Αρχείο κατηγορίας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ

Ο μύθος της Ατλαντίδας και η ιστορική αλήθεια πίσω του σε μια ταινία του BBC

Όλοι γνωρίζουμε λίγα πράγματα για το μύθο της Ατλαντίδας, της χώρας που αντιπροσώπευε τον κολοφώνα του πλούτο και της επιστημονικής εξέλιξης στην αρχαία Ελλάδα, η οποία έγινε γνωστή μέσα απο το έργο του Πλάτωνα και σύμφωνα με την καταγραφή αυτή, καταστράφηκε μέσα σε μια ημέρα και βυθίστηκε στα βάθη της θάλασσας.

Το BBC σε συνεργασία με διακεκριμένους επιστήμονες δημιούργησε δύο βίντεο με θέμα την Ατλαντίδα που επιχειρούν να εξιχνιάσουν την ιστορική αλήθεια πίσω απο τον μύθο. Συγκεκριμένα τα δυο βίντεο είναι η εξαιρετική τηλεταινία Ατλαντίδα – Το τέλος ενός κόσμου, η αρχή ενός θρύλου σε σκηνοθεσία Τόνι Μίτσελ που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια από το BBC.

Τα τελευταία χρόνια και σε συνδυασμό με τις ανακαλύψεις που έγιναν στις ανασκαφές στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης, ολοένα και περισσότεροι ιστορικοί συγκλίνουν στην άποψη οτι ο μύθος της Ατλαντίδας συνδέεται με την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας η οποία ενέπνευσε τον Πλάτωνα  να γράψει για την μυστική αυτή γη, πρίν 2400 χρόνια.

Δείτε το άρθρο και τα δύο βίντεο στον σύνδεσμο εδώ 

Επίσης δείτε και στο παρακάτω βίντεο τον ιστορικό Bettany Hughes  να αποκαλύπτει τις ιστορικές, γεωλογικές και γραπτές ενδείξεις που συγκλίνουν στην άποψη οτι η έκρηξη του ηφαιστείου ήταν η αφορμή για να δημιουργηθεί ο μύθος της Ατλαντίδας.

Δείτε το βίντεο εδώ

Advertisements

Βασιλοπιτα: ένα έθιμο με μεγάλη ιστορία!

Η αλλαγή του χρόνου συνοδεύεται πάντα με την κοπή μιας πίτας – ενός γλυκίσματος όπως συνηθίζεται σήμερα – γνωστού σε όλους ως Βασιλοπιτα. Και αλήθεια είναι οτι η Βασιλοπιτα είναι ένα έθιμο που κρατιέται πατροπαράδοτα απο γενιά σε γενιά και δεν νοείται πρωτοχρονιά δίχως την παρουσία της.

Ωστόσο λίγοι γνωρίζουν οτι οι ρίζες του εθίμου αυτού μας οδηγούν στην μακρινή αρχαία Ελλάδα. Οι αρχαίοι πρόγονοί μας συνήθιζαν σε μεγάλες αγροτικές γιορτές να προσφέρουν άρτους στους Θεούς. Τέτοιες γιορτές ήταν τα Θαλύσια, γιορτή του θερισμού προς τιμήν της Θεάς Δήμητρας όπου προσέφεραν την απαρχή των δημητριακών και έφτιαχναν τον «Θαλύσιο άρτο» και τα Θαργήλια, γιορτή του Απόλλωνα, οπότε έψηναν τον «θάργηλο» ή την «ευετηρία».

Αλλά κατεξοχήν προσφορά άρτου γινόταν στα Κρόνια, γιορτή που τελούνταν την νύχτα της εαρινης ισημερίας (21 Ιουνίου – 12η μέρα του μήνα Εκατομβαιώνος  σύμφωνα με το αρχαίο ημερολόγιο). Η γιορτή αυτή περιλάμβανε ευχαριστήριες θυσίες για το τέλος της συγκομιδής, και κάθε νοικοκυριό θα έπρεπε να προσφέρει ως θυσία στον Κρόνο, άρτο και φρούτα. Για να μνημονευθεί, μάλιστα, η εποχή του χρυσού αιώνα της βασιλείας του Κρόνου (προτού τον εκθρονίσει ο γιος του Ζευς), κατά την οποία μεταξύ των ανθρώπων επικρατούσαν ευδαιμονία και ελευθερία, επέτρεπαν στους δούλους να συμπεριφέρονται ως ελεύθεροι. Την ημέρα αυτή επίσης οι δούλοι θα έπρεπε να κάθονται στο ίδιο τραπέζι με το αφεντικό ως αποζημίωση για τον τόσο κόπο που έκαναν στην συγκομιδή της σοδειάς.

Τα Κρόνια (που κατά παραφθορά μπορούν να γίνουν και Χ-ρόνια) κατά τη ρωμαϊκή εποχή συνδέθηκαν με τον θεό Saturnus, τον αντίστοιχο Θεό του ρωμαϊκού πανθέου και εορτάζονταν στις 17 Δεκεμβρίου με παρόμοιο τρόπο. Η γιορτή αυτή περιλάμβανε δημόσια αργία, καθώς και διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων ή υπαίθριες αγορές. Είναι ενδιαφέρον οτι την ημέρα της γιορτής και για τις επόμενες τρείς ημερες αναστέλλονταν η απαγόρευση στα τυχερά παιχνίδια, τα οποία επιτρέπονταν ακόμα και για τους δούλους.

Κατά την 21η και την 22α Δεκεμβρίου γινόταν αγορά, στην οποία πωλούσαν αγαλματίδια που ονομάζονταν σιγιλάρια (sigillaria). Σύμφωνα με το έθιμο, οι εορτάζοντες έπρεπε να αγοράζουν τέτοια αγαλματάκια και να τα προσφέρουν στους γνωστούς και φίλους τους, ευχόμενοι «Bona Saturnalia». Οι πλούσιοι μοίραζαν στους φτωχούς γενναία χρηματικά βοηθήματα. Μεταξύ των δώρων ήταν και λαμπάδες, επειδή, όπως πίστευαν, το φως τους ενίσχυε το φως τού ηλίου, το οποίο ελαττωνόταν την εποχή αυτή.

Τις περισσότερες πληροφορίες για τις τελετές των Σατουρναλίων μνημονεύει ο Λατίνος συγγραφέας του 5ου μΧ αιώνα Μακρόβιος στο έργο του «Saturnalia». Τα Σατουρνάλια διατηρήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια των ρωμαϊκών αυτοκρατορικών χρόνων, μέχρι τον 5ο μ.Χ. αιώνα, οπότε καταργήθηκαν υπό την επίδραση του Χριστιανισμού. Ωστόσο, πολλά από τα έθιμά τους (ανταλλαγή δώρων, γλέντια, χαρτοπαιξία κ.ο.κ.) διατηρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς.

