Αρχείο κατηγορίας ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα δύο γνωστά βυζαντινά στέμματα

Όταν μιλάμε για Βυζαντινούς Αυτοκράτορες μας έρχεται πολύ συχνά στο νου η πολυτέλεια που συνοδεύει τον Αυτοκρατορικό Θώκο. Ωστόσο μέσα στο διάβα του χρόνου λίγα κειμήλια των Αυτοκρατόρων σώθηκαν, ανάμεσα στα οποία αυτά τα δύο μοναδικά στον κόσμο στέμματα, εξαιρετικά δείγματα της βυζαντινής τέχνης των χρυσοχόων της Αυτοκρατορικής Αυλής.

Και τα δύο βρίσκονται στα θησαυροφυλάκια της Ουγγαρίας. Το πρώτο λέγεται «Το στέμμα του Μονομάχου» αν και επειδή τα πλακίδια βρέθηκαν μεμονωμένα, οι ερευνητές δεν συγκλίνουν όλοι στο οτι αποτελούσαν το σύνολο ενός στέμματος. Το κόσμημα ανάγεται στον 11ο μΧ αιώνα και αποτελεί σύμφωνα με τους ερευνητές προϊόν των Αυτοκρατορικών Εργαστηρίων της Κωνσταντινούπολης, μολονότι υπάρχουν πολλά ορθογραφικά λάθη πάνω στα πλακίδια.

Σύμφωνα με το θρύλο που καλύπτει το στέμμα αυτό, το δώρησε ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Μονομάχος (1042-1054) στον βασιλιά της Ουγγαρίας Ανδρέα (1046-1061) ως αμοιβή για την πολιτική που ακολούθησε κατά την περίοδο της Βασιλείας του. Στο κέντρο φέρει εικόνα του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου  και δεξιά και αριστερά του υπάρχουν παραστάσεις απο τις Αυγούστες Ζωη και Θεοδώρα. Τα υπόλοιπα πλακίδια του στέμματος απεικονίζουν δύο ορχούμενες γυναίκες και δύο αλληγορικές μορφές, την Ταπείνωση και την Αλήθεια. Φυλάσσεται στο Εθνικό Μουσείο της Ουγγαρίας.

Το στέμμα του Μονομάχου

Για το στέμμα του Μονομάχου μπορείτε να διαβάσετε και εδώ  την μελέτη της Γιασμίνας Μωυσείδου και το άρθρο του Timothy Dawson The Monomachos Crown: Towards a Resolution

Το δεύτερο διασωθέν στέμμα είναι αυτό που αποκαλείται ως «Στέμμα του Αγίου Στεφάνου» ή Corona Graeca.

Στέμμα του Αγίου Στεφάνου

Το «στέμμα του Αγίου Στεφάνου» δωρήθηκε απο τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Δούκα Παραπινάκη (1071-1078) στον Βασιλιά της Ουγγαρίας Γεϊζάν τον Α, όταν αυτοί συνθηκολόγησαν και ο Γεϊζάν ανεβαίνοντας στο θρόνο νυμφεύθηκε μια ανιψιά του Νικηφόρου Βοτανειάτη.

Φυλάσσεται στη Βούδα και χρησίμευε στη στέψη των βασιλέων της Αυστρίας ως αυτοκρατόρων της Ουγγαρίας.

Advertisements

Η στήλη του Ιουστινιανού στην Κωνσταντινούπολη

Η στήλη του Ιουστινιανού ήταν μνημειακή στήλη η οποία ανεγέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 543 από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α´ ως θριαμβευτικό μνημείο των νικηφόρων πολέμων του. Βρισκόταν στη δυτική πλευρά της πλατείας του Αυγουσταίου, μεταξύ της Αγίας Σοφίας και του Μεγάλου Παλατιού, και παρέμεινε άθικτο έως τον 16ο αιώνα όταν και κατεδαφίστηκε από τους Οθωμανούς.

Αναπαράσταση του 1912 της στήλης του Ιουστινιανού Α´. Η απεικόνιση της ελλικοειδούς διακόσμησης θεωρείται λανθασμένη

Η στήλη ήταν τόσο ψηλή όσο και ο τρούλος της Μεγάλης Εκκλησίας της Αγίας Σοφίας και ήταν επενδεδυμένη με μπρούτζο. Στην κορυφή υπήρχε το άγαλμα του Ιουστινιανού Α΄ που κρατούσε στο χέρι σφαίρα με σταυρό, σύμβολο της Βασιλείας του Σταυρού σε Ανατολή και Δύση ενώ με το άλλο χέρι έδειχνε την Ανατολή. Στο κεφάλι του φορούσε την «τούφα» σύμφωνα με ιστορικούς, καπέλο περσικής καταγωγής στολισμένο με φτερά παγωνιού. Όταν το καπέλο του αγάλματος έπεσε επί της βασιλείας του Θεόφιλου (828-842) και αναγκάστηκαν να το ξαναβάλουν στη θέση του, διοργανώθηκε μια πρωτότυπη ακροβατική επιχείρηση. Έδεσαν ένα σχοινί από τον τρούλο της Αγίας Σοφίας και με βέλος κάρφωσαν την άλλη άκρη του στην κορυφή της στήλης. Πάνω στο σχοινί ισορρόπησε ένας ακροβάτης ο οποίος μετέφερε το καπέλο και το επανατοποθέτησε στο κεφάλι του αγάλματος. Ο βασιλιάς εντυπωσιάστηκε και τον αντάμειψε με εκατό χρυσά νομίσματα για την γενναιότητά του. (και δικαίως!)

