στέκεται μπροστά σε ανοιχτό παράθυρο, ή πηγαίνει αμίλητη στο δρόμο έως ότου ακούσει το πρώτο ανδρικό όνομα. Αυτό πιστεύεται ότι θα είναι και το όνομα του άνδρα που θα παντρευτεί.
Μετά που θα βγουν όλα τα ριζικάρια από το υδροφόρο αγγείο, η υδροφόρος νεαρά χύνει το νερό του αγγείου μέσα σε ένα πηγάδι σταυρωτά και στη συνέχεια το σκεπάζει με ένα κόκκινο πανί. Το μεσημέρι ή τα μεσάνυκτα οι κοπέλες, ενίοτε και νεαροί, σηκώνουν προσεκτικά το πανί, ώστε να μη δει φως το νερό του πηγαδιού, και βάζουν μέσα το κεφάλι τους. Συνάμα η υδροφόρος με ένα καθρέπτη κατεβάζει τις ακτίνες του ήλιου ή του φεγγαριού μέσα στο πηγάδι και οι κοπέλες ρίχνοντας με ειδικό τρόπο μια – μια τα ριζικάρια τους μέσα στο πηγάδι και εκεί στα κύματα του νερού του πηγαδιού οι παριστάμενοι βλέπουν υπερφυσικά ή μεταφυσικά φαινόμενα, τα οποία επεξηγούν μετά οι μεγαλύτερες και μυημένες γυναίκες, όπως επίσης και αγαπημένα πρόσωπα που έχουν πεθάνει ή το πρόσωπο που θα παντρευτούν κ.α.

Λέγεται επίσης ότι ανάλογο με το πρώτο πρόσωπο που θα δουν αυτοί που είχαν σκύψει το πηγάδι μετά που θα βγάλουν έξω το κεφάλι τους, ανάλογο θα είναι και π.χ. το παιδί που θα γεννηθεί, δηλαδή αν δουν άντρα, αγόρι θα είναι το παιδί που θα γεννήσει μια γυναίκα έγκυος, ή το ίδιο όνομα θα έχει εκείνος που θα παντρευτούν κ.τ.λ.

Σημειώνεται ότι:
α) Όσοι παρακολουθούν την εν λόγω ιεροτελεστία πρέπει λέει να είναι με αυτοσυγκέντρωση, αλλά και μύηση, γιατί υπάρχουν και μυστικά για την παρούσα ιεροτελεστία.
β) Αν το πηγάδι δεν έχει καθάριο και πόσιμο νερό δεν γίνεται να γίνει κλήδονας

Παρόμοια διαδικασία γινόταν και στον Πόντο. ενώ στη Στενήμαχο είχαν μια επιπλέον λεπτομέρεια, τη νυφούλα Καλλινίτσα που τραβούσε τα ριζικάρια

Στην Κεφαλονιά έπαιρναν αμίλητο νερό και έχυναν μέσα λιωμένο μολύβι- μέταλλο. Όπως έπεφτε το λιωμένο μολύβι μέσα στη λεκάνη με το κρύο νερό, κρύωνε απότομα και έπαιρνε διάφορα σχήματα. Η παλιότερη, η γηραιότερη από την παρέα των κοριτσιών, η «εξηγήστρα», μελετούσε τα σχήματα και έδινε διάφορες εξηγήσεις, δηλαδή καταλάβαινε ποια θα είναι τα μελλούμενα του κοριτσιού που του είχαν ονοματίσει «τη ριξιά» του μολυβιού

ΙΣΤΟΡΙΑ – ΑΡΧΑΙΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Ο Κλήδωνας είναι ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Στην εποχή του Ομήρου, χρησιμοποιούσαν τη μαγεία του Κλήδωνα για να μαντέψουν τα μελλούμενα. Ο Παυσανίας (Βοιωτικά, 11, 7), σχετικά με τον κλήδονα, αναφέρει τα εξής: «Στη συνέχεια του Ηρακλείου (της Θήβας) υπάρχει γυμνάσιο και στάδιο, που και τα δυο έχουν το όνομα του Θεού. Πέρα από το Σωφρονιστήρα λίθο υπάρχει βωμός του Απόλλωνα του επονομαζόμενου Σποδίου. Ο Βωμός του Απόλλωνα σχηματίστηκε από τη στάχτη των σφαγίων. Εδώ συνηθίζεται μαντική από κληδόνων («μαντική δε καθέστηκεν αυτόθι από κληδόνων»), την οποία ξέρω ότι τη χρησιμοποιούν οι Σμυρνιοί περισσότερο απ’ όλους τους Έλληνες και οι Σμυρνιοί έχουν πάνω από τη πόλη, έξω από το τείχος, ιερό των κληδόνων («κληδόνων ιερόν»). Παλιά οι Θηβαίοι θυσίαζαν ταύρους στον Σπόδιο Απόλλωνα». Στα χρόνια του Βυζαντίου συναντάμε το έθιμο σαν λατρεία του Ήλιου. Φωτιές ανάβονται και ο λαός πηδά πάνω απ΄ αυτές για να εξαγνίσει το κακό, όπως και σήμερα. Με τα χρόνια ο Κλήδωνας χάνει το χαρακτήρα της γενικής μαντικής και περιορίζεται στους ερωτικούς χρησμούς. Η θεά Κλήδωνα αποσύρεται σιωπηλά και δίνει τη θέση της στον Αϊ Γιάννη, του οποίου τη χάρη επικαλείται ο λαός.