Για να πάμε τώρα στη Βασιλόπιτα. Η πίτα αυτή, που ανήκει στα αγροτικά ελληνικά έθιμα σχετίζεται με τον Μέγα Βασίλειο γι αυτό και φέρει το όνομά του. Η παράδοση λέει οτι στην πόλη Καισάρεια όπου ήταν επίσκοπος ο Μέγας Βασίλειος ένας σκληρός έπαρχος της Καισαρείας, επέβαλε βαρύτατους φόρους για να αγοραστούν πολεμικά εφόδια εκείνης της εποχής για την αυτοκρατορία ή για να εξαγοραστούν αιχμάλωτοι πολέμου.

Μη έχοντας οι κάτοικοι να πληρώσουν, κατέφυγαν στον επίσκοπό τους. Τότε ο Άγιος τους προέτρεψε να μαζέψουν όλα τα κοσμήματα των γυναικών τους και να τα βάλλουν σε ένα κιβώτιο.

Ύστερα από λίγες μέρες, ο Άγιος πήρε το κιβώτιο με τα κοσμήματα και πήγε στον έπαρχο για να τα παραδώσει. Ο έπαρχος όμως δεν τα πήρε, Η μία έκδοση λέει ότι ντράπηκε μπροστά στην αγιότητα και στην μεγάλη αυτή μορφή του Μεγάλου Βασιλείου, και η άλλη εκδοχή λέγει ότι δεν τα δέχτηκε επειδή εν τω μεταξύ είχαν απελευθερωθεί οι αιχμάλωτοι. Είτε το ένα ισχύει είτε το άλλο, πάντως τα κοσμήματα επεστράφησαν.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου ένας αχόρταγος στρατηγός – τύραννος της περιοχής, ζήτησε κάποια μέρα να του δοθούν όλοι οι θησαυροί της πόλης αλλιώς θα την πολιορκούσε για να τη λεηλατήσει.

Ο Μέγας Βασίλειος ολόκληρη τη νύχτα προσευχόταν να σώσει ο Θεός την πόλη. Ξημέρωσε η νέα μέρα και ο στρατηγός αποφασισμένος με το στρατό του περικύκλωσε αμέσως την Καισαρεία. Τότε ο Άγιος παρακάλεσε τους χριστιανούς να φέρουν απο τα σπίτια τους ότι χρυσαφικά είχαν για να γλιτώσουν την πόλη τους και ο κόσμος τα έφερε και τα μάζεψε σε ένα σωρό. Κάλεσε λοιπον ο Μέγας Βασίλειος το στρατηγό και του τα πρόσφερε.

Αλλά όμως εκεί που πήγε να βάλει χέρι ο αχόρταγος δυνάστης πάνω στα κοσμήματα του κόσμου, φάνηκε μια  λάμψη και αμέσως μετά ένας λαμπρός καβαλάρης όρμησε με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους δικούς του. Σε ελάχιστο χρόνο ο κακός στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος και στρατιώτες του οι άγγελοι.Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισαρείας.

Όπως και να έχει το πράγμα ο Μέγας Βασίλειος τελικά βρέθηκε σε δύσκολη θέση! Θα έπρεπε να δώσει πίσω τα χρυσαφικά στους κατοίκους της Καισάρειας και να πάρει ο καθένας ό,τι ήταν δικό του. Αλλά πώς θα ήξερε σε ποιόν ανήκε τι; Προσευχήθηκε λοιπόν και μετά κάλεσε τις γυναίκες να ζυμώσουν όλες από ένα ψωμάκι. Μέσα στον καθένα άρτο έβαζε και ένα χρυσαφικό. Όταν αυτά ετοιμάστηκαν, τα μοίρασε τυχαία, σαν ευλογία στους κατοίκους της πόλης της Καισαρείας. Η παράδοση λέει οτι κατά θαυμαστό τρόπο καθένας πήρε ο,τι πραγματικά του ανήκε.

Εις ανάμνηση της ιστορίας αυτής και σήμερα στην Βασιλόπιτα κρύβουμε ένα νόμισμα που θεωρείται γούρι και τύχη για αυτόν που θα το κερδίσει. Η λέξη «γούρι» θεωρείται πως προέρχεται από το λατινικό augurium (του ρήματος auguro = αυξάνω), που σημαίνει οιωνός ή και από τη τουρκική λέξη uğur. Γενικά το νόμισμα θεωρείται αντιβασκάνιο φυλαχτό και ιδίως αν είναι κωνσταντινάτο.

Παλιότερα στη Βόρεια Εύβοια μέσα στην Βασιλόπιτα έκρυβαν τρια κλαδάκια. Ένα απο αμπέλι, ένα απο στάχυ και ένα απο πουρνάρι. Σε όποιον τύχαινε το κλαδάκι αμπελιού έλεγαν θα γινόταν καλός αμπελουργός, αυτός με το στάχυ, καλός γεωργός, και εκείνος που θα πετύχαινε το πουρνάρι, καλός τσοπάνος.

Οι λαογράφοι συνδέουν επίσης τη βασιλόπιτα με τα «μελίπηκτα» τις αρχαίες προσφορές τόσο προς τους θεούς όσο και προς τους νεκρούς ή τους κακούς δαίμονες για την εξασφάλιση της υγείας και της καλής τύχης. Σε αυτή  τους την άποψη συνεπικουρεί ο τρόπος κοψίματος της Βασιλόπιτας απο τον πατέρα- αρχηγό της οικογένειας αφού πρώτα τη σταυρώσει με το μαχαίρι και ευχηθεί καλή χρονιά. Τα πρώτα κομμάτια είναι του Χριστού, της Παναγίας, του Αγίου Βασίλη, του σπιτιού (το πνεύματα της οικίας), του φτωχού, (των μαγαζιών, των κτημάτων και των ζώων αν υπάρχουν) και μετά ακολουθούν τα μέλη της οικογένειας με τη σειρά και οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι.

Σας εύχομαι καλή χρονιά με υγεία , χαρά και κάθε καλό!

Πηγες

https://www.sansimera.gr/articles/1029

https://www.youweekly.gr/article/weird/163823-i-istoria-tou-polipothitou-flouriou-sti-vasilopita

http://www.gorgopotamosvillage.gr/laografia/protoxronia/basilopita.htm

https://www.ekklisiaonline.gr/nea/agios-vasilios-1-ianouariou-i-zoi-to-ergo-tou-ke-i-vasilopita-tin-protochronia/

https://www.achaianews.gr/news/61-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1-2/32737-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B1-%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%82

Το παγκράτιον: Η μητέρα των πολεμικών τεχνών παγκοσμίως;

Όταν μιλάμε για πολεμική παιδεία στην αρχαία Ελλάδα, αναφερόμαστε στο Παγκράτιον. Η λέξη Παγκράτιον αποτελείται από τις λέξεις παν + κράτος .Ο γνώστης αυτής της Πολεμικής Τέχνης ήταν ο “τα πάντα κρατών”. Παγκρατιαστής ήταν δηλαδή αυτός που κυριαρχούσε,αυτός που είχε την εξουσία.

Σύμφωνα με αναφορές του αξιότιμου Κου Λάζαρου Σαββίδη , ο οποίος μεταξύ πολλών άλλων είναι και υπεύθυνος ιστορικής τεκμηρίωσης,η πρώτη αναφορά για το Παγκράτιον έγινε στα Ορφικά κείμενα μεταξύ 12.000 – 4.000πΧ!(στίχος 586)

” Αυτάρ Παγκράτιοιο δωκεν γέρας Ήρακληι,αργύρεον κρητηρα ως βραβειον δια το Παγκράτιον,κρατήρα αργυρούν πολυποίκιλον“.

Σύμφωνα με τον στίχο, δόθηκε λοιπόν στον Ηρακλή για τις επιδόσεις του στο Πακράτιον, ασημένιο βραβείο. Αυτή η αναφορά πιστοποιεί πως την περίοδο εκείνη το Παγκράτιον δεν υπήρχε απλά αλλά οι υψηλές επιδόσεις σε αυτό μπορούσαν να αξιολογηθούν με συγκεκριμένα κριτήρια και βραβεύονταν και με βραβείο χρηματικής αξίας.Ο ιστορικός αναλυτής λαμβάνει υπόψη πως ο Ορφεύς έζησε πριν τον Τρωικό πόλεμο ο οποίος χρονολογείται περί του 3000πΧ. άρα το κείμενο θεωρείται αρχαιότερο.

Βάσει αυτών των αναφορών, το Παγκράτιον είναι η αρχαιότερη πολεμική Τέχνη που έχει καταγραφεί επιστημονικά.Είναι άραγε η μητέρα Πολεμική Τέχνη όλων;

Ας ρίξουμε μια ματιά στα παρακάτω και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματα του.

Το Παγκράτιον εισήχθη στους Ολυμπιακούς αγώνες το 648πΧ στην 33η Ολυμπιάδα, και το Παγκράτιον Παίδων το 200πΧ στην 145η Ολυμπιάδα . Υπάρχουν ερωτηματικά για τον λόγο που οι Ηλιείς άργησαν να το συμπεριλάβουν καθώς σε άλλες αθλητικές διοργανώσεις ανά την Ελλάδα,φαίνεται να είναι εισηγμένο νωρίτερα.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, το παγκράτιο αποδίδεται στον ήρωα Θησέα, ο οποίος συνδύασε την πάλη και την πυγμαχία για να εξοντώσει το Μινώταυρο ή στο θεό Ερμή. Θεωρούνταν το πλέον ενδιαφέρον και επικίνδυνο αγώνισμα, αφού συνδύαζε όλα τα χτυπήματα της πυγμαχίας και τις λαβές της πάλης σε ένα θέαμα γρήγορων φάσεων και συχνών πτώσεων. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι το παγκράτιο ήταν μια εξαιρετική άσκηση για την προγύμναση των πολεμιστών.

Η εκστρατεία του Μέγα Αλεξάνδρου είχε ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων και το Παγκράτιον να διαδοθεί σε όλη την Ανατολή (εκστρατεία στην Ινδία – 326πΧ). Υπάρχουν αναφορές πως οι Μακεδόνες μετέφεραν μαζί τους τεράστιες Τέντες για την εξάσκηση στο Παγκράτιον.

Περίπου 1000 χρόνια αργότερα το άθλημα αυτό φαίνεται πως έχει αφομοιωθεί και στην πορεία αντιγραφεί από τους Ινδούς και μέσω ενός Βουδιστή Μοναχού με το όνομα Μποντιτάρμα, ο οποίος ταξίδεψε από την Ινδία στην Κίνα, φαίνεται να έχει διαδοθεί στην περιοχή του μοναστηριού Σαολίν ή οποία και ονομάστηκε Γιουνάν , που σημαίνει Ιωνία.

Στο βιβλίο του N,Gardiner ” Athletics of the ancient world” Oxford Univ.Press NY στην σελίδα 16 αναφέρεται πως το jiu jitsu διδάχτηκε στους Ιάπωνες από τους Κινέζους πολεμιστές.Το άθλημα αυτό φαίνεται να είναι σήμερα αυτο που πλησιάζει περισσότερο σε τεχνική το Παγκράτιον. Στην σελίδα 14 αναφέρεται πως οι Κινέζοι πυγμάχοι μοιάζουν πολύ με τους Έλληνες Παγκρατιαστές. Οι ομοιότητες των Κινέζων με τους Αρχαίους Έλληνες ξεφεύγουν από τις πολεμικές Τέχνες και αγγίζουν ακόμη κι ένα Κινέζικο άθλημα με μπάλα, το οποίο σύμφωνα με τον συγγραφέα έχει μεγάλες ομοιότητες με το Αρχαίο Ελληνικό άθλημα Επίσκυρος. Υπάρχει δηλαδή μια γενικότερη ταύτιση σε αθλητικά θέματα.

Σύμφωνα με τον Oyama Masutatsu, κάποια χρόνια αργότερα (6ος αιώνας μΧ ),άρχισε η διάδοση κάποιας πολεμικής τέχνης με περιορισμένο αριθμό ασκήσεων και τεχνικών Πάλης,στην Κίνα στο μοναστήρι Σαολίν. Στην Ελλάδα όμως το Παγκράτιο, πολύ πριν την περίοδο του Βούδα (500πΧ) ήταν ήδη Ολυμπιακό Άθλημα. Η αρχαιότερη απόδειξη χρήσης της πολεμικής Τέχνης από τους μοναχούς Σαολίν, είναι το 728 μ.Χ, που αφορά δύο περιπτώσεις: υπεράσπισης της Μονής Σαολίν από ληστές περίπου το 610 μ.Χ. , και στη συνέχεια το ρόλο τους στην ήττα του Wang Shichong στη Μάχη της Hulao στο 621 μ.Χ.

To Παγκράτιον ήταν μια τέχνη την οποία και διδάσκονταν όλοι οι Αρχαίοι Έλληνες με σκοπό να μπορούν να νικούν τους εχθρούς τους αλλά και να επιβιώνουν σε συμπλοκές με άγρια ζώα (πχ Ηρακλής και λιοντάρι της Νεμέας αλλά και στη μάχη του Μαραθώνα οι Αθηναίοι, καθώς και στις Θερμοπύλες οι Λακεδαιμόνιοι όταν έσπασαν τα ξίφη και τα δόρατά τους. χρησιμοποιήσαν την τέχνη του παγκρατίου ~ ¨κλασθέντων αυτοίς ξιφών τε και δοράτων πολλά ταις χερσί γυμναίς έπραξαν,οπόσα δε εστίν εν αγωνία προτετίμηται πάντων το Παγκράτιον¨ ).

Το Παγκράτιο ήταν ένα άθλημα του οποίου η σπουδή διαρκούσε όλη μέρα. Από το πρωί μέχρι την Δύση του ηλίου οι αθλητές χωρισμένοι σε ζευγάρια προσπαθούσαν ο ένας να υπερνικήσει τον άλλο κάτω από το άγρυπνο μάτι του ανθρώπου που τους προπονούσε.

Λεπτομέρεια από σκηνή παγκρατίου πάνω σε Αττικό ερυθρόμορφο κύλικα, αγγείο του 490-80 π.Χ. Ο παγκρατιαστής στα δεξιά προσπαθεί να βγάλει τα μάτια του αντιπάλου του. Ο διαιτητής είναι έτοιμος να τον χτυπήσει για αυτό το φάουλ

Λέγεται πως οι Σπαρτιάτες εξασκούνταν στο Παγκράτιο, σε έναν χώρο στον οποίο είχε κανείς πρόσβαση μόνο μέσω γεφυρών, τις οποίες έριχναν μόλις οι αθλητές τις διάβαιναν και σήκωναν εκ νέου λίγο πριν πέσει το σκοτάδι. Με τον τρόπο αυτό κανένας αθλητής δεν μπορούσε να αποφύγει το σύνολο της προπόνησης ή να τα παρατήσει. Γι αυτό και οι αθλητές μπορούσαν να μετατραπούν σε σκληρούς πολεμιστές όταν αυτό ήταν το ζητούμενο, οι οποίοι θα πολεμούσαν όλη μέρα ασταμάτητα ανεξάρτητα με το μέγεθος και τον εξοπλισμό του εχθρού.

Το Παγκράτιον ήταν ένα βίαιο άθλημα καθώς ο λόγος που δημιουργήθηκε αφορούσε το πεδίο της μάχης.Ουσιαστικά οι κανόνες που υπήρχαν κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες απαγόρευαν στους αθλητές να βγάλουν ο ένας τα μάτια του άλλου, τα χτυπήματα στα γεννητικά όργανα και τα δαγκώματα. Τα όρια αυτά ήταν και ο λόγος που οι Σπαρτιάτες δεν λάμβαναν μέρος στους αγώνες, καθώς θεωρούσαν ότι θα γινόντουσαν πιο μαλθακοί κάτι που θα τους επηρέαζε στο πεδίο της μάχης.

Οι Παγκρατιαστές έπρεπε να ακολουθούν κανόνες σωστής συμπεριφοράς αλλά και να συμμερίζονται τους νόμους του Παγκρατίου.Ξεκάθαρα μπορούμε να δούμε πως το Παγκράτιον δεν αφορούσε μόνο την σωματική εκγύμναση αλλά και το χτίσιμο υγιούς χαρακτήρα.

Οι αρχές του Παγκράτιου ήταν οι εξής :

Μην σκοτώσεις συνάνθρωπο σου ( ευγενές άθλημα )

Να είσαι σεμνός και αγνός

Να είσαι εγκρατής

Να λες πάντα την αλήθεια

Να σέβεσαι όλα τα δημιουργήματα

Να είσαι δίκαιος προς όλους

Να είσαι φιλόξενους προς τους ξένους

Ο αθλούμενος εκτός των παραπάνω , έπρεπε να αναζητά :

την Ευγένεια

την Μετριοφροσύνη

τον σεβασμό

την τιμιότητα

μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να επιτύχει:

την Αρμονία

την Ισορροπία

την Δικαιοσύνη

την ισότητα

το Μέτρο

Κατά το Φιλόστρατο, ο τέλειος παγκρατιαστής είχε σωματική διάπλαση τέτοια ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ο καλύτερος παλαιστής μεταξύ των πυγμάχων και ο καλύτερος πυγμάχος μεταξύ των παλαιστών.

Κορυφαίοι παγκρατιαστές ήταν ο Λύγδαμης από τις Συρακούσες, ο Δωριέας -γιος του διάσημου πυγμάχου Διαγόρα- από τη Ρόδο, ο Σώστρατος από τη Σικυώνα, ο Θεαγένης από τη Θάσο και ο Πολυδάμας από τη Σκοτούσσα.

πηγη του άρθρου1 

πηγη2 

 

Γυναίκες με τατουάζ στην αρχαία ελληνική αγγειογραφία

Οι Γυναίκες της Θράκης (Θράσσες) με τα τατουάζ στο σώμα, ήταν ένα από τα αγαπημένα θέματα της αττικής αγγειογραφίας. Σε αυτή την ανάρτηση θα δούμε περισσότερα για τη θεματολογία αυτή των απεικονίσεων ώστε να εντρυφήσουμε περισσότερο σε αυτή την αρχαία τέχνη αλλά και τη συνήθεια της δερματοστιξίας στην αρχαία Θράκη μέσα απο την εργασία των κ. Αμαλίας Αβραμίδου και Δέσποινας Τσιαφάκη.
ancient Greek vase 5th century BC
«Οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι οι γυναίκες της Θράκης ήταν φημισμένες τροφοί (παραμάνες) και καθώς είναι γνωστό ότι οι Θράκες συνήθιζαν να πουλούν τα παιδιά τους ως δούλους, δεν είναι παράξενο το ότι Θράσσες βρίσκονταν εγκατεστημένες στην Αθήνα κατά την κλασική εποχή. Κάποιες από αυτές θα μπορούσαν να είχαν έρθει ακόμη και την εποχή του Πεισίστρατου, μια που θεωρείται πιθανόν ότι κατά την επιστροφή του από τη Θράκη έφερε μαζί του και ανθρώπους για να δουλέψουν στα μεταλλεία, λόγω της εμπειρίας τους από τα ορυχεία της πατρίδας τους. Από επιγραφές είναι γνωστό ότι γυναίκες της Θράκης πωλούνταν ως δούλες αυτήν την εποχή στην Αθήνα και σύμφωνα με τον Αριστοφάνη (Θεσμοφοριάζουσες, 280), η τροφός του Ευρυπίδη ήταν Θράσσα. Τόσο η παρουσία τους στην ίδια την Αθήνα όσο και η γενικότερη εξοικείωση με τη Θράκη στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια, είχαν ως φυσικό αποτέλεσμα και την εμφάνισή τους στην τέχνη.
Η απεικόνιση των γυναικών της Θράκης στην αττική αγγειογραφία φαίνεται να ξεκινά κυρίως στον 5ο αι. π.Χ. Αυτό βέβαια οφείλεται στον τρόπο αναγνώρισής τους, ο οποίος δεν σχετίζεται με την ενδυμασία τους, όπως συμβαίνει με τους άνδρες, αλλά κυρίως με τα τατουάζ που φέρουν στα γυμνά μέρη του σώματός τους. Σε κάποιες περιπτώσεις βέβαια μπορεί να φορούν ζείρα ή εμβάδες, αλλά αυτό δεν αποτελεί τον κανόνα. Μεμονωμένα παραδείγματα επίσης, δηλώνουν την καταγωγή τους μέσα από το ανοιχτόχρωμο των μαλλιών τους που οι αγγειογράφοι αποδίδουν με αραιό πηλό, καθώς σύμφωνα με τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο (απ.16) οι Θράκες είχαν κόκκινα μαλλιά.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Θρακών θεωρούσαν στην αρχαιότητα τη στίξη του σώματος, η οποία αποτελούσε για τους Θράκες γνώρισμα ευγενικής καταγωγής, σε αντίθεση με τους Έλληνες που το θεωρούσαν δείγμα βαρβαρότητας ή σκλαβιάς. Για τις γυναίκες ωστόσο της Θράκης, ήταν σύμφωνα με τον Πλούταρχο η τιμωρία που τους επέβαλαν οι άνδρες τους για τον φόνο του μουσικού Ορφέα. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι οι αγγειογράφοι που απεικόνιζαν Θράσσες στον 5ο αι. π.Χ., γνώριζαν την εκδοχή αυτή,
καθώς τις απεικονίζουν με τατουάζ και πριν να σκοτώσουν τον μουσικό. Αντίθετα, τα αττικά αγγεία δεν σώζουν άνδρες της Θράκης με στίξη στο σώμα τους, αλλά χρησιμοποιούν κυρίως την τοπική ενδυμασία τους για να τους αποδώσουν. Μια άλλη παραλλαγή για τη χρήση του τατουάζ από τις Θράσσες αναφέρει ότι τους επιβλήθηκε ως τιμωρία από τις γυναίκες της Σκυθίας, όταν οι Σκύθες νίκησαν σε πόλεμο τους Θράκες.
Μέσα από τις απεικονίσεις τους στα αττικά αγγεία, τα τατουάζ των Θρασσών μπορούσαν να καλύπτουν όλα τα γυμνά μέρη του σώματός τους, όπως τα πόδια, τα χέρια, τον λαιμό ακόμη και το πρόσωπο. Όσον αφορά στο είδος τους, αυτό μπορούσε να έχει είτε το σχήμα ζώου (ελάφι, φίδι) ή να πρόκειται για κάποιο γεωμετρικό ή και αφηρημένο μοτίβο. Έτσι θα μπορούσε να είναι απλές γραμμές, οριζόντιες, κάθετες, διαγώνιες,μεμονωμένες ή σε διάφορους συνδυασμούς. Ενάλληλες γωνίες, ζικ-ζακ, αλλά και ροζέττες, στιγμές ή σπείρες, αποτελούν επίσης συχνά μοτίβα.
These are the most common Ancient Thracian female tattoo images found on archaeological artifacts in Bulgaria
Η αττική αγγειογραφία διακρίνει τις Θράσσες σε δύο κατηγορίες: α) στις άγριες ελεύθερες γυναίκες που μάλλον ζούσαν στην πατρίδα τους και β) στις αφοσιωμένες δούλες που ήταν κατά πάσα πιθανότητα εγκατεστημένες στην Αθήνα. Η πρώτη κατηγορία αφορά σε Θράσσες οι οποίες συμμετέχουν αποκλειστικά σε μυθολογικά επεισόδια και κυρίως στον μύθο του Ορφέα. Στη δεύτερη κατηγορία οι γυναίκες της Θράκης εμφανίζονται κατά κανόνα σε σκηνές του καθημερινού αθηναϊκού βίου, χωρίς όμως να λείπουν και από μυθολογικές παραστάσεις.
Ο θάνατος του Ορφέα από τις γυναίκες της Θράκης αποτελεί αγαπητό θέμα των αγγειογράφων και στο επεισόδιο αυτό οι Θράσσες έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Σύμφωνα με τον μύθο, οι Θράσσες σκότωσαν τον Ορφέα από ζήλεια γιατί με τη μουσική του απομάκρυνε τους άνδρες τους από κοντά τους. Οι Θράσσες στη σκηνή αυτήν παρουσιάζονται ιδιαίτερα δυναμικές και κατά κανόνα άγριες και διαφορετικές από τις Αθηναίες.
. Red-figure column-krater, Pan Painter, ca. 470 BCE, Staatliche Antikensammlungen und Glyptothek 2378, Munich. ©Staatliche Antikensammlungen und Glyptothek Munchen; photograph by Renate Kuhling
Έχουν συχνά τατουάζ και αχτένιστα μαλλιά και κρατούν διάφορα όπλα όπως σπαθί, μαχαίρι, διπλό πέλεκυ, οβελία, ή δόρυ. Επιτίθενται με μανία στον Ορφέα.
Η εικόνα αυτή ωστόσο, φαίνεται να χαρακτηρίζει τις παλιότερες παραστάσεις του 5ου αι. π.Χ., ενώ στη συνέχεια, οι Θράσσες αποκτούν μια πιο ήρεμη εμφάνιση που αν δεν υπήρχαν τα τατουάζ ή ο Ορφέας, δεν θα ξεχώριζαν από μια Αθηναία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια κύλικα λευκού βάθους, από την Ακρόπολη των Αθηνών που απεικονίζει τον θάνατο του Ορφέα. Η σκηνή απλώνεται στο εσωτερικό (tondo) του αγγείου και η μνημειακότητα στην απόδοσή της παραπέμπει σε πρότυπα της Μεγάλης Ζωγραφικής. Παρ’όλο που η πρώτη ματιά μπορεί να παραπλανήσει τον θεατή και να θεωρήσει ότι πρόκειται για μια ήρεμη σκηνή ενός άνδρα και μιας γυναίκας, το προσεκτικότερο κοίταγμα δείχνει ότι είναι ο φόνος του Ορφέα από μια Θράσσα. Στην περίπτωση όμως αυτή, παρ’ όλο που η γυναίκα έχει τατουάζ στα χέρια της (ελάφι και ένα μοτίβο με διαγώνιες γραμμές), η Θράσσα απεικονίζεται με φροντισμένα μακριά μαλλιά και κοσμήματα, χωρίς να θυμίζει σε τίποτε τις άγριες συντοπίτισσές της σε άλλες παραστάσεις.
Αμαζόνα ή Θράσσα
Σε αντίθεση όμως με την αγριότητα που δείχνουν συνήθως οι Θράσσες όταν απεικονίζονται στον μύθο του Ορφέα, ως δούλες εμφανίζονται ήρεμες και αξιοπρεπείς. Στην περίπτωση αυτή η παρουσία τους σε μυθολογικά επεισόδια είναι περιορισμένη και η πιο ενδιαφέρουσα ίσως είναι η Γεροψώ, όπως την ονομάζει επιγραφή στο αγγείο που εικονίζεται. Η Γεροψώ η οποία αναγνωρίζεται ως Θράσσα από τα τατουάζ που φέρει στο σώμα της, αποδίδει την πιο γνωστή ιδιότητα που είχαν οι γυναίκες της Θράκης, αυτή της τροφού.
Η Γεροψώ, η Θράσσα τροφός του Ηρακλη με το χαρακτηριστικό τατουάζ στο αντιβράχιο και το λαιμό από τον αγγειογράφο Πιστόξενο Red-igure skyphos, Pistoxenos Painter, ca. 480 BCE, Staatliches Museum KG 708, Schwerin. ©bpk, Berlin/Staatliches Museum, Schwerin/Hugo Maertens/Art Resource, NY. πηγη
Η ηλικιωμένη γυναίκα ως καλή παραμάνα, συνοδεύει τον Ηρακλή στο μάθημα μουσικής, κρατώντας στο ένα χέρι το μπαστούνι της και στο άλλο τη λύρα του ήρωα. Πιο συχνές είναι οι απεικονίσεις των γυναικών της Θράκης σε σκηνές του καθημερινού βίου, στον οποίο μετέχουν ως δούλες. Συναντιούνται για παράδειγμα, σε παραστάσεις που εικονίζουν γυναίκες να παίρνουν νερό από κρήνες, κρατώντας υδρίες, ένα αγαπητό θέμα της αττικής αγγειογραφίας. Η αναγνώρισή τους ως δούλες γίνεται κυρίως από τα κοντά μαλλιά τους, ενώ η σύνδεσή τους με τη Θράκη οφείλεται στα τατουάζ που φέρουν στο σώμα τους.
Μια ιδιαίτερη κατηγορία παραστάσεων του αθηναϊκού ιδιωτικού βίου που μετέχουν και οι Θράσσες δούλες, είναι αυτή που σχετίζεται με τον θάνατο και την ταφή. Σύμφωνα με το τυπικό της αρχαίας ελληνικής κηδείας, απαραίτητες ήταν η πρόθεση (εναπόθεση στη νεκρική κλίνη και ο θρήνος των οικείων) και η εκφορά (μεταφορά από την οικία στον τόπο ταφής) του νεκρού. Η σκηνή της πρόθεσης που αφορά στην περιποίηση του νεκρού και τα μοιρολόγια από συγγενείς και φίλους, είναι συχνή στα αττικά αγγεία και ένα από τα σχήματα που συναντάται είναι η λουτροφόρος. Σε κάποιες από τις σκηνές αυτές συμμετέχουν στον θρήνο για τον νεκρό και Θράσσες δούλες. Ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί μια τέτοια λουτροφόρος που παρουσιάζει μια δούλη να φροντίζει το σώμα της κυρίας της, της οποίας ίσως να ήταν η τροφός. Η καταγωγή της δούλης από τη Θράκη υποδηλώνεται από τα τατουάζ στο πρόσωπό της και τα κοκκινόχρωμα μαλλιά της που αποδίδονται με αραιωμένο πηλό. Πρόκειται δηλ. για μια Πυραίχμη, Πύρρα ή Πυραλλίδα, ονόματα που ανταποκρίνονται σ’ αυτό της το γνώρισμα. Ενδιαφέρον είναι ότι στην άλλη πλευρά του ίδιου αγγείου παριστάνονται επίσης Θράκες, αλλά αυτή τη φορά άνδρες έφιπποι με θρακική ενδυμασία.
Μέσα από τις παραστάσεις των αγγείων αποδίδονται οι γυναίκες της Θράκης έτσι όπως τις έβλεπαν οι Αθηναίοι της κλασικής εποχής. Η ενασχόλησή τους είτε με τις οικιακές ασχολίες είτε ως τροφοί ή ως θρηνωδοί, δείχνει ότι είχαν ενταχθεί στις αθηναϊκές οικογένειες και παρείχαν τις υπηρεσίες τους σ’ αυτές ως πιστά και αφοσιωμένα μέλη»
Thracian woman with axe; deer tattoo on her right shoulder, “ladder” tattoo on left wrist. White-ground cup, Pistoxenos Painter, ca. 460 BC, Athens National Archaeological Museum Inv. no. Akr. 439. Drawing after Harrison 1888, pl. 6

Το πλύσιμο των ρούχων στην Αρχαία Ελλάδα

Πολλές φορές όταν μιλάμε για την αρχαία Ελλάδα αναρωτιόμαστε για τα απλά θέματα της καθημερινότητας. Ένα απο αυτά είναι και το πλύσιμο των ρούχων. Σήμερα αντλούμε πληροφορίες απο τον ιστότοπο http://www.antikleidi.com και το βιβλίο «Η μόδα στην Αρχαία Ελλάδα» της Αναστασίας Πεκρίδου – Γκορέσκιν , εκδ. Παπαδήμα,  και τις μοιραζόμαστε μαζί σας.

» Πλύσιμο (στο σπίτι, στο ποτάμι ή στη θάλασσα)

Στα πολλαπλά καθήκοντα της γυναίκας ανήκε το πλύσιμο και η περιποίηση των  ενδυμάτων.Το πλύσιμο γινόταν κατά το δυνατόν στη θάλασσα ή σε ένα κοντινό ποτάμι, όπου γι’ αυτό το σκοπό φτιαγμένα ειδικά βαθουλώματα ή φυσικές εγκαταστάσεις αντικαθιστούσαν τη συνηθισμένη στο σπίτι σκάφη μπουγάδας. την οποία αναγνωρίζουμε στις εικόνες των αγγείων.

Είναι σχετικά σπάνιες οι παραστάσεις γυναικών κατά το πλύσιμο των ρούχων, που μας έχουν παραδοθεί. Μια από τις λίγες παραστάσεις που διασώθηκαν, προέρχεται από το χέρι του γνωστού ζωγράφου Πάνα και βρίσκεται επάνω σε μια ερυθρόμορφη πελίκη. Διασώθηκε η στιγμή κατά την οποία δυο νεαρές γυναίκες σκύβουν επάνω από ένα μεγάλο πλυστικό δοχείο. Η γυναίκα, που μπορεί να αναγνωρισθεί ως αφέντρα, έχει τυλίξει το χιτώνα της σαν ποδιά γύρω από το κάτω μέρος του σώματός της και το έχει κουμπώσει μπροστά από την κοιλιά της, για να έχει περισσότερη ελευθερία κινήσεων. Τι κρατάει πάνω από το άνοιγμα του δοχείου δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί. Απέναντι της στέκεται ένα κορίτσι, που από τα κοντά του μαλλιά μπορεί να αναγνωρισθεί ως υπηρέτρια, και κρατάει το ρούχο που πρόκειται να καθαρισθεί. Το ρούχο αυτό βάσει της χαρακτηριστικής του μορφής μπορεί να αναγνωρισθεί σαφώς ως κεφαλομάντηλο.

Απορρυπαντικά μέσα

Σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη, έναν Έλληνα γιατρό από το δεύτερο ήμισυ του 1ου αι. μ. X., για το πλύσιμο των ενδυμάτων και υφασμάτων χρησιμοποιούσαν το σαπουνόχορτο. Από το φυτό, που ανήκει στην οικογένεια των γαριφαλοειδών, επεξεργάζονταν τη σαπωνούχο ρίζα (σαπουνόριζα). Αντίθετα, οι Ρωμαίοι ως απορρυπαντικό μέσο γνώριζαν τα ούρα. Τα απεκκρίματα, που συλλέγονταν σε κάδους, τότε μόνον ήταν έτοιμα για χρήση, όταν αφήνονταν να υποστούν ένα είδος ζύμωσης. Τότε σχηματιζόταν αμμωνιακό άλας, το οποίο έχει καθαρτική επίδραση, που αυξανόταν με την προσθήκη σ’ αυτό λίπους, με το οποίο προέκυπτε σαπούνι. Επίσης η ακατέργαστη ποτάσα και η σόδα είχαν καθαρτική δύναμη.

Η χρήση της στάχτης από ξύλα δεν απαιτούσε μεγάλο κόπο. Περιχυμένη με καυτό νερό σχημάτιζε ένα αφέψημα, την αλισίβα, μέσα στην οποία έβαζαν τα ρούχα και τα έβραζαν. Αυτή η απλή μέθοδος αποδείχτηκε πολύ πρακτική και διατηρήθηκε μέχρι την εποχή μας, όπως δείχνουν παραδείγματα όχι μόνον από τη σύγχρονη Ελλάδα.

Το πιο γνωστό ίσως παράδειγμα μεγάλης πλύσης (“πλύνειν”) βρίσκεται στην Οδύσσεια, όταν η Ναυσικά, η θυγατέρα του βασιλιά των Φαιάκων, μαζί με τις φίλες της πηγαίνει στη θάλασσα για να πλύνει. “Η μεγάλη πλύση γίνεται κατά αραιότερα διαστήματα. Οπωσδήποτε γι’ αυτήν χρειαζόταν μια ολόκληρη ημέρα, που άρχιζε από το πρωί. Τα ρούχα ρίχνονταν στο πλυσταριό κομμάτι κομμάτι. Η φυσική δύναμη του νερού, που συνέχεια ανανεωνόταν. υποστηριζόταν και. από την ανθρώπινη δύναμη: Τα κορίτσια κατέβαιναν στο λάκκο του πλυσταριού (όπου έκαναν κι ένα διασκεδαστικό αγώνα) ποδοπατώντας τα ρούχα. Απορρυπαντικό μέσο δε χρησιμοποιούσαν Όταν καθάριζαν τα κομμάτια των ρούχων με την κίνηση του νερού, που σταθερά τα ξέπλυνε, και με το κοπάνισμα και το τρίψιμο από τα πόδια των κοριτσιών, για να στεγνώσουν απλώνονταν σε σειρά επάνω στα βότσαλα της παραλίας. Ο χρόνος που χρειάζονταν τα ρούχα εκεί στον ήλιο, για να στεγνώσουν. έφτανε στις πλύστρες για λουτρό, για γεύμα και παιγνίδι. Έπειτα ακολουθούσε το μάζεμα των ρούχων. Μετά την επιστροφή τα ρούχα μεταφέρονταν αμέσως στο σπίτι” .

Πηγές: http://antikleidi.com/2015/12/28/ancient-greece-clothe/

http://www.travelstyle.gr/tropoii-kathariothtas-arxaiwn-ellhnwn/

 

Η ζωή των αρχαίων Ελληνίδων

Πολλά μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού έχουν κάνει υπέροχες δουλειές σχετικά με την αποτύπωση της ζωής των αρχαίων προγόνων μας.  Σήμερα θα σας παραθέσουμε ένα αρχείο διαφανειών που μας ξεναγεί στην ζωή των αρχαίων Ελληνίδων και στις δραστηριότητες της καθημερινής τους ζωής μέσα απο τα αγγεία και τα αγαλματίδια της συλλογής του Μουσείου. Το μάθημα απευθύνεται σε παιδιά 7-11 ετών και ειναι στην αγγλική γλώσσα.

greek-woman-ring
γυναίκα εμπρός σε βωμό, σφραγιδόλιθος δαχτυλιδιού 350 πΧ Φώκαια

Κατεβάστε το αρχείο Power point από τη σελίδα του Βρετανικού Μουσείου

Πατήστε εδώ

Αιώρα: παιχνίδι ή υπόλειμμα της Διονυσιακής λατρείας;

Η Κούνια ή Αιώρα όπως ονομάζεται σωστότερα, είναι ταυτισμένη με την ευχάριστη παιδική ηλικία. Το παιχνίδι αιώρα κατασκευάζεται με μονό ή πολλαπλό σχοινί που το κρεμάμε από γερό κλαδί δέντρου ή κάποια οριζόντια δοκό, είτε απο το ύπερθυρο της πόρτας είτε απο αλλού, όπου είναι δυνατό, δίνοντας του το σχήμα ενός U. Αυτός ή αυτή που αιωρείται κρατά με τα χέρια του τα δύο κάθετα σχοινιά και με σχετικές ωθήσεις των ποδιών και του σώματος του επιτυγχάνει να το κάνει να διαγράψει ημικυκλική τροχιά. Άν το παιχνίδι παίζεται από δυό ή τρία παιδιά, το ένα αιωρείται, ενώ τα άλλα του δίνουν τις σχετικές ωθήσεις από την πίσω πλευρά. Η ταχύτητα και το μέγεθος της τροχιάς της αιώρας πρέπει να ελέγχεται αφού είναι πολύ εύκολο να μετατραπεί σε οδυνηρό ατύχημα. Συνήθως, στο σημείο όπου κάθεται το παιδί τοποθετείται γύρω-γύρω από το σχοινί ένα παχύ ύφασμα ώς πρόχειρη μορφή καθίσματος.Όμως, ποτέ δεν έχουμε σκεφτεί, και πως να το σκεφτεί κανείς εάν δεν το γνωρίζει, η Αιώρα είναι ένα πανάρχαιο Ελληνικό παιχνίδι, με βαθιές ρίζες στο συμβολισμό και τη μυθολογία, η τελετουργία του οποίου συνδέεται με τη λατρεία του Διονύσου και τη μαγεία. Και ακόμη, ότι η αιώρηση, το κούνημα, έχει αποτροπαϊκό χαρακτήρα.

Πολύ πίσω στην προϊστορία, όταν οι ανθρώποι δεν διέθεταν τη γνώση που διαθέτουμε σήμερα, οι ενέργειες τους καλύπτονταν πάντοτε από συμβολισμούς και δεισιδαιμονίες που σήμερα μας φαίνονται είτε αφελείς είτε παράδοξες. Και είναι λογικό να μας φαίνονται παράδοξα τα παλαιά δρώμενα, αλλά νομίζω ότι όλα όσα συνέβαιναν κάθε άλλο παρά αφελή ήταν, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη οι άνθρωποι ήσαν αμεσότερα συνδεδεμένοι με το περιβάλλον και τη φύση. Αυτή η αμεσότητα αντανακλάται στο παιχνίδι της Αιώρας, το οποίο στην πρωταρχική του μορφή κάθε άλλο παρά παιχνίδι ηταν. Ένα στοιχείο χαρακτηριστικό της πολυπλοκότητας του παιχνιδιού είναι και οι πολλές ονομασίες του που υποδεικνύουν αφενός την προέλευση του απο το μύθο και το συμβολισμό, αφετέρου τη διαχρονικότητα του. Στην αρχαιότητα το συναντάμε με τις ονομασίες αιώρα, σειρά, εύδειπνος, αλήτις, σφενδόνη, πέταυρον, αιώρα ή βραχίονος αιώρα κρεμάστρα, ενώ σήμερα το γνωρίζουμε ώς κούνια.
Σύμφωνα με τον αγροτικό χαρακτήρα ολόκληρης της γιορτής, η συγκεκριμένη τελετή έπρεπε να έχει σχέση με τις προσδοκίες που ο καλλιεργητής εξέφραζε με αυτή την ευκαιρία να έχει μιά καλή χρονιά με πλούσια σοδειά. Το δέντρο, κατά τις πεποιθήσεις των αρχαίων, ήταν το κυρίως σύμβολο κάθε ευφορίας και γενικά της πηγής της ζωής. Είναι λοιπόν πιθανόν πως οι Ελληνικές αιώρες, όπως επίσης, αναφέρεται και για την oscilla των Ρωμαίων, συνδεόταν με αυτή την πίστη, που τους απέδιδε γονιμοποιητική ικανότητα. Ένα γεγονός που ενισχύει αυτή την παρατήρηση είναι ότι η γιορτή τελείωνε με ένα πλούσιο γεύμα που διανεμόταν κυρίως στους φτωχούς και ονομαζόταν Εύδειπνο. Μιά ανάλογη γιορτή γινόταν στους Δελφούς και ονομαζόταν Χαρίλα.
Ο μύθος που αφορά την εμφάνιση της αιώρας, στον Ελληνικό χώρο σχετίζεται άμεσα με την εμφάνιση της αμπελουργίας και τη λατρεία του θεού Διόνυσου, και το όλο ιστορικό είναι ένας τραγικός μύθος.

Σύμφωνα με αυτόν, ο αρχαίος ήρωας του Αττικού Δήμου της Ικαρίας, ονομαζόμενος Ικάριος, φιλοξένησε κάποιο βράδυ χωρίς να το γνωρίζει το θεό Διόνυσο, ο οποίος ευχαριστημένος απο τη φιλοξενία του Ικαριου τον δίδαξε πως να καλλιεργεί αμπέλια και να φτιάχνει κρασί. Ο Ικάριος ακολουθώντας τις οδηγίες του Διόνυσου φύτεψε αμπέλια και παρασκεύασε κρασί με το οποίο μέθυσε κάποιους βοσκούς, δίνοντας ους να το πιούν σκέτο, χωρίς νερό. Τους έδωσε δηλαδή να πιούν » Άκρατον Οίνον «, σε αντίθεση με την πάγια τακτική των Ελλήνων, που την συναντάμε στη συνέχεια, να πίνουν τον οίνο νερωμένο, δηλαδή κρασί. Οι βοσκοί, μή γνωρίζοντας περί τίνος επρόκειτο, νόμισαν ότι τους φαρμάκωσε, ότι τους δηλητηρίασε και πάνω στην παραζάλη του μεθυσιού τον σκότωσαν και έκρυψαν το πτώμα του. Η κόρη του Ικάριου Ηριγόνη ή Εριγόνη άρχισε να τον αναζητά, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσε να βρεί τα ίχνη του επί πολύ καιρό. Τον ανακάλυψε όμως, με τη βοήθεια της σκύλας της, της πιστής Μοίρας, και αφού του πρόσφερε τις τελευταίες εξυπηρετήσεις, έθαψε το πτώμα και γεμάτη θλίψη αυτοκτόνησε, κρεμασμένη από τα κλαδιά του δέντρου, κάτω από το οποίο είχε θάψει τον πατέρα της. Πεθαίνοντας καταράστηκε τις νεαρές κόρες των Αθηναίων να έχουν την ίδια μοίρα. {Απολλόδωρος, βιβλιοθήκη, Γ’ 14,7 }

Και πράγματι μετά την αυτοκτονία της Ηριγόνης πολλές παρθένες-κόρες των Αθηνών αυτοκτόνησαν με τον ίδιο τρόπο, χωρίς καμιά φανερή αιτία, παραφρονήσασαι η μία κατόπιν της άλλης, » έν σειρά «, εξ’ου και η ονομασία Σειρά του παιχνιδιού.

Ο μύθος υπονοεί εδώ ότι ο Διόνυσος οργισμένος από το φόνο του Ικάριου και την αυτοκτονία της Ηριγόνης, της οποίας το όνομα είναι σημαδιακό, θέλησε να τιμωρήσει τους Αθηναίους με το θάνατο των κορών τους. { Χαρ. Ι. Βουλοδήμου, Περί του Ιδιωτικού βιβλίου των αρχαίων Ελλήνων τομ. Β, σελ. 99 }

Μετά την ομαδική αυτοκτονία των παιδιών τους, σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, οι Αθηναίοι αποτάθηκαν στο μαντείο των Δελφών για το τι πρέπει να κάνουν, και εκείνο τους χρησμοδότησε ότι έπρεπε να θεσπίσει εορτή πρός τιμή του Ικάριου και της Ηριγόνης, ώστε να εξιλεωθούν και να αποτρέψουν τη θανατηφόρα οργή του Διόνυσου.

Ουσιαστικά το μαντείο υποδείκνυε στους Αθηναίους την αποδοχή της Διονυσιακής λατρείας, εξαναγκάζοντας τους στην καθιέρωση ετήσιας γιορτής. Έτσι, θεσπίσθηκε γιορτή που ονομάσθηκε Αιώρα, έκ του αιωρούμαι { = κινούμαι υπό την ρίπην του ανέμου} που γιορταζόταν κατά την περίοδο που άρχιζαν να ωριμάζουν τα σταφύλια, πιθανότατα, όμως, κατά την ημέρα των χοών. Χοές ονομαζόταν η δεύτερη μέρα της λαμπρής Αθηναϊκής γιορτής των Ανθεστηρίων, που λάβαινε χώρα στις αρχές της Άνοιξης και διαρκούσε τρείς μέρες. Κάθε ημέρα είχε και την ονομασία της.

Η πρώτη λεγόταν Πιθοίγια { οπότε ανοίγαν τους πύθους με το κρασί }, η δεύτερη Χόες {γέμιζαν τα αγγεία χόες με κρασί και γινόταν κρασοκατάνυξη με στόλισμα των παιδιