Αρχείο κατηγορίας ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Έθιμα της Πρωτομαγιάς στη Βόρεια Εύβοια

Στη Βόρεια Εύβοια συναντούμε έθιμα που σχετίζονται με την Πρωτομαγιά. Γενικά η πρώτη μέρα του μήνα Μάη θεωρείται μια διαβατήρια και μαγική μέρα μιας και η ονομασία του (Μάης) σχετίζεται παρετυμολογικά με τη λέξη «μάγια» . Έτσι η πρώτη Μαϊου θεωρείται μια μέρα σημαδιακή όπου η λαϊκή αγροτική κοινωνία με κάποιους τρόπους, προσπαθούσε να εξορκίσει το κακό και να φέρει γονιμότητα και ευκαρπία στη γη και υγεία στους ανθρώπους.

Το πιο γνωστό έθιμο της Πρωτομαγιάς στη Βόρεια Εύβοια είναι η «Πιπεριά»

Δανειζόμαστε το κείμενο και τις φωτογραφιες απο τον ιστοχώρο  της Στέλλας Μαραγγέλη

«Η παράκληση για βροχή και οι ευχές για καλή σοδειά, από νεαρά παιδιά στολισμένα με πρασινάδες και άνθη, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον άλλοτε αποκλειστικά αγροτικό βίο. Σήμερα αναβιώνει το έθιμο, καταλήγοντας σε πανηγύρι με κλαρίνα και βιολιά για όλο τον κόσμο. Τέτοια γιορτή γίνεται κάθε χρόνο στη Νέα Σινασό, στον Άι Γιώργη, στο Ασμήνι, στο Αρτεμίσιο, στην Καστανιώτισσα, στον Άγιο και άλλα χωριά του Δήμου Ιστιαίας-Αιδηψού, αλλά και σε πολλά χωριά του δήμου Μαντουδίου – Αγίας Άννης όπως Κερασιά, και Ροβιές, στη Βόρεια Εύβοια. Για τους επισκέπτες είναι μια γοητευτική εμπειρία, για τους ντόπιους, μια ξεχωριστή, ενωτική γιορτή. (Ενημερωτικά αύριο 1η Μαιου 2018, θα γίνει Πιπεριά στις 8.00πμ στα Καμάρια)

Την Πρωτομαγιά, λοιπόν, πρωί-πρωί, αρχίζουν να ετοιμάζουν την «Πιπεριά». Σημειώστε ότι  πρέπει να είμαστε εκεί κατά τις 8 για να προλάβουμε το στόλισμα. Εκεί, στην πλατεία των χωριών συνήθως, αρχίζει το στόλισμα της «Πιπεριάς»· με κλαδιά και φτέρες από τα κοντινά δάση, με τριαντάφυλλα, πασχαλιές και κρίνους από τις αυλές των σπιτιών.

Το έθιμο «Πιπεριά» στη Συνασσό

Η «Πιπεριά» ένα αγόρι, είναι καλυμμένο ολόκληρο με πρασινάδα (μόνο τα μάτια αφήνουν έξω για να βλέπουν ) και στο στήθος φοράει κουδούνα. Ξοπίσω τους, ένας άλλος συγχωριανός, που βαστάει ένα τσαπί, ακουμπισμένο στην πλάτη του, ο «γεωργός» αλλά και μια ολόκληρη ομάδα από κοριτσόπουλα με ολάνθιστα κεφάλια και χαμόγελα αρχίζουν το σεργιάνι στο χωριό.

Και το τραγούδι: «Πιπεριά, πιπεριά, πιπεριά γλυκιά ροδιά, γρήγορα στον Αη Λια, κι ο Αη Λιας στον ουρανό, για να ρίξη ο Θιός νερό, για τα στάρια για κθάρια, για τ’ φτωχού τα παρασπόρια. Κάθε στάχυ και πινάκι, και χειρόβολο δεμάτι. (Α)βλάκια, ‘βλάκια το νερό, γούρνες, γούρνες το κρασί, γεωργός με το τσαπί».

Η πομπή περνάει από όλα τα σπίτια του χωριού, σταματώντας σε κάθε ένα ξεχωριστά, όπου, μόλις λένε το τραγούδι, ο νοικοκύρης του σπιτιού τούς ραντίζει με νερό. Ο «γεωργός» τότε με το τσαπί βαράει δύο τσαπιές στο χώμα έξω από το σπίτι. Ο νοικοκύρης ύστερα τους φιλεύει χρήματα, αυγά και γλυκά και φεύγουν. Τα χρήματα πάνε στο σύλλογο που φροντίζει για την αναβίωση του εθίμου και διοργανώνει το γλέντι που ακολουθεί στην πλατεία. Όταν τελειώσει η γύρα σε κάθε σπίτι της Ν. Σινασού, οι νεότεροι της χαρούμενης, ανθοστόλιστης παρέας κατεβαίνουν στον κεντρικό δρόμο που ενώνει την Αιδηψό με την Ιστιαία και το Πευκί και σταματάνε κάθε αυτοκίνητο, πούλμαν, μοτοσικλέτα, για να τους προσφέρουν λουλούδια ,να ενημερώσουν για το πανηγύρι τους και να πάρουν χρήματα από όποιον… φιλοτιμηθεί. Οι μεγαλύτεροι θυμούνται ότι παλαιότερα τα φιλέματα ήταν αλεύρι αυγά και γάλα. Με τα υλικά αυτά γίνονταν μια μεγάλη πίτα όπου όλοι οι κάτοικοι μοιράζονταν στο τέλος στην γιορτή της πλατείας.»

Στο Αρτεμίσιο το δρώμενο είναι παρόμοιο αλλά το τραγουδάκι είναι λίγο πιο διαφορετικό

««Πιπεριά γλυκιά ροδιά | γλήγορα στον Αη-Λια | κι Αη-Λιάς στον ουρανό |

για να βρέξει θιος νερό | για τα στάρια, για τα κθάρια |για τ” φτωχού τα παρασπόρια

κάθε στάχυ και πινάκι | και χειρόβολο δεμάτι

Γούρνες γούρνες το κρασί | αυλάκια αυλάκια το νερό | κι ο γιωργός με το τσαπί, να στουμών” καλά τη γη»

Το ίδιο έθιμο γίνεται και στις Ροβιές με τη διαφορά οτι  ο «πιπεριάς» (Πίπερος) φοράει κι αδιάβροχο, γιατί τον καταβρέχουν με τις μάνικες. Εκτός από φτέρες, τον σκεπάζουν με στάρια, κριθάρια και κλωνάρια από φοινικιές. Του φοράνε πολλά κουδούνια και το σχοινί που τα δένουν είναι αρκετά μακρύ, για να τον τραβάνε όσοι τον ακολουθούν.

Το τραγούδι που τραγουδούν είναι:

«Πιπεριά πιπεριά | πιπεριά στον Αη-Λια | και ο Αη-Λιάς στον Ουρανό | για να ρίξ” ο θιός νερό

για τα στάρια, για κθάρια | του θεού τα παραγάδια | κι ο Ψαρός (σημ. ο Δήμαρχος που ακολουθούσε τον Πίπερο) με το τσαπί | να χαλάει την αυλή» «

Το μαγιάτικο στεφάνι

Το Μαγιάτικο στεφάνι είναι ένα πανελλήνιο έθιμο που υπάρχει και στη Βόρεια Ευβοια.  Οι άνθρωποι βγαίνουν στην εξοχή, και γυρίζοντας, φέρνουν ένα στεφάνι που έχουν φτιάξει απο αγριολούλουδα και κλαδιά δέντρων το οποίο κρεμούν στα κάγκελα του σπιτιού ή έξω από την πόρτα. Πολλές φορές το στεφάνι είναι ένα απλό μπουκέτο από τα λουλούδια της αυλής. Το στεφάνι/μπουκέτο θα μείνει εκεί μέχρι την παραμονή της εορτής του Αη Γιάννη του Ριγανά, (24 Ιουνίου) οπότε, ξερό πια, θα το κάψουν, είτε στις φωτιές του Αη Γιάννη είτε στην αυλή του σπιτιού. Το στεφάνι της Πρωτομαγιάς είναι κατάλοιπο αρχαιοελληνικού εθίμου που σκοπό έχει να μεταδώσει την γονιμική και αειθαλή,  ζωοφόρα δύναμη της φύσης στους κατοίκους του σπιτιού.

Το έθιμο της Καμήλας.

Άλλο ένα έθιμο που τελείται σε κάποια χωριά της Βόρειας Εύβοιας κυρίως στην Κερασιά, τον Κρυονερίτη, Κοκκινομηλιά  και τους Παπάδες  είναι το έθιμο της Καμήλας. Αν και το έθιμο είναι της Πρωτομαγιάς αναβιώνεται συνήθως το καλοκαίρι από τους τοπικούς συλλόγους. Έχουμε ξαναγράψει για το έθιμο αυτο και μπορείτε να δείτε το άρθρο εδώ

Γητέματα και προλήψεις:

Η Πρωτομαγιά όπως είπαμε είναι μια μαγική μέρα. Έτσι είναι η καταλληλότερη για γητέματα. Αυτό σημαίνει οτι πολύ νωρίς το πρωί ο άνθρωπος ξυπνά και πριν ξημερώσει ο ήλιος λέει κάποιο ξόρκι ή κάνει μια συγκεκριμένη αλληλουχία κινήσεων για να εμποδίσει κάτι άσχημο ή επικίνδυνο για τη ζωή του.

Σύμφωνα με τον Δ. Σέττα, στην Αγιάννα γήτευαν εκείνη τη μέρα τα φίδια. Ανήμερα την Πρωτομαγιά, κοιτούσαν προς την ανατολή προτού βγει ο ήλιος και  έλεγαν το ξόρκι

«Σήμερα Προυτομαγιά,

πάν τα φίδια στη φωλιά,

τρώγονται τσακώνονται,

μπροστά μ’ δε φανερώνονται»

Επίσης έτρωγαν μια σκελίδα σκόρδο  πριν την ανατολή του ηλίου και έλεγαν οτι «Κουμπώνουν το γάϊδαρο» . Αυτό σήμαινε οτι έπρεπε να προλάβουν να φάνε το σκόρδο προτού ακούσουν γάιδαρο να γκαρίζει, για να μην έχουν κάποιο ατύχημα. Η ίδια πρόληψη υπήρχε και στο Πήλιο 

Τέλος είχαν την πρόληψη να ζώνονται με αγριμπελιά για να μην τους πονά όλο το χρόνο η μέση.

 

 

 

Advertisements

Το θρηνητικό μοιρολόι της Παναγίας: μια πανελλήνια παράδοση

Το Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς είναι ένα εντυπωσιακό μακροσκελέστατο ποίημα, που το συναντάμε σε περίπου 256 παραλλαγές σε όλη την Ελλάδα και χρονολογείται περίπου απο τον 14ο – 15ο αιώνα. Προσεγγίζοντας το μαρτύριο του Θεάνθρωπου Ιησού με μια μοναδική ευαισθησία, το στιχούργημα αυτό αποτελεί έναν επιτάφιο θρήνο που περιγράφει κυρίως την άφατη θλίψη της Παναγίας για την άδικη σταύρωση του Μονογενή Της. Μέσα απο αυτό οι γυναίκες συμπαραστέκονται στην Παρθένο και ακολουθούν το Χριστό σε όλη την πορεία του απο το δικαστήριο εμπρός στον Πιλάτο μέχρι την Ανάσταση. Συνήθως τραγουδιέται απο γυναίκες μετά την ακολουθία της Σταύρωσης τη Μεγάλη Πέμπτη, όταν οι γυναίκες μένουν στην εκκλησία να «ξενυχτίσουν το νεκρό» ή μπροστά απο τον επιτάφιο τη Μεγάλη Παρασκευή.

Αν και υπάρχουν κατά τόπους διαφορές, σε επί μέρους στοιχεία του τραγουδιού ή στη μελωδική του εκφορά, η δομή και η φόρμα του Μοιρολογιού καθώς και η λειτουργία του παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες από την Κάτω Ιταλία μέχρι τον Πόντο και την Κύπρο. Είναι χαρακτηριστικό πως σύμφωνα με πληροφορία που καταγράφεται στο βιβλίο του Samuel Baud-Bovy (Δοκίμιο για το Ελληνικό Τραγούδι, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1984), ακόμη και  «τουρκόφωνοι Χριστιανοί, οι Καππαδόκες από τα Φάρασα και τα Σύλατα τραγουδούσαν στη  τουρκική γλώσσα το Μοιρολόϊ της Παναγίας .Κάποιοι θεωρούν το μοιρολόι της Παναγίας σαν τα θρηνητικά κάλαντα της Μ. Παρασκευής. Στην Σκιάθο το λένε την Μεγάλη Πέμπτη ομάδες παιδιών, που γυρνούν από σπίτι σε σπίτι, κρατώντας καλαμένιους σταυρούς στολισμένους με λουλούδια της άνοιξης. Στο Παλαιοχωρι της Λέσβου παλιά θεωρούσαν καλό να λένε το μοιρολόι της Παναγιάς τρεις φορές τη μέρα, όλη τη Σαρακοστή. «Έκαναν τις δουλειές τους το βράδυ κι έλεγαν της Παναγιάς το καταλόγι, πολλές φορές δακρύζοντας για τον πόνο της Μάνας του Χριστού»

Ο Φώτης Κόντογλου σε κείμενό του με τίτλο «Σήμερον κρεμάται», παραθέτει αυτούσια την πιο γνωστή και διαδεδομένη παραλλαγή του Μοιρολογιού της Παναγίας :

Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον εσταυρώσανε,
τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλήν
οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά
οι τρισκαταραμένοι.


Σαν κλέφτη τον επιάσανε
και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές
εκεί τον τυραγνάνε.
Κι’ η Παναγιά η δέσποινα
κ’ οι άλλες οι γυναίκες
έπιασαν το στρατί στρατί,
στρατί το μονοπάτι.

Το μονοπάτι τς’ έβγαλε
μεσ’ στου ληστή την πόρτα.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά,
κανέναν δεν γνωρίζει.
Τηρά και δεξιώτερα
βλέπει τον Άγιο Γιάννη
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε
και βαπτιστή του γυιού μου
μην είδες τον υιγιόκα μου
και σένα δάσκαλό σου;
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω
γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο,
για να σού τονε δείξω.


Βλέπεις εκείνον τον γυμνό,
τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο
στο αίμα βουτημένο;
Οπούναι τα ματάκια του
ραμμένα με μετάξι,
κι οπού φορεί στην κεφαλή
αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γυιόκας σου
και μένα δάσκαλός μου.

(περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ – Η δοκιμασία του λογικού, Εκδόσεις Αρμός 2001, σελ. 90-92)

Μια δεύτερη παραλλαγή είναι και η παρακάτω που καταγράφηκε από τον Χρόνη Αηδονίδη

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,

σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι’ οι τρισκαταραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.

Κι’ η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.

Φωνή τους ήρθ’ εξ Ουρανού απ’ Αρχαγγέλου στόμα:

-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι’ οι μετάνοιες,

το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.

-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.

-Συ Φαραέ, που τά ‘φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.

-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,

το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι’ η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,

σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο

για να της ερθ’ ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.

Κι’ όταν της ηρθ’ ο λογισμός, κι’ όταν της ηρθ’ ο νους της,

ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.

-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες

Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.

Λάβε, κυρά μ’ υπομονή, λάβε, κύρά μ’ ανέση.

-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,

που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.

Κι’ η Μάρθα κι’ η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα

και του Ιακώβου η αδερφή, κι’ οι τέσσερες αντάμα,

επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κι’ η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,

μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,

δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.

Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,

οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!

Κι’ η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.

-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;

-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·

μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,

που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,

τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,

σημαίνει κι’ η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.

Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το λέει αγιάζει,

κι’ όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο απ’ τον Άγιο Τάφο.

Το μοιρολόι της Παναγίας στην Κοπάνη Ιωαννίνων

Η ποντιακή εκδοχή

Δέντρον, δέντρον ξεφάντωτον,
δέντρον ξεφαντωμένον,
σην κόρφαν κάθεται ο Χριστόν,
σην ρίζα η Παναϊα,
σ’ άκρας κάθουν οι άγγελοι,
σα φύλλα οι προφητάδες
κι έψαλλ’ναν κι επροφήτευαν
και του Χριστού τα πάθη.

Ψάλλ’ ο Μωυσής, ψάλλ’ ο Δαβίδ,
ψάλλ’νε κι οι προφητάδες,
ψάλλε κι εσύ Ιάκωβε
και αδελφέ Κυρίου,
ψάλλε κι εσύ Παράδεις
μετά των αρχαγγέλων.
Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρ’ ημέρα,
σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται,
σήμερον έβαλαν βουλήν
οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλα
οι τρισκαταραμμένοι
για να σταυρώσουν τον Χριστόν
τον πάντων βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε
να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνον μυστικόν
για να τον λάβουν όλοι.
Κι η Παναγία η Δέσποινα
καθόταν μοναχή της,
την προσευχή της έκανε
για το μονογενή της.
Φωνή εξήλθ’ εξ ουρανού
κι απ’ αρχαγγέλου στόμα,
σώνουν, κυρά μου, οι προσευχές,
σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε
και σου χαλκιά τον πάνε.
Καρφιά, χαλκιάντ’, φκιάσατε δυο,
καρφιά, φκιάσατε πέντε,
βάλτε τα δυο σα χέρα του
και τ’ άλλα δυο σα πόδα,
το πέμπτο το φαρμακερό
βάλτε το σην καρδάν του.
Ένας Υιός μονογενής
κι ατός έν’ καρφωμένος,
ένας Υιός μονογενής
κι ατός έν’ σταυρωμένος.
Σαν τ’ άκουσε η Παναγιά
λιγοθυμά και ρούζει,
σταμνί νερό της ρίξανε,
τρία κανάται μόσκον,
αλείφ’ν ατέν ροδόσταγμαν,
΄κι έρται ο λογισμός ατ’ς…

Δείτε κι εδώ για την Κεφαλλονιά 

Η ιδέα για να σας παραθέσω κάποια στοιχεία για την συγκεκριμένη παράδοση υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού μου αλλά έγινε πράξη με αφορμή τη χτεσινή βιντεοανάρτηση από φίλο στο FACEBOOK, χορωδίας γυναικών απο το χωριό Σχοινάς του Ρουμλουκιού, που συνεχίζουν να προσφέρουν στο Χριστό ως μυροβόλο θυμίαμα το υπέροχο αυτό μοιρολόι. Συγχαρητήρια σε όλους και όλες που κρατούν ζωντανή την παράδοση αυτή και την συνεχίζουν! Καλή Ανάσταση!

Δείτε και άλλα στοιχεία για το Μοιρολόι της Παναγίας και τις επιρροές του από τα βυζαντινά κείμενα 

πηγές:

http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Ymnoi/To_moiroloi_ths_Panagias.htm

http://www.dogma.gr/ellada/simera-mavros-ouranos-to-moiroloi-tis-panagias-video/2990/

https://www.sansimera.gr/articles/584/175

http://dyosmaraki.blogspot.gr/2010/04/blog-post.html

Το μπουρανί: ένα έθιμο της Καθαρής Δευτέρας απο τον Τύρναβο.

Ένα από τα πιο γνωστά και δημοφιλή έθιμα της Καθαρής Δευτέρας τελείται στον Τύρναβο της Θεσσαλίας και ονομάζεται μπουρανί. Τις πρωινές ώρες, διάφορες ομάδες που ακόμα γιορτάζουν, ανάβουν μια φωτιά στη μέση της πλατείας ή σ’ ένα σταυροδρόμι και βράζουν σε μια μεγάλη χύτρα το μπουρανί, το φαγητό της Καθαρής Δευτέρας. Πρόκειται για μια χορτόσουπα που γίνεται χωρίς λάδι, με σπανάκι και λίγο ρύζι, στην οποία ρίχνουν και λίγο ξύδι για να νοστιμίσει. Ενώ το μπουρανί βράζει πάνω στη φωτιά, η συντροφιά συνεχίζει το γλέντι της, πίνοντας και τραγουδώντας διάφορα άσεμνα τραγούδια ή πειράζοντας όποιον διαβάτη τύχει να περνάει από εκεί ή ακόμα πειράζοντας ο ένας τον άλλο.  Πολλοί από τους άντρες που συμμετείχαν σ’ αυτό το τελετουργικό κρατούσαν στα χέρια τους φαλλούς σαν σκήπτρα και ήταν κατασκευασμένα από ξύλο ή πηλό ή ακόμα και από ψωμί και που αποτελούσαν το κυριότερο τελετουργικό σύμβολο. Στο έθιμο αυτό συμμετείχαν αυστηρά μόνο άντρες ενώ οι γυναίκες απείχαν, ίσως για λόγους σεμνοτυφίας λόγω των φερόμενων φαλλικών συμβόλων. Γυναικόπαιδα όμως παρακολουθούσαν τα δρώμενα καθώς επίσης και πλήθη επισκεπτών από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Όταν τελειώσει το μαγείρεμα του μπουρανιού, το παίρνει η συντροφιά και πηγαίνει στην εξοχή όπου συνεχίζουν με αμείωτο κέφι το γλέντι τους.

Τα πρώτα στοιχεία για την τέλεση των αποκριάτικων εκδηλώσεων στον Τύρναβο χρονολογούνται γύρω στο 1898.

Για την προέλευση του, υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη εκδοχή αναφέρει πως το έθιμο έχει βαθιές ρίζες στις Διονύσιες τελετές, τα Θεσμοφόρια, τα Αφροδίσια, τα Θαργήλια. Η δεύτερη ότι προέρχεται από Αρβανίτες που εγκαταστάθηκαν στον Τύρναβο γύρω στο 1770, λίγο πριν τα Ορλωφικά.

Η Αποκριά εορτάζεται με έναν πρωτότυπο αλλά και τολμηρό τρόπο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το έθιμο είχε απαγορευθεί πολλές φορές, για να καθιερωθεί το 1980. Το «Μπουρανί», είναι ένα αποκριάτικο φαλλικό δρώμενο. Οι κάτοικοι του Τυρνάβου γιορτάζουν κάθε χρόνο τη γονιμότητα της γης, υμνούν τη φύση και την ευχαριστούν για τους καρπούς της. Πώς έφτασε στον Τύρναβο; Το χωριό Ζάρκο, πριν από περίπου 70-80 χρόνια ήταν ο ιδανικός προορισμός των Βλάχων της Αβδέλλας Γρεβενών, για να κατοικήσουν τον χειμώνα (περίπου 200-400 άτομα). Αρκετοί ήταν αυτοί που εγκαταστάθηκαν γρήγορα στο χωριό, όμως όσο αυξανόταν ο αριθμός τους, οι ντόπιοι κάτοικοι του Ζάρκου άρχισαν να έρχονται καθημερινά σε αντιπαράθεση μαζί τους (πολλοί από αυτούς Σαρακατσαναίοι). Ώσπου μέσα σε λίγα χρόνια, οι Ζαρκινοί έδιωξαν όλους τους Αβδελλιώτες (όχι όμως όλους του Βλάχους) από το χωριό. Η ιστορία λέει, πως οι Αβδελλιώτες πήγαν στον Τύρναβο και πήραν μαζί τους και το έθιμο της Καθαράς Δευτέρας, κάνοντάς το γνωστό σε όλη την χώρα ως αντίποινα για τον διωγμό τους.

Παλαιότερα, όταν επέστρεφαν από την εξοχή, έχριζαν κάποιο άτομο από την παρέα τους Βασιλιά και του έβαφαν το πρόσωπο μαύρο, του τοποθετούσαν στο κεφάλι ένα φέσι και με σοβαρότητα άρχιζε να δικάζει και να επιβάλλει πρόστιμα. Μετά τον έβαζαν ανάποδα πάνω σ’ ένα γάιδαρο, του έδιναν να κρατάει την ουρά του και τον περιέφεραν στην πόλη με διάφορες άσεμνες πράξεις και λόγια κρατώντας στα χέρια τους φαλλούς πήλινους, ξύλινους ή από καρότα. Τελικά, το βράδυ μετέφεραν το Βασιλιά σε κάποιο λάκκο με νερό, όπου και τον έριχναν μέσα.

Αν θέλετε να φάτε κι εσείς το μπουρανί του Τυρνάβου η συνταγή βρίσκεται εδώ

πηγές

http://news247.gr/eidiseis/koinonia/mpoyrani-to-dionysiako-ethimo-h-giorth-toy-fallou-poy-epiviwnei-apo-thn-arxaiothta-ston-turnavo.4549532.html

http://www.trikalanews.gr/events___ekdiloseis/to_ampourania_sto_zarko_trikalon.html (πηγή και της φωτογραφίας)

https://www.newsbeast.gr/travel/destinations/arthro/791402/ta-prohorimena-ethima-tou-turnavou

Έθιμα του Δωδεκαήμερου στα χωριά του Νοτίου Πηλίου

«Τα Χριστούγεννα για τον κάτοικο του χωριού αρχίζουν πολλές μέρες
νωρίτερα. Αρχίζουν με τη νηστεία. Χωρίς αυτή θα έχαναν την αξία τους οι ψυχικές
εξαγνιστικές γιορτές. νηστεία προδιαθέτει τον αγρότη, του δημιουργεί την
ανυπομονησία εκείνη, που μεταβάλλεται σε χαρμόσυνο και πανηγυρικό γεγονός την
ημέρα της γιορτής.
Τα κάλαντα που αντηχούν αυτές τις άγιες μέρες είναι τα γνωστά «καλημέρα»,
οι έμμετρες, δηλαδή, ευχές που ψάλλουν στα σπίτια, κρατώντας το γνωστό καραβάνι.
Είναι έθιμο που έχει τις ρίζες του στις παλαιοχριστιανικές εποχές. Στα τελευταία
χρόνια επικράτησαν τα κάλαντα, τα λεγόμενα «συριανά» που τα διακρίνει
λογιωτατισμός με τις καθαρευουσιάνικες εκφράσεις.
«Καλήν ημέραν άρχοντες αν είναι ορισμός σας,
Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας,
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει. . . ».
Όμως σε πολλά μέρη της Μαγνησίας και κυρίως στα ορεινά του ΓΙηλίου και
του Λαύκου, τα κάλαντα παίρνουν μια ξεχωριστή εκφραστική δύναμη, γραμμένη στη
γλώσσα του τόπου και τους ιδιωματισμούς του.
«Κυρά Θεοτόκο εκοιλοπόνα και παρεκάλει
Επαρεκάλει τους άγιους όλους,
τους άγιους όλους τους αρχαγγέλους.
Τους αρχαγγέλους τους Αποστόλους.
-Βοηθήσετέ με τούτη την ώρα,
την βλογημένη και δοξασμένη.
-Ώστε να πάνε και γυρίσουν
μαμή να φέρουν
Χριστός γεννιέται!
Σαν ήλιος λάμπει σαν νιο φεγγάρι
σαν νιο φεγγάρι το παλληκάρι»

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, εκτός από τα γνωστά λόγια κάλαντα
τραγουδούν και τα παρακάτω:
«Ετέλειωσε χρόνος ήρθε και η Πρωτοχρονιά
Βασιλείου του Μεγάλου ευχόμαστε χρόνια πολλά.
Δάφνες εις την κεφαλήν σας πάντοτε χλωρές
να ανθίσουν στιςχαρές σας και στις άλλες τις γιορτές»
Στη συνέχεια, οι πηλιορείτισσες νοικοκυρές ζυμώνουν και σήμερα και ψήνουν
την παραδοσιακή βασιλόπιτα όπου βάζουν τον καθιερωμένο «παρά» και ακόμα
μικρά «τσακνάκια» από ελιά, κλήμα, πουρνάρι και άχυρο, που θα πέσουν βέβαια στα
μέλη της οικογένειάς τους με το μοίρασμα της βασιλόπιτας και θα «δείξουν» το
ριζικό του καθενός στον καινούργιο χρόνο. Τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς, τα κορίτσια
θα «φιλέψουν» τη βρύση της γειτονιάς τους με γλυκίσματα και σπόρους για να
«γλυκάνουν» το στοιχειό του νερού και τα χαράματα θα κουβαλήσουν απ’ την ίδια
πηγή το «ασύντ’χου νιρό» (το αμίξητο νερό) με το οποίο θα ραντίσουν το σπιτικό
τους λέγοντας την ευχή:

«Όπους τρεχ ’ το νιρό
να τρέχ ’ κι του βιο
στον σπιτ ’ κι στον χουριό»
Στην αλλαγή του χρόνου θα «βασιλέψουν» και τα όπλα, χαιρετίζοντας με
μπαταρίες την καινούργια χρονιά, ενώ ανήμερα της μεγάλης μέρας νοικοκύρης θα
σπάσει «για το καλό» στο κατώφλι του σπιτιού του το ρόδι και θα τρατάρει αυτόν
που έκανε ποδαρικό στο σπίτι με σταφίδες, στραγάλια και λουκουμάδες για να φέρει
γούρι όλο το χρόνο. Τέλος, μια παλιά συνήθεια της παραμονής, είναι να πλένουν οι
νοικοκυρές τα ρούχα – για να μην τα βρει άπλυτα καινούργιος χρόνος –
χρησιμοποιώντας μάλιστα, αντί άλλου απορρυπαντικού, τη φυλαγμένη απ’ την
παραμονή των Χριστουγέννων στάχτη του τζακιού, που είναι «αμαγάριστη» απ’ τα
καλικαντζάρια. ..
Τα Φώτα κλείνουν το τρίπτυχο των μεγάλων γιορτών του «Δωδεκαημέρου».
Τα παιδιά δεν συνήθιζαν να τραγουδούν τα Φώτα όπως τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Το πρωί της παραμονής των Φώτων, αναγγέλλουν τραγουδιστά το
χαρμόσυνο γεγονός της βάπτισης του Κυρίου με τα ακόλουθα κάλαντα:
«Σήμερα είναι των Φώτων
’ αγιάζουν οι παπάδες
και μεσ ’ στο. σπίτια μπαίνουνε
και λεν τον Ιορδάνη
βοήθεια να τον έχουμε
τον Άγιο Ιωάννη. . .».
Την παραμονή των Φώτων επίσης, παπάς του χωριού παίρνει «σβάρνα» όλα
τα σπίτια του χωριού και με την «αγιαστούρα» του διώχνει το βρωμερό λεφούσι των
καλικάντζαρων, που, ολάκερο το «Δωδεκαήμερο», ταλαιπωρούσε και μαγάριζε τους
πηλιορείτες και το βιο τους. Μαζί με τον αγιασμό των υδάτων, ίδιος αγιασμός
έμπαινε και μέσα στα σπίτια και αφού έπινε με τη σειρά όλη οικογένεια,
ραντίζονταν οι τέσσερις γωνιές του σπιτιού, καθώς και τα κτήματα, για να
προφυλάσσονται από τις αρρώστιες. Εξάλλου, με τον αγιασμό των νερών ξεκινούν
και οι ναυτικοί τα ταξίδια τους.»

Απόσπασμα απο την πτυχιακή εργασία της Βασιλικής Μάνη «Ιστορία των Νοοτροπιών
στα χωριά του Νοτίου Πηλίου»

Πώς βγήκαν οι λέξεις «κουραμπιές» και «μελομακάρονο»

Η φίλη μου Φρόσω μου έστειλε μια ανάρτηση χτες που μου άρεσε πολύ και πιστεύω οτι και εσείς θα τη βρείτε εξισου ενδιαφέρουσα. Αφορά την ονομασία των δύο πιο δημοφιλών γλυκών της εποχής των Χριστουγέννων, άρρηκτα συνδεδεμένων με την παράδοσή μας.

Σύμφωνα με το site constantinoupoli.com ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, (δρ. κοινωνιολογίας της Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μουσικολόγος και δικηγόρος) έψαξε και βρήκε οτι ο κουραμπιές, (Qurabiya στα Αζέρικα, Kurabiye στα Τούρκικα και φυσικά κουραμπιές στα ελληνικά), προέρχεται απο τις λέξεις Kuru = ξηρό, biye = μπισκότο.

Γράφει η ανάρτηση:

«Όμως, η ονομασία μπισκότο καθιερώθηκε τον Mεσαίωνα, ετυμολογικά προερχόμενη από το λατινογενές bis-cuit, που σημαίνει ψημένο δύο φορές (στα αρχαία ελληνικά λεγόταν δί-πυρον), ως τεχνική ψησίματος για να μην «χαλάει» εύκολα ο άρτος, κυρίως των στρατιωτών και των ναυτικών.

Στα σύγχρονα ιταλικά, η λέξη είναι biscotto (τo cookies έχει φλαμανδική / ολλανδική προέλευση που πέρασε στην αγγλική γλώσσα). Το λατινικό bis-cuit διαδόθηκε μέσω των Βενετών εμπόρων και στην Ασία, όπου καθιερώθηκε ως παραφθορά της λατινικής λέξης, σε biya/biye, οπότε συνδέθηκε με το δικό τους Qura /Kuru (ξηρό) και έδωσε τη νέα μικτή (λατινο-ανατολίτικη) λέξη Qurabiya / Kurabiye, η οποία με αντιδάνεια ξαναγύρισε στη δύση και ελληνοποιημένη πλέον έδωσε το «κουραμπιές» με την έννοια του ξηρού μπισκότου, που διανθίστηκε με αμύγδαλα, ζάχαρη άχνη κ.λπ.

Τα μελομακάρονα έχουν ετυμολογικά αρχαιοελληνική προέλευση όσο και αν το μυαλό πάει στο «ιταλικό» μακαρόνι. Στα λεξικά αναφέρεται ότι η λέξη «μακαρόνι» παράγεται από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη «μακαρωνία» (επρόκειτο για νεκρώσιμο δείπνο με βάση τα ζυμαρικά, όπου μακάριζαν το νεκρό). Η μακαρωνία με τη σειρά της έρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «μακαρία», που δεν ήταν άλλο από την ψυχόπιτα, δηλαδή, ένα κομμάτι άρτου, στο σχήμα του σύγχρονου μελομακάρονου, το οποίο το προσέφεραν μετά την κηδεία.

Αργότερα, όταν η μακαρία περιλούστηκε με σιρόπι μελιού ονομάστηκε: μέλι+μακαρία = μελομακάρονο και καθιερώθηκε ως γλύκισμα του 12ημέρου, κυρίως από τους Μικρασιάτες Έλληνες και με το όνομα «φοινίκια». Οι Λατίνοι και αργότερα οι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη μακαρωνία ως maccarone που τελικά κατέληξε να σημαίνει το σπαγγέτι.»

Καλή όρεξη λοιπόν και Καλές γιορτές με υγεία και χαρά!

Η Μπάμπο ή Βρεξούδια: ένα πανάρχαιο έθιμο με αναφορά στη γυναικοκρατία

Η Μπάμπο ή Βρεξούδια είναι ένα πανάρχαιο έθιμο, με αναφορά στη γυναικοκρατία που τελείται απο τις γυναίκες της Μονοκκλησιάς, της Ανω Καμήλας και της Νεας Πέτρας Σερρών.

Η γυναικοκρατία το 1964 

Κυρίως τελούνταν στη Βόρεια και την Ανατολική Θράκη, απ’ όπου οι πρόσφυγες το μετέφεραν στις νέες τους πατρίδες. Οι πρόσφυγες από τη Βουλγαρία, το έλεγαν “Μπάμπω Ντεν”, από την Τουρκία “Μπάμπου Γκιουνού”, ενώ όσοι ήρθαν από τα παράλια του Πύργου (Μεσημβίας Σουζόπολη), το έλεγαν “Μπαμπώτερα”.
Το έθιμο αυτό, τελείται στις 8 Ιανουαρίου, εορτή της Αγίας Δομνίκης, ή Δόμνης και σκοπό έχει την απόδοση τιμής στο πρόσωπο της γιαγιάς, η οποία συνέβαλε στη γέννα των παιδιών. Η γιαγιά στην αρχαιότητα, λέγονταν μάμμη και ως έμπειρη στη ζωή, ήταν αυτή που με τη σοφία και την πείρα της βοηθούσε τις έγκυες στη γέννα. ‘Έτσι με τα χρόνια η μάμμη με την μετάθεση του τόνου έγινε μαμή και από γιαγιά απόχτησε τη σημασία της μαίας.

Η 8η του Γενάρη λοιπόν,  είναι αφιερωμένη αποκλειστικά και μόνο στις παντρεμένες γυναίκες.
Πρωί-πρωί οι γυναίκες με την ιδιότυπη ενδυμασία τους πηγαίνουν στο σπίτι της πιο ηλικιωμένης γυναίκας, της μπάμπως (μπάμπω= γριά ή μαμή), που είναι και το τιμώμενο πρόσωπο της μέρας, και, αφού τη «βρέχουν» με βασιλικό και τη βάζουν να «τάξει», της προσφέρουν δώρα. Ύστερα την τοποθετούν πάνω σε ένα αμάξι, κατάλληλα μετασκευασμένο και στολισμένο. Και τη γυρίζουν στους δρόμους του χωριού χορεύοντας στο ρυθμό της παραδοσιακής γκάιντας. Ακολουθεί το γλέντι που το μεσημέρι μεταφέρετε ξέφρενο στην κεντρική πλατεία του χωριού. Οι θρακιώτικοι χοροί, το «ζουναράδικο» και η «μπαιντούσκα» έρχονται πρώτοι έπονται ο συρτός και ο καρσιλαμάς. Μην τολμήσει κάποιο αντρικό πόδι να παραβιάσει τα σύνορα, που έχουν ορίσει με σχοινί γύρω από την πλατεία! Τον περιμένει κατάβρεγμα μέχρι το κόκαλο.
Αλλες γυναίκες ντυμένες με αντρικές ενδυμασίες ασχολούνται με καθαρά αρρενωπές δουλειές. Παράλληλα οι άντρες στα σπίτια αναγκάζονται να κάνουν τις εργασίες του σπιτιού, αφού η νοικοκυρά λείπει για μια μέρα από αυτό. Η διασκέδαση και το συμπόσιο, συνεχίζεται το σούρουπο μέσα στο οίκημα του συλλόγου σε αυστηρά περιορισμένο κύκλο των παντρεμένων γυναικών μέχρι τα ξημερώματα της επομένης μακριά από κάθε αδιάκριτο μάτι και χωρίς την αντρική παρουσία. Οι οργανοπαίκτες είναι χωρισμένοι από ένα προπέτασμα, για να μην βλέπουν ότι γίνεται.
Στην Νέα Βύσσα και στ’ άλλα χωριά του Βόρειου ‘Εβρου όπου δεν υπάρχουν πια μαίες στα χωριά, η εκδήλωση γίνεται με την εξής λειτουργικότητα.
 Το πρωί της 8ης Ιανουαρίου, η κάθε γυναίκα του χωριού που γέννησε τη χρονιά που πέρασε, επισκέπτεται στο σπίτι της την “Μπάμπω”, φέρνοντας της δώρα, πετσέτα και παπούτσια, για να μπορεί να σκουπίζεται και να τρέχει στα σπίτια, όσων την έχουν ανάγκη. Εκείνη που έχει καλοντυθεί και στολιστεί, ανταποδίδει με κεράσματα κι ευχές. ‘Οταν συγκεντρωθούν όλες οι γυναίκες, φέρνουν τη “Μπάμπω” με πομπή επάνω σε αμάξι ως τη βρύση του χωριού, όπου η κάθε γυναίκα της πλένει τελετουργικά τα χέρια. Ακολουθεί διασκέδαση μόνο των γυναικών με τη “Μπάμπω”, σε ένα καφενείο του χωριού.

Στην περιοχή των Σερρών, το έθιμο μεταφέρθηκε από τις Θρακιώτισσες που μετοίκησαν στον νομό και το διατηρούν εδώ και δεκάδες χρόνια.

Σύμφωνα με αυτό, στις 8 Ιανουαρίου, οι γυναίκες αναλαμβάνουν κυρίαρχο ρόλο, γλεντούν, χορεύουν και πίνουν όλη μέρα, ενώ οι άνδρες μένουν μέσα στα σπίτια και αναλαμβάνουν τον ρόλο της νοικοκυράς. Τη μέρα αυτή αποδίδονται ιδιαίτερες τιμές στη γηραιότερη γυναίκα του χωριού (μπάμπω), που στα ύστερα χρόνια εκτελούσε και χρέη μαμής.

Κατά το δρώμενο, νωρίς το μεσημέρι, οι παντρεμένες γυναίκες του χωριού, με τη συνοδεία ήχων μουσικών οργάνων (παλιότερα με τους ήχους της γκάιντας), μαζεύονται στην κεντρική πλατεία και από εκεί πορεύονται προς το σπίτι της «μπάμπως» για να της προσφέρουν δώρα και να πάρουν τις ευχές της, για μακροζωία και γονιμότητα.  Στη συνέχεια, σχηματίζουν πομπή και οδηγούνται στην πλατεία του χωριού, όπου στήνεται το γλέντι. Καθ’ όλη τη διάρκεια του «ξεφαντώματος» των γυναικών, οι άνδρες δεν επιτρέπεται ούτε να κυκλοφορούν στους δρόμους, αλλά ούτε και να πλησιάσουν τις γυναίκες. Σε περίπτωση που κάποιος θαρραλέος τολμήσει να πλησιάσει, τότε οι γυναίκες τον κυνηγούν, τον καταβρέχουν και προσπαθούν να τού βγάλουν τα ρούχα,τα οποία και στη συνέχεια θα δημοπρατήσουν. Το μεγάλο γλέντι των γυναικών ολοκληρώνεται αργά το απόγευμα με τραγούδια, παραδοσιακά εδέσματα και πολύ κρασί.
    Στις Σέρρες, το έθιμο αναβιώνει από τον Σύλλογο Έγγαμων Γυναικών της Νέας Πέτρας Σερρών και από τον Σύλλογο Γυναικών Μονοκκλησιάς, ενώ το «παρών» στις εκδηλώσεις δίνουν αρκετοί πολιτικοί άρχοντες της περιοχής, που προκειμένου να πλησιάσουν στις εκδηλώσεις, φορούν μαντίλες στο κεφάλι και ποδιές στη μέση. Δεν είναι λίγες δε, οι φορές που οι γυναίκες τους καταβρέχουν και τους αλευρώνουν…

Οι ρίζες όμως του εθίμου πρέπει να αναζητηθούν πολύ πιο παλιά και πιθανόν στην αρχαιότητα. Ίσως ξεκίνησε από τη λατρεία κάποιας αρχαίας θεότητας της γονιμότητας. Οι γυναίκες στην αρχαιότητα πρόσφεραν θυσίες στην Γενετυλλίδα, αττική θεότητα της γονιμότητας του τοκετού, η γιορτή που γινόταν προς τιμή της χαρακτηριζόταν ως γιορτή των γυναικών. Το έθιμο αυτό φαίνεται πως πρωτάρχισε με τιμώμενο πρόσωπο τη μαμή, που αποτελούσε αξιόλογο μέλος της κοινωνίας του χωριού, και από έλλειψη μαμής πιθανόν στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των προσφύγων στη Μονοκκλησιά, τη θέση της πήρε η γεροντότερη γυναίκα του χωριού. Παρόμοια έθιμα με συμμετοχή γυναικών γίνονται και σε άλλα χωριά της Βόρειας κυρίως Ελλάδας.

Κατά τους λαογράφους, το έθιμο έχει αρχαιοελληνική προέλευση και θυμίζει τα “Θεσμοφόρια”, αγροτική γιορτή κατά την οποία οι γυναίκες επικαλούνταν γονιμότητα και ιδιαίτερα τα Αλώα, που γίνονταν την ίδια εποχή (αρχές Ιανουαρίου) στη Θράκη, στα οποία μετείχαν μόνο γυναίκες, οι οποίες πορεύονταν τραγουδώντας άσεμνα τραγούδια, ενώ στα τραπέζια τους είχαν πολύ κρασί και ομοιώματα “μορίων”. Όλα αυτά, ήταν χαρακτηριστικά για όλες τις γιορτές, οι οποίες αποσκοπούσαν στη γονιμότητα των ανθρώπων και των καρπών. Άλλοι ερευνητές συνδέουν το έθιμο της Μπάμπως με τα ορφικά και ελευσίνια μυστήρια. Περισσότερες πληροφορίες δείτε εδώ

Μαντεία με τη ρίψη ενός κόκκου σιταριού (ριχτάρι) από την Αμοργό

Η μαντεία ήταν στενά συνδεδεμένη με την ελληνική παραδοσιακή κοινωνία. Στην Αμοργό λοιπόν ο Γ. Α. Μέγας μας αναφέρει οτι υπήρχε ένας τρόπος μαντείας του μέλλοντος με τη βοήθεια ενός «ριχταριού». Αυτό περιλάμβανε μια «σκάρα»  με αριθμούς που είχε τόσα κουτάκια (σπιτόπουλα), όσες και απαντήσεις παρμένες απο διάφορα χωρία του ευαγγελίου που καθοδηγούσαν τυχαία τον ενδιαφερόμενο στο τι έπρεπε να πράξει.

Χωρίς τίτλο

Πριν ξεκινήσει την διαδικασία ο ενδιαφερόμενος απήγγειλε ορισμένα τροπάρια και μετά για να δούμε τι λέει ο Γ.Α. Μέγας…

Χωρίς τίτλο

 

Για να δείτε το «ριχταρι» και τις πιθανές απαντήσεις που λάμβανε ο ενδιαφερόμενος διαβάστε όλο το άρθρο πατώντας εδώ