Αναπαράσταση του 1430 του Κυριάκου Αγκωνίτη σχετικά με το πως ήταν το άγαλμα του Ιουστινιανού στην κορυφή, με τις επιγραφές με λατινικούς χαρακτήρες FON THEO DOSI και GLORIAE PERENIS

Οι στήλες των αυτοκρατόρων θεωρούνταν φυλαχτά για την πόλη και η παραμικρή καταστροφή τους λαμβανόταν ως κακός οιωνός και γρουσουζιά. Έτσι μέχρι την επιδομή των Σταυροφόρων οι Αυτοκράτορες μεριμνούσαν επισταμένως για την συντήρησή τους που θύμιζε σε όλους το μεγαλείο των Βυζαντινών. Για τον ίδιο λόγο οι Οθωμανοί κατεδάφισαν τη στήλη. Είχε διαδοθεί η φήμη οτι όσο η στήλη στεκόταν ,τόσο ο Χριστιανισμός θα αντιστεκόταν στο Ισλάμ. Έτσι οι εξίσου προληπτικοί Οθωμανοί την κατέστρεψαν . Ο Πέτρος Γύλλιος (Petrus Gyllius), Γάλλος ιστορικός ο οποίος ζούσε στην Κωνσταντινούπολη κατά την δεκαετία του 1540, ανέφερε πως τα απομεινάρια του ορειχάλκινου αγάλματος οι Οθωμανοί τα έλιωσαν προκειμένου να δημιουργήσουν κανονόμπαλες, ωστόσο πριν το λιώσιμο τους αναφέρει πως έχοντας δεί από κοντά τα τμήματα αυτά, το πόδι του Ιουστινιανού ξεπερνούσε το ύψος του, ενώ η μύτη του Ιουστινιανού όπως και οι οπλές του αλόγου είχαν ύψος 9 ιντσών (περίπου 22 εκατοστά).

πηγές:

Μασαββέτας Αλέξανδρος, «Κωνσταντινούπολη: Η πόλη των απόντων» , Πατάκης , 2011

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%84%CE%AE%CE%BB%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%99%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D

https://6ad6c2c4-a-62cb3a1a-s-sites.googlegroups.com/site/tikaipos/istoria/ekonstantinoupoleochyronetaikaistolizetaimeergatechnes/coljust2.jpg?attachauth=ANoY7cqXrDlO1lDXcjRnXcjuPnd-tGegtRJYk-wW7VQIa9jNcXI-sdQd3x6ga2nolBbisXcgc5Q547OvChZniCF1sMiM302QCqaKYkflscEJxH6YEyCsW_1v2z4CnM5DOOAgOgGk8vSEdTDWMa9sSPjG-cYMCu6gURBc-bRKYblhoDkbQAkq9w9VXbG2sf0GnsyFDt46SsVvph218OPKMMpLRtxdovaO4Jmys7SEbhVU7DSxHIBkPwp-qAfJlRPla5oewMbt5KVYrSuVTgDqWFHbWbvZUKMi9pBN62c7nVia4u_7FGQ6d1A%3D&attredirects=0

Μοναδικά ψηφιδωτά με τον βίο της Παναγίας απο τη Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη

Η Μονή της Χώρας (Kariye  Musezi) είναι μια μεσαιωνική βυζαντινή Ελληνική ορθόδοξη εκκλησία που βρίσκεται στην γειτονιά Edirnekapı της Κωνσταντινούπολης.  Μετά την τουρκική κατάκτηση το 1453, η εκκλησία παρέμεινε όπως είναι για κάποιο χρονικό διάστημα και μετατράπηκε σε τζαμί το 1511 με προσθήκη μιναρέ και έγινε μουσείο το 1948. Το εσωτερικό του κτιρίου καλύπτεται με μερικά από τα παλαιότερα και ωραιότερα βυζαντινά ψηφιδωτά και τοιχογραφίες τα οποία αποκαλύφθηκαν και αποκαταστάθηκαν όταν η εκκλησία  μετατράπηκε σε μουσείο. Η μονή ονομάζεται έτσι γιατί «Χωρίον» ή «Χώρα» έλεγαν οι Βυζαντινοί την έξω των χερσαίων τειχών πεδινή γη και η ονομασία της μονής οφείλεται μάλλον στην ύπαρξη παλαιότερου ναού έξω από τα τείχη του Κωνσταντίνου Α’. Όταν ο Θεοδόσιος Β΄ έχτισε τα νέα τείχη της Κωνσταντινούπολης, η μονή διατήρησε τον παραδοσιακό προσδιορισμό «ἐν τῇ Χώρᾳ», παρά το γεγονός πως ανήκε στον περίβολο των οχυρώσεων. Παράλληλα η φράση «η Χώρα» που απαντάται στον Ακάθιστο Ύμνο, απαντά συχνά στα ψηφιδωτά της Μονής. (Χαίρε η χωρήσασα τον χωρήσαντα  πάντα) Δίνεται ως εκ τούτου μεγάλη σημασία στην μορφή της Παναγίας, της οποίας ο βίος, ως μητέρας του Θεανθρώπου Χριστού απεικονίζεται λεπτομερώς στα ψηφιδωτά του ναού.

Η εκκλησία αυτή είναι, μετά την Αγία Σοφία, το σημαντικότερο βυζαντινό μνημείο στην Κωνσταντινούπολη.  Η πλειοψηφία του σημερινού κτιρίου χτίστηκε στα τέλη του 11ου αιώνα με πολλές επισκευές και αναδιαμόρφωση στους επόμενους αιώνες.

Ο θόλος του νάρθηκα. Η γενεαλογία της Παναγίας
Ο θόλος του νάρθηκα. Οι πρόγονοι της Παναγίας

Τα παρακάτω χρυσοποίκιλτα ψηφιδωτά απεικονίζουν σκηνές απο το ορθόδοξο εορτολόγιο και τη ζωή της Θεοτόκου, αρκετές απο τις οποίες δεν αναφέρονται στα ευαγγέλια αλλά υπάρχουν στην ορθόδοξη παράδοση. Οι παραστάσεις στα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες είναι από τις ωραιότερες Βυζαντινές. Τα χρώματα είναι έντονα, οι αναλογίες των μελών αρμονικές και η έκφραση των προσώπων φυσική.

Οι δεήσεις του Ιωακείμ για να αποκτήσει παιδί απορρίπτονται
Ο Ιωακείμ καταφευγει στην φύση και προσεύχεται ανάμεσα σε ποιμένες
Ο Ευαγγελισμός της Αγίας Αννας

Τα ψηφιδωτά της Μονής της Χώρας είναι τόσο σημαντικά που λέγεται πως ακόμη κι αν χάνονταν τα Ευαγγέλια μέσα απο την τόσο ολοκληρωμένη σειρά των ψηφιδωτών αυτών θα μπορούσαμε να ξαναγράψουμε τα σημαντικότερα σημεία της Καινής Διαθήκης.

Η γέννηση της Θεοτόκου
Ο Ιωακείμ και η Άννα κάθονται και κανακεύουν το βρέφος Μαρία. Η παράσταση περιβάλλεται από αρχιτεκτονικές κατασκευές, δύο υπηρέτες και δύο παγώνια που αντιπροσωπεύουν αιώνια ζωή και σταθερή ηθική. Η επιγραφή αναφέρει «η κολακεία της Θεοτόκου».
Τα πρώτα επτά βήματα της Παναγίας

Να πούμε επίσης οτι τα ψηφιδωτά εκτείνονται κυρίως στο άνω τμήμα του Ναού και στους θόλους ενώ το κάτω μέρος των τοίχων καλύπτεται απο ορθομαρμαρώσεις. Η πρακτική αυτή οδήγησε στη διάσωση των ψηφιδωτών στο χρόνο καθώς ήταν απρόσιτα για όσους επιθυμούσαν την αφαίρεση ψηφίδων ή χρώματος για να τα έχουν ώς φυλακτά.

Αποψη του εσωτερικού νάρθηκα με τις εκατέρωθεν ορθομαρμαρώσεις
Οι ιερείς ευλογούν την Παναγία ως βρέφος. Ο Ιωακείμ κρατά το βρέφος Μαρία στην αγκαλιά του και προχωρεί προς τρεις ιερείς, καθισμένους γύρω από ένα τραπέζι, που θα ευλογήσουν το παιδί. Σημειώστε  οτι τα χέρια του Ιωακείμ καλύπτονται γιατί αγγίζει κάτι ιερό.
Η παρουσίαση της Θεοτόκου 12 ετούς στο Ναό, όπου και παρέμεινε
Συμπληρωματικές φιγούρες στην παράσταση της παρουσίασης της Θεοτόκου στο Ναό. Παρατηρήστε οτι δεν υπάρχουν φωτοστέφανα στα κεφάλια, που δείχνει οτι δεν πρόκειται για πρόσωπα Αγίων
Η Θεοτόκος στα Άγια των Αγίων τρέφεται απο έναν Άγγελο
Η Παναγία δέχεται κουβάρι από μαλλί
Οι ιερείς εμπιστεύονται την Θεοτόκο στον Ιωσήφ
Ο Ιωσήφ παίρνει την Παρθένο στο σπίτι του
Ο Ευαγγελισμός της Παρθένου. Υπάρχει η παράσταση πηγαδιού. Πράγματι στα Ιεροσόλυμα το σημείο του Ευαγγελισμού της Παναγίας βρίσκεται δίπλα σε ένα πηγάδι που τρέχει νερό.
Ο Ιωσήφ εγκαταλείπει την Παναγία όταν μαθαίνει οτι κυοφορεί και εδώ τελειώνει ο κύκλος παραστάσεων με γεγονότα απο τη ζωή της Παναγίας και ξεκινά αυτός του Χριστού

Οι φωτογραφίες είναι του Dick Osseman και πηγή των φωτογραφιών είναι ο ιστότοπος εδώ

Για να μαθετε περισσότερα σε σχέση με τη βυζαντινή αγιογραφία εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε μια διάλεξη του Επίκ. Καθ. Α. Γ. Μαντά με θέμα:

Περιοδοποίηση. – Η στάση του Χρ. Απέναντι στην τέχνη. – Οι διωγμοί. – Το Διάταγμα του 313. – Είδη της βυχαντινής ζωγραφικής. – Χειρόγραφα, η συμβολή τους στην χριστιανική εικονογραφία. – Βασική διαφορά της χρ. Τέχνης με την παγανιστική μαρτυρία.

Βυζαντινά συρματερά εγκόλπια… υπέροχα έργα τέχνης!

 Όλοι έχουμε δει τους ορθόδοξους αρχιερείς να φορούν στο στήθος συγκεκριμένα μεγάλα κοσμήματα που ονομάζονται «εγκόλπια». Ίσως λοιπόν είναι μια ευκαιρία να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτά.

Το κείμενο που ακολουθεί και μας ξεναγεί στον κόσμο των «εγκολπίων» είναι της Brigitte PITARAKIS απο τον ιστότοπο του Οικ. Πατριαρχείου

«Τα εγκόλπια είναι μικρά αντικείμενα που προορίζονται για ανάρτηση στο λαιμό ή στο στήθος. Τα περισσότερα συγκρατούνται από έναν κινητό δακτύλιο. Συχνό γνώρισμα αποτελεί ο ελεύθερος δακτύλιος ανάρτησης, που πλαισιώνεται από ένα ζευγάρι μαργαριταριών ή από πολύτιμους λίθους.

Ο όρος «εγκόλπιο» έχει γενικότερη σημασία· αναφέρεται τόσο στους «επίπεδους σταυρούς» ή τους «σταυρούς-λειψανοθήκες», όσο και σε κάθε κυκλικό, ορθογώνιο ή πολυγωνικό εικονίδιο, με ή χωρίς άγια λείψανα. Αυτά τα αντικείμενα λατρείας αντλούν τη δύναμή τους από τα άγια λείψανα που περικλείουν αλλά και από τα εικονογραφικά τους θέματα.

Ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν βυζαντινῶν ἐγκολπίων, διάσπαρτων σήμερα σὲ πάμπολλες συλλογές, συμπεραίνεται ὅτι ἡ πρώτη χρήση τους ἀνάγεται στὸν 4ο αἰώνα. Οἱ γραπτὲς πηγὲς τῆς ἰδίας ἐποχῆς ἔχουν ἀναφορὲς σὲ ἐγκόλπια, ποὺ ἀφοροῦν κυρίως ἐπιστήθιους σταυρούς. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης  Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι οἱ χριστιανὲς συνήθιζαν νὰ κρεμοῦν στὸ λαιμό τους εὐαγγέλια ὡς φυλακτά. Τὰ ἐγκόλπια ποὺ ἀνήκουν στὸν 6ο καὶ 7ο αἰώνα εἶναι ἀρκετά· αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα λατρείας γνωρίζουν, ὡστόσο, ἰδιαίτερα μεγάλη διάδοση μετὰ τὴν Εἰκονομαχία. Πρόκειται κυρίως γιὰ σταυρούς-λειψανοθῆκες καὶ ὀρθογώνια ἢ κυκλικὰ ἐγκόλπια – θῆκες μὲ σκηνὲς ἀπὸ τὸ χριστολογικὸ κύκλο ἤ μὲ παραστάσεις ἁγίων.

Εγκόλπιο που κρέμεται από μακρύ μαύρο κορδόνι, πλεγμένο σε πλεξίδα και στολισμένο με πλατείς κρίκους από φύλλο χρυσού. Το παλαιότερο τμήμα του είναιη όψη με το σταυρό μαζί με τμήμα των πλαινών τοιχωμάτων και ανήκει στην παράδοση των βυζαντινών κοσμη-μάτων. Ηιδιαίτερη προσοχή και ακρίβεια με την οποία είναι δουλεμένο φανερώνει ότι ο κάτοχός του το αντιμετώπιζε ως ένα σπάνιο θρησκευτικό κειμήλιο. Το συρματερό πλαίσιο με τη μινιατούρα της Παναγίας και η αλυσίδα προστέθηκαν το 19ο αιώνα, και μορφολογικά ακολουθούν δυτικότροπη αισθητική. (ΓΕ 1990) Μουσείο Μπενάκη

Τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας, ὁ ὅρος «ἐγκόλπιο» ταυτίζεται μὲ τοὺς ὅρους «ἐπιστήθιος σταυρός-λειψανοθήκη» καὶ «φυλακτήριο». Σὲ σημείωση τῶν Πρακτικῶν τῆς Η´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (869) ὁ Ἀναστάσιος ὁ Βιβλιοθηκάριος ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὁ ὅρος «ἐγκόλπιο» χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τοὺς ἐπιστήθιους σταυροὺς ποὺ περιεῖχαν τεμάχια Τιμίου ξύλου ἢ ὀστὰ ἁγίων. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς  Εἰκονομαχίας, οἱ ἐπιστήθιοι σταυροί-λειψανοθῆκες βρέθηκαν στὸ κέντρο τοῦ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος τῶν Εἰκονοφίλων. Ἡ χρήση τέτοιων ἀντικειμένων ἀποτελοῦσε ἔκφραση τῆς ὀρθόδοξης πίστης τους. Ὅταν, τὸ 815, ὁ αὐτοκράτορας Λέων  Ε´κατηγορήθηκε ὅτι εὐνοοῦσε μὲ τὴ στάση του τὴν ἐπιστροφὴ σὲ εἰκονομαχικὲς ἀντιλήψεις, ἔβγαλε ἀπὸ τὸ στῆθος του ἕνα ἐγκόλπιο μὲ εἰκονικὸ διάκοσμο, τὸ προσκύνησε καὶ τὸ φίλησε. Ὁ πατριάρχης Νικηφόρος, ἐπίσης, ἐκδήλωσε ἐπανειλημμένα λατρευτικὴ στάση πρὸς τοὺς ἐπιστήθιους σταυρούς-λειψανοθῆκες. Στὸν τρίτο Ἀντιρρητικὸ Λόγο μαρτυρεῖ ὅτι οἱ χριστιανοὶ συνήθιζαν νὰ φέρουν πάνω στό στῆθος τους λείψανα τοῦ Τιμίου ξύλου ὡς φυλακτὰ γιὰ προστασία καὶ γιὰ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ὑγεία. Τὰ ἴδια περίπου ἐπανέλαβε σὲ ἐπιστολὴ ποὺ ἀπηύθυνε στὸν πάπα Λέοντα Γ´, τὸ 811, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐνθρόνισής του. Τὴν ἐπιστολὴ συνόδευε χρυσὸ ἐγκόλπιο, ποὺ περιεῖχε λείψανα Τιμίου ξύλου, διακοσμημένο μὲ παραστάσεις ἀπὸ νιέλο.

Δίπτυχο ενεπίγραφο αρχιερατικό εγκόλπιο με μικρογραφικές παραστάσεις στον ξυλόγλυπτο πυρήνα, σε επιχρυσωμένη θήκη με συρματερό διάκοσμο, πράσινο σμάλτο και κοράλλια. Eικονίζονται το Δωδεκάορτο, η Mεγάλη Δέηση, ο άγιος Δημήτριος και ο άγιος Γεώργιος δρακοντοκτόνος. Kατασκευάστηκε το 1736 κατά παραγγελία του Mιχαήλ Σαρασίτη για να δωρηθεί στο ναό του Aγίου Γεωργίου της Aργυρούπολης του Πόντου. H επιφανής οικογένεια του δωρητή είχε τον έλεγχο των πλούσιων μεταλλείων της Aργυρούπολης κατά το μεγαλύτερο διάστημα του 18ου αι. Ύψ. 0,07 μ. (ΓΕ 14111) Μουσείο Μπενάκη

Οἱ ἱστορικὲς πηγὲς καὶ τὰ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα δείχνουν καθαρὰ ὅτι τὰ ἐγκόλπια αὐτὰ χρησιμοποιοῦνταν ἀπ’ ὅλες τὶς κοινωνικὲς τάξεις, ἀνεξαρτήτως φύλου καὶ ἡλικίας. Στὴν κορυφὴ τῆς Ἱεραρχίας, ὁ αὐτοκράτορας καὶ ὁ πατριάρχης χρησιμοποιοῦσαν τὸ ἐγκόλπιό τους γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἢ ὡς ἐγγυήση ἀσφάλειας. Στην Η´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἀναφέρεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Α ὁ Μακεδὼν πέρασε τὸ ἐγκόλπιό του στὸ λαιμὸ τῶν κληρικῶν. Ἀπὸ ἀναφορὲς τοῦ 11ου καὶ 12ου αἰώνα στὰ ἐγκόλπια τῶν αὐτοκρατόρων προκύπτει ἡ ἰδιαίτερη λατρεία ποὺ ἀπέδιδαν αὐτοὶ στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ὁ Ἰσαὰκ Β´ Ἄγγελος ἔφερε, γιὰ νὰ τὸν προστατεύῃ ἀπὸ τὴν κακοτυχία, τὸ ἐγκόλπιό του μὲ τὴ Θεοτόκο, τὸ ὁποῖο καὶ ἀσπαζόταν ὅταν ἐξομολογεῖτο. Ὁ Ἰσαὰκ Κομνηνός, γιὸς τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Α´, ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία τὸ ἐγκόλπιό του με τὴ Θεοτόκο νὰ ταφῇ μαζὶ του. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὑπογραμμίζει τὴν ταφικὴ λειτουργία ποὺ ἀποδιδόταν στὰ ἐγκόλπια, ποὺ ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὰ ἀρχαιολογικὰ εὐρήματα. Πράγματι, ἡ πλειονότητα τῶν ἐπιστηθίων σταυρῶν – λειψανοθηκῶν βρέθηκε σὲ τάφους. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους τύπους τῶν ἐγκολπίων.

Εγκόλπιο, Προτομή του Χριστού, Καμέος από αχάτη, χρυσός, συρματερός, πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια, Καμέος: 12ος αιώνας, Ένδεση: Τέλος 15ου αιώνα , Μονή Βατοπεδίου

Τὰ ἐγκόλπια ἦταν ἰδιαίτερα διαδεδομένα στοὺς μοναστικοὺς κύκλους. Ἡ ἀπογραφὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν σκευῶν τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Πάτμο ἀναφέρει τὸ ἐγκόλπιο τοῦ δευτέρου ἡγουμένου τοῦ μοναστηρίου, τοῦ Ἰωσὴφ Ἰασίτη (1093-1128 περίπου), ποὺ περιεῖχε τεμάχια Τιμίου ξύλου καὶ λείψανα διαφόρων ἁγίων. Ὁ ἡγούμενος ποὺ ἔκανε τὴν ἀπογραφὴ ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι εἶχε στὸ κελλί του ἕνα ἐγκόλπιο μὲ τὴ Θεοτόκο καὶ τὸ Παιδίον. Στὴν ἴδια ἀπογραφὴ ἀναφέρονται, ἐπίσης, ἕνα κυκλικὸ ἐγκόλπιο μὲ τὴ Θεοτόκο καὶ τὸ Παιδίον, ἕνα ἐγκόλπιο μὲ τὴ Σταύρωση, ἕνα μικρὸ μὲ τὴ σκηνὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καὶ σταυροί-λειψανοθῆκες. Μνεῖες σὲ ἐγκόλπια ἀπαντοῦν ἐπίσης σὲ διαθῆκες μοναχῶν. Ἡ διαθήκη τῆς μοναχῆς Μαρίας, ποὺ συντάχτηκε τὸ 1098, ἀναφέρει δύο ἐγκόλπια μὲ λείψανα Τιμίου ξύλου. Τὸ πρῶτο περιεῖχε, ἐπίσης, εἴκοσι τέσσερα διαφορετικὰ λείψανα ἁγίων, ἐνῶ τὸ δεύτερο, ἀπὸ τὴν περιγραφή, φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦνταν ἀπὸ δύο φύλλα. Σὲ μίαν ἄλλη περίπτωση, ὁ Χαρίτων, ἡγούμενος τῆς μονῆς Κουτλουμουσίου, στὴ διαθήκη του, τοῦ 1378, κληροδοτεῖ τὸ ἐγκόλπιό του στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη.»

Το αρχιερατικό εγκόλπιο  θεωρείται έμβλημα του επισκοπικού βαθμού στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στη θέα του οποίου τόσο οι ένστολοι όσο και οι φιλαρμονικές μπάντες αποδίδουν τιμές στρατηγού. Καθιερώθηκε με Βασιλικό Διάταγμα το 1856. Το εγκόλπιο συμβολίζει την αξία της καθαρής καρδιάς και τη σφραγίδα και την ομολογία της πίστης.

Υπάρχουν δύο είδη εγκολπίων.

Τα πρώτα φέρουν την παράσταση της Θεοτόκου να κρατάει τον Ιησού και γι’ αυτό, το εγκόλπιο ονομάζεται «Παναγία». Αυτού του είδους τα εγκόλπια φέρονται από όλους όσους κατέχουν τον τρίτο βαθμό της ιεροσύνης (δηλ. τους επισκόπους). Κάποιες φορές τα εγκόλπια απεικονίζουν και άλλους Αγίους.

Πολύλοβο εγκόλπιο, Χριστός Παντοκράτωρ σε προτομή, Καμέος από πράσινο ίασπι, χρυσός, συρματερός, χαρακτός, πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια, Καμέος: 13ος αιώνας, Ένδεση: τέλος 15ου αιώνα, Μονή Βατοπεδίου
Αμφιπρόσωπο εγκόλπιο με ξυλόγλυπτη παράσταση του ένθρονου Iησού, ο οποίος εικονίζεται ως Iησούς η Άμπελος, και συρματερό επίχρυσο δέσιμο του. 18ου αι. Ύψ. 0,11 μ. (ΓΕ 14112) , Μουσείο Μπενάκη

Τα δεύτερα, εικονίζουν τον Ιησού Χριστό να ευλογεί και να κρατάει το Ευαγγέλιο, οπότε σε αυτή την περίπτωση το εγκόλπιο ονομάζεται «Χριστός». Αυτά τα εγκόλπια φέρονται συμπληρωματικά κατά κύριο λόγο μόνο από προκαθήμενους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.

Κατά την Θεία Λειτουργία, ο αρχιερέας φέρει όσα εγκόλπια δικαιούται μαζί με τον επιστήθιο σταυρό. (πηγη)

Άγιος Νικόλαος, (cameo –11–12ου αιώνα, δέσιμο πρώιμος 15ος αι. Vladimir Suzdal Museum
Ρώσικο εγκόλπιο απο την Τσαρική συλλογή, Cameo: Ιταλία, 12ος αι; Δέσιμο: Kremlin Studio, Moscow, 1589. Όνυχας, χρυσός και ασήμι, με φιλιγκρί διακόσμηση, ζαφείρια, ρουμπίνια και μαργαριτάρια.

Αν σας αρέσουν αυτά τα κειμήλια, και θα θέλατε να δείτε κι άλλα εγκόλπια , επιστήθιους εκκλησιαστικούς σταυρούς και χειροποίητα εκκλησιαστικά είδη, μπορείτε να επισκεφτείτε και να παραγγείλετε και στο εργαστήριο εκκλησιαστικών του Θεοφάνη Ραμιώτη

Συνταγές από τη βυζαντινή εποχή! κοπιάστε να φάμε

Αν και οι αγιογράφοι του 11ου και του 12ου αι. παραμένουν πιστοί στο παραδοσιακό ιδεώδες της νηστείας, οι λιγότερο συντηρητικές πηγές προσφέρουν ένα πλούτο πληροφοριών για το αυξημένο ενδιαφέρον για το φαγητό και τη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα πρώτων υλών. Η ποικιλία των λαχανικών, των φρούτων και των καρυκευμάτων -μαύρο πιπέρι,  κύμινο, μέλι, ελαιόλαδο, ξύδι, αλάτι, μανιτάρια, σέλινο, πράσα, μαρούλια, ραδίκια, σπανάκι, γογγύλια, μελιτζάνες, λάχανο, σέσκουλα,  αμύγδαλα, ρόδια, καρύδια, μήλα, φακές, σταφίδες, κ.λπ.- τα οποία αναφέρονται από τον Πτωχοπρόδρομο ( ca 1166, Poèmes prodr. nο.2.38-45)  ως τρόφιμα που υπήρχαν στην κουζίνα ενός φτωχού της Κωνσταντινούπολης,  καθρεφτίζει τόσο το ενδιαφέρον για το καλό φαγητό όσο και για τη μεγάλη διαθεσιμότητα των πιάτων.  Φυσικά, πάνω από όλα  το φαγητό στην Κων/πολη των Κομνηνών ήταν μια σύνθεση της διατροφής του παρελθόντος  με τα πολλά νέα υλικά και τις γαστρονομικές καινοτομίες του 11ου και του 12 αιώνα.

10984574_424427751053321_1799114964747422034_o

TO ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΔΕΙΠΝΟ (ΕΔΩΔΙΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)

ΜΕΝΟΥ

για ένα πλούσιο τραπέζι

σφουγγάτο

απάκι

χοιρινό συκώτι μαγειρεμένο με κρασί

κουνέλι μαγειρεμένο με κόκκινο κρασί και ναρδόσταχυ

ψητό χοιρινό  αλειμμένο με ξυδόμελο

σιλιγνίτης, ένα πολύ λευκό ψωμί

ρυζόγαλο με κατσικίσιο γάλα και  μέλι

γλυκό κυδώνι

κόνδιτο

θασόροφο (?)

ΜΕΝΟΥ

για ένα φτωχότερο τραπέζι

κάππαρη σε ξιδόμελι

μαύρες ελιές με σιναπόσπορο

αντίδια με γάρο και ελαιόλαδο

λάχανο με γάρο, ελαιόλαδο και ξίδι

φάβα μαυρομάτικων φασολιών αρτυμένη με ξίδι και μέλι

διάφορα είδη ψωμιών φτιαγμένα με αλεύρια κατώτερων δημητριακών

Τα όσπρια ήταν μια διαδεδομένη πηγή πρωτεϊνών για τους αγρότες, τους φτωχούς και τους μοναχούς. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα ξέβραζαν για να τα κάνουν πιο εύπεπτα. Οι ελιές, το τυρί, τα αυγά, τα άγρια χόρτα και τα λαχανικά έπαιζαν επίσης σπουδαίο ρόλο στη διατροφή των κατώτερων τάξεων. Τα λαχανικά καταναλώνονταν ωμά, βρασμένα, μαγειρεμένα, τηγανιτά.   Και παρ’ όλο που υπήρχαν λαχανόκηποι σε όλες τις πόλεις,  πολλά από αυτά που ξέρουμε σαν βυζαντινά χλωρά ηδύσματα και «πολυτελή» αρωματικά (π.χ. κρόκος) παρέμειναν προϊόντα της γεωργικής παραγωγής.

Με το Βόσπορο και την Προποντίδα να τους προσφέρουν άφθονα αλιεύματα, δεν είναι περίεργο που οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης ήταν ψαροφάγοι. Εντούτοις κατά τον 11ο και 12ο αι. σημείνεται αξιόλογη αύξηση της κατανάλωσης κρέατος.  Χοιρινά, πρόβεια και κατσικίσια κρέατα είχαν μεγάλη διάδοση στα τραπέζια. Αυτά που προέρχονταν από  νεαρά ζώα συνήθως προσφέρονταν βραστά ή ψητά.  Λαγοί, γαζέλες από την Ανατολία, άγρια γαϊδούρια (όναγροι) ανήκαν στα δημοφιλέστερα είδη για αυτοκρατορικό κυνήγι.   Οι φτωχοί και οι αγρότες έτρωγαν μικρό κυνήγι, εντόσθια και ίσως κάποιο πουλερικό από αυτά που εξέτρεφαν οι ίδιοι.

Δείτε περισσότερα

https://historyofgreekfood.wordpress.com/tag/%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%AE-%CE%B3%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1/

πηγη

Το γλυκό του κουταλιού στην βυζαντινή και ελληνική παράδοση

Το γλυκό του κουταλιού χαρακτηρίζεται ως ένα αμιγώς ελληνικό γλυκό, του οποίου οι ρίζες καταλήγουν στην απώτερη αρχαιότητα. Βέβαια για την εποχή εκείνη, που δεν υπήρχε η ζάχαρη, το κύριο γλυκαντικό ήταν το μέλι. Έτσι οι αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν ένα γλυκό με κυδώνια τα οποία έβραζαν μέσα στο μέλι  το οποίο είχε την ονομασία «μελίμηλον«.

Η ζάχαρη ήταν δημιούργημα των Αράβων οι οποίοι επεκτείνουν την καλλιέργεια του σακχαροκάλαμου απο την Μέση Ανατολή στη Μεσόγειο. Από το σακχαροκάλαμο δημιουργούν ζάχαρη η οποία είναι ένα ακριβό εξαγώγιμο προϊόν το οποίο μπαίνει στην αγορά του Βυζαντίου κατά την περίοδο των Κομνηνών, (11ος αιώνας) αλλά πωλείται σαν φάρμακο, σε πολύ υψηλή τιμή.  Η αυτοκρατορική αυλή και οι ηγούμενοι των μεγάλων μοναστηριών παρόλα αυτά έχουν τη δυνατότητα να το προμηθεύονται. Έτσι δημιουργούνται  γλυκίσματα πολυτελείας. Τα γλυκά του κουταλιού  όπως και ορισμένα γλυκά όπως το ρυζόγαλο έχουν τις ρίζες τους σ’ αυτή την εποχή.

Στη Βυζαντινή εποχή η ονομασία του γλυκού του κουταλιού είναι μάλλον «γλύκισμα μετά των δισκαρίων» ή «γλύκισμα με τας απαλαρέας»

Ο Φτωχοπρόδρομος, ένας καλόγερος που φαίνεται οτι έζησε κατά την εποχή του Μανουήλ Κομνηνού (1150μΧ)  κάνει αναφορά στα γλυκίσματα αυτά στο ποίημά του όπου στηλιτεύει την τρυφηλή ζωή των Ηγουμένων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Γράφει : «Εκείνοι (σημ. οι ηγούμενοι των μοναστηριών)τα γλυκίσματα μετά των δισκαρίων  ( ή με τας απαλαρέας)

ημείς δε τα χολόκουκα καθ’ ώραν με το μόδιν» (Θεοδώρου Προδρόμου, «Κατά Ηγουμένων», στιχ. 419, στο Κοραής Αδαμάντιος, Άτακτα, 1828, σελ. 29)

Ο Αδαμάντιος Κοραής σχολιάζει το στίχο : «Ο δε Δουγγάκιος ανέγνωσε (σημ. το «μετά των δισκαρίων)  μετά των δύο καρύων.  Ηθελ’ έχειν ποσήν πιθανότηταν αν εγράφετο με το δια καρύων, δια να σημαίνει το πλέον γνωστό και σύνηθες ακόμη την σημερον γλύκισμα από χλωρά καρύδια ως έλεγαν το δια κιτρίου, δια ρόδων κα. (…) Η απαλαρέα δεν είναι πλην δισκίου ή πινακίου ήγουν αγγείον πλέον πλατυτέρου παρά βαθυτέρου. (Αδαμάντιος Κοραής, Άτακτα, 1828: σελ. 291, 338) Και αλλού γράφει «από το λατινικό apalare είδος κοχλιαρίου (κουτάλι) ή ποτηρίου… (κι αυτό προκύπτει...)  Απο το ελληνικό απαλός επειδή εσήμαινε όχι απλώς καθέν κοχλιάριον αλλά το μεταχειριζόμενο εις την βρώσιν των απαλών αυγων των εις ημάς ονομαζόμενων ροφητών. (ρουφηχτά αυγά μάλλον εννοεί τα μελάτα) (ο.π., σελ.262) …. Αλλά τό όνομα φαίνεται να σημαίνει και άλλα διαφόρου μεγέθους αγγεία όπως δισκάριον.»

Όπως και να έχει το «γλυκό στο δισκάριο» ως βυζαντινό γλυκό διεσπάρη στα Βακάνια. Οι Τούρκοι το βρήκαν και το υιοθέτησαν.  Με την ανατολίτικη πινελιά, παραμένει στον ελληνικό χώρο και από οτι βλέπουμε το 1828 ο Αδαμαντιος Κοραής αναφέρει πολλές επιλογές του : με χλωρά καρύδια, (το καρυδάκι που λέμε σήμερα), δια κίτρου (κίτρο) , δια ρόδων (τριαντάφυλλο). Μάλιστα το 1842 ιδρύεται το πρώτο ελληνικό ζαχαρουργείο κοντά στο χωριό Kαινούργιο της Λοκρίδας, ύστερα από σύμβαση που υπέγραψε το 1839 το Eλληνικό Δημόσιο με Γαλλοβελγική Eταιρία. H εταιρία όμως χρεωκόπησε και η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε.

Πολλοί περιηγητές αναφέρουν τη συνήθεια αυτή των Ελλήνων η οποία ήταν να κερνούν τους ξένους καφέ και γλυκό, το οποίο παρομοιάζουν με μαρμελάδα, συνοδευόμενο απο ένα ποτήρι κρύο νερό.

Στο μπλογκ Balcon3 βρηκαμε οτι και οι Τούρκοι κάνουν γλυκά κουταλιού

Μουσουλμάνα στη οικία της. Βλέπουμε το πιατάκι με το κουταλάκι κάτω δεξια΄LEWIS, John F. Lewis’s Illustrations of Constantinople made during a Residence in that City in the Years 1835-6. Arranged and drawn on Stone from the Original Sketches of Coke Smyth by John F. Lewis, Λονδίνο, T. Mc.Lean, D & P. Colnaghi and John F. Lewis [1838].
«Έπρεπε να ψάξω πολύ για να βρω γλυκό του κουταλιού προς πώληση στην Τουρκία (τελικά κατά τύχη βρέθηκα με ένα βάζο γλυκό ντοματάκι από τη Malatya, ομολογουμένως αριστουργηματικό). Το γλυκό του κουταλιού γενικώς ονομάζεται  ρετσέλι (reҁeli), ονομασία που χρησιμοποιείται και για τη μαρμελάδα. Μία φίλη Τουρκάλα μου εξήγησε ότι η μαρμελάδα κανονικά λέγεται “marmelata” – παρόλα αυτά η χρήση φαίνεται να είναι παρόμοια, όπως είπε και η ίδια το reҁeli σπάνια προσφέρεται στους καλεσμένους, αλλά προορίζεται για κατ’οίκον κατανάλωση (π.χ. στο χορταστικό τουρκικό πρωινό). Άκουσα επίσης και για ένα άλλο, εξίσου σπάνιο πλέον στα Βαλκάνια γλυκό, το μελιτζανάκι και τέλος γεύθηκα ένα εξαιρετικό κέρασμα με ολόκληρο κάστανο σε σιρόπι από την Προύσα. Το πλέον παραδοσιακό γλυκό του κουταλιού της Ανατολίας είναι το τριαντάφυλλο, που βέβαια μοιάζει οπτικά με μαρμελάδα, αλλά απαιτεί εξαιρετική επιδεξιότητα στην παρασκευή του, αντίθετα με τις κοινές μαρμελάδες. Αυτό το γλυκό θα το βρείτε πιο εύκολα στα μαγαζιά.(…) Επίσης γλυκό του κουταλιού προσφέρεται και στα Σκόπια. Εκεί το λένε statko. Χρησιμοποιείται και η ονομασία ρετσέλι, αλλά για συγκεκριμένα γλυκά και κυρίως για το γλυκό σταφύλι. »

Για όσους είναι μεγαλύτεροι πιθανώς θα θυμούνται οτι οι παππούδες τους έβραζαν τα κυδώνια μέσα στο πετιμέζι για να τα διατηρήσουν πολύ καιρό. Κι εδώ στην Εύβοια το γλυκό αυτό λεγόταν «ριτσέλι» ή «ρετσέλι» και προφανώς η ονομασία του είναι τούρκικη.

Στην Ελλάδα το γλυκό του κουταλιού έχει εξελιχθεί σε τοπικό προϊόν αφού εκτός από τα συνηθισμένα (βύσσινο, κεράσι, κυδώνι κλπ) τα ιδιαίτερα προϊόντα της ελληνικής υπαίθρου που ευδοκιμούν σε ορισμένα μέρη κάνουν εξαιρετικά γλυκά κουταλιού με ιδιαίτερη γεύση. Θα αναφέρουμε ενδεικτικά το κουμ κουάτ της Κέρκυρας, το κίτρο της Νάξου, το φιρίκι στο Πήλιο ή το κάστανο στον Όλυμπο.

Παλιότερα υπήρχαν ειδικά ασημικά σκεύη για το γλυκό του κουταλιού, ασημένια μπωλ με τα κουταλάκια να κρέμονται τριγύρω τους, χαρακτηριστικά είδη της γαννιώτικης ασημουργίας.

Το τελετουργικό ήταν να πάρει ο καλεσμένος το πιατάκι του και να βάλει απο το μπωλ όση ποσότητα ήθελε…

Τι λέτε; Σας άνοιξα την όρεξη για ένα γλυκάκι;

 

 

Βυζαντινές συνταγές που μας θυμίζουν σύγχρονα πιάτα

Το φαγητό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον πολιτισμό ενός τόπου, αλλά και με την ιστορικό πολιτισμό του. Έτσι ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός και η γευστική του  ταυτότητα είναι κι αυτός στενά συνδεδεμένος με το Βυζάντιο. Αρκετές γεύσεις του Βυζαντίου μοιάζουν πολύ με γνωστά σύγχρονα ελληνικά πιάτα, αρκετά απο αυτά δε, τα συναντάμε και σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο με παραλλαγές. Θέλετε να δούμε κάποια απο αυτά; 
Βυζαντινές συνταγές που μας θυμίζουν σύγχρονα πιάτα:
Σφουγγάτο: Τρίβετε ένα κρεμμύδι, το τσιγαρίζετε, προσθέτετε μυρωδικά και τέλος τα αυγά. (μήπως μοιάζει με την σύγχρονη ομελέτα;)
Λοκάνικα:  Γεμίζετε νεύρα και έντερα με κρέας αρβελισμένον (κιμά) ή αίμα. Σερβίρετε με σάλτσα από κόκκους σινάπεως (μουστάρδα) και πιπέρι. Προαιρετικά συνοδεύετε με ψητά αγριοκρέμμυδα και σπαράγγια με ελαιόγαρο ή οξύγαρο. (μήπως σας θυμίζει τα λουκάνικα;)
Χοιρινομαγειρεία εμβαπτισμένη σε οξύ μελί: Ετοιμάζετε μαρινάτα από ξύδι και μέλι, όπου αφήνετε το χοιρινό για μερικές ώρες. Κατόπιν ψήνετε το κρέας σε πήλινο στο φούρνο μαζί με κολοκύθι ή λάχανο φρέσκο ή αλμαία κράμβη (λάχανο τουρσί).
Συκώτι: Αλείφετε ένα χοιρινό συκώτι με λάδι ή λίπος και το σιγοψήνετε στη σχάρα πασπαλίζοντας κατά διαστήματα με αλάτι και κορίανδρο. 
Όρνις μονθυλευτή: Διαλέγετε ένα τρυφερό κοτόπουλο. Το αφήνετε σε μαρινάτα από κρασί ή ξύδι με καρυκεύματα για λίγες ώρες και μετά το παραγεμίζετε με καρυκεύματα, ψίχα ψωμιού και αμύγδαλα. Το αφήνετε να σιγοβράσει σε κρασί. (κάτι σε κρασάτο κοτόπουλο θα το λέγαμε σήμερα…)
Πλοκούς γαλακτώδης ή φλεψία: Φτιάχνετε πολτό από τραχανά με νερό. Προσθέτετε κρόκους αυγού, βούτυρο και τρίμματα τυριού. Τυλίγετε το μείγμα σε φύλλα ζύμης και ψήνετε στο φούρνο. (ίσως τραχανόπιτα ή τραχανοτυρόπιτα…)
Διπλοτήγανον: Αλευρώνετε μικρά ψάρια και τα τηγανίζετε ώστε να γίνουν μία μάζα. Έπειτα γυρίστε το για να τηγανιστεί και η πάνω πλευρά. Σερβίρετε προαιρετικά με μυττωτόν (σκορδαλιά με πολτό ελιάς). (σήμερα θα το λέγαμε πχ μπακαλιάρο σκορδαλιά)
Φάβατα: Αλέθετε ξερά κουκιά, προσθέτετε νερό και ανακατεύετε μέχρι να γίνει χυλός, βράζετε και προσθέτετε λάδι. Προαιρετικά αρωματίζετε με μυρωδικά ή σερβίρετε με ολόσκορδον (τηγανιτά σκόρδα).(η γνωστή μας φάβα αλλα από κουκιά, όχι απο λαθούρι)
Ψάρια σε «λευκό ζωμό»: Βράζετε μεγάλα ψάρια, όπως συναγρίδα, σε ζωμό από νερό με αλάτι, λάδι, άνηθο και πράσο (ένα είδος ψαρόσουπας…) .
Αμανίται: Τηγανίζετε ή αχνίζετε μανιτάρια και τα σερβίρετε ζεστά, συνοδευμένα με αχλάδια ή πράσα και ραπανίδες.
Σουγλιταρέα: Τυλίγετε μαστούς χοίρων με έντερα και τα ψήνετε στη σούβλα. (μοιάζει με το σημερινό κοκορέτσι)
Κρασάτον λαγομαγείρεμα: Σιγοβράζετε ένα λαγό σε γλυκό κόκκινο κρασί με πιπέρι, γαρύφαλλο και νάρδο (βαλεριάνα). Προαιρετικά προσθέτετε λίγο χοιρινό κρέας ή λίπος. (θα μπορούσε να είναι το σημερινό κουνέλι κρασάτο)
Σευκλογούλια: Σερβίρετε βραστά παντζάρια με τυρί από γάλα βουβάλου (όπως η σύγχρονη μοτσαρέλα).
πηγη άρθρου: https://hamomilaki.blogspot.gr/2010/05/byzantine-recipes.html