Στους βυζαντινούς χρόνους, όπως αναφέρεται στο «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» του Φ.Κουκουλέ στο κεφάλαιο για το 12ο αιώνα (τόμος Α2, σ. 170, Αθήνα, 1948), την παραμονή του Αγίου Ιωάννη, οι άνθρωποι συναθροίζονταν σε κάποιο σπίτι ή στη γειτονιά, όπου γινόταν τραπέζι σαν να επρόκειτο για γαμήλιο δείπνο. Εκεί παρευρισκόταν κάποιο νεαρό κορίτσι ντυμένο νύφη. Στο τέλος της βραδιάς, ο κάθε παριστάμενος έριχνε ένα αντικείμενο σε ειδικό αγγείο με νερό, από όπου το ανέσυρε στη συνέχεια η «νύφη» υπό μορφήν κλήρου ως απάντηση στην ερώτηση του καθένα για το τι επιφύλασσε το μέλλον.

Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρει αφενός ότι ο κλήδωνας και οι μαντείες υπήρχαν επί εποχής εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο, ήτοι το 1500 π.Χ., και αφετέρου ότι είναι πράξεις καταδικαστέες, πρβ: «τα γαρ έθνη ταύτα, ους συ κατακληρονομείς αυτούς, ούτοι κληδόνων και μαντειών ακούσονται, σοι δε ουχ ούτως έδωκε Κύριος ο Θεός σου» (Δευτερονόμιο 18,14)

Ο Πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών κατά το β’ μισό του 12ου αιώνα, σχολιάζοντας τους Κανόνων της Πενθέκτης Συνόδου (691-2) σχετικά με τις νουμηνίες, τις φωτιές και τον κλήδονα, παραθέτει περιγραφή του εθίμου το οποίο προσομοιάζει με βακχική τελετή συνδεδεμένη με το Σατανά και για το λόγο αυτό το θεωρεί καταδικαστέο, πρβ: «Κατά την εσπέραν της κγ’ του Ιουνίου μηνός, ηθροίζοντο εν ταις ρυμίσι και εν τοις οίκοις άνδρες και γυναίκες, και πρωτότοκον κοράσιον νυμφικώς εστόλιζον μετά γονυ το συμποσιάσαι και βακχικώτερον ορχήσασθαι και χορεύσαι και αλαλάξαι, έβαλλον εν αγγείω συστόμω χαλκώ θαλάττιον ύδωρ, και είδη τινά εκάστω τούτων ανήκοντα – και ώσπερ της παιδός εκείνης λαβούσης Ισχύν εκ τον Σατανά προμηνύειν τα ερωτώμενα, αυτοί μεν περί τούδε τίνος αγαθού ή και αποτροπαίον ανεβοών ερωτηματικώς· το δε κοράσιον από των εν τω αγγείω εμβληθέντων ειδών το παρατυχόν εξαγαγόν υπεδείκνυεν· και λαμβάνων ανόητος τούτον δεσπότης, επληροφορείτο τάχα τα επ’ αυτώ συνενεχθήναι μέλλοντα, ευτυχή τε και δυστυχή. Την επαύριον δε μετά τυμπάνων και χορών συν τω κορασίω εις τους αιγιαλούς απερχόμενοι, και ύδωρ θαλάττιον αφθόνως αναλαμβανόμενοι, τας κατοικίας αυτών έρραινον και ου μόνον ταύτα ετελούντο παρά των ασυνετωτέρων, αλλά και δι’ όλης της νυκτός από χόρτον πυρκαΐας ανάπτοντες, επήδον υπεράνω αυτών και εκληδονίζοντο, ήτοι εμαντεύοντο περί ευτυχίας και δυστυχίας και άλλων τινών δαιμονιωδώς. Τας δε ένθεν κακείθεν εισόδους αυτών και το δωμάτιον, εν ώ ετελείτο η κληδών, συν τοις παρακειμένοις υπαίθροις, χρυσίζουσι πέπλοις και σηρικοίς κατεκόσμουν υφάσμασι· αλλά μην και φυλλάσι δένδρων κατεστεφάνουν, εις τιμήν και υποδοχήν, ως έοικε, του οικειωσαμένου αυτούς Σατανά».

Ωστόσο, παρ’ όλη την αρνητική στάση της Εκκλησίας, το έθιμο του κλήδονα επιβίωσε μέχρι σήμερα, όμως με κάποιες παραλλαγές σε σχέση με τα βυζαντινά δρώμενα. (Συγχρόνως, η έκφραση «αυτά τα λεν στον κλήδονα», με την έννοια ότι αυτά που λέγονται δεν είναι σοβαρά, πιθανόν να εκφράζει την εκκλησιαστική άποψη ως προς τη μαντική πρακτική, ή απλώς μια λαϊκή δυσπιστία.)

πηγές και επιλεγμένα αποσπάσματα απο τα άρθρα:

http://www.krassanakis.gr/klidonas.htm

Οι φωτιές του Αϊ Γιάννη του Κλήδονα: Tο δημοφιλέστερο έθιμο του καλοκαιριού 

http://paterikos.blogspot.gr/2012/06/24.html

http://www.monemvasia.gr/el/cultural-activities/festivals-a-events/the-custom-of-klidonas-revives-in-agios-nickolaos-voion-and-metamorfosi

http://users.sch.gr/ntinos_psilop/index.php?option=com_content&view=article&id=569:ithi-ethima-vrises-aigiannis-klidonas&catid=119:ithi-kai-ethima-vrises&Itemid=367

http://pitharipandoras.blogspot.gr/2014/06/blog-post_23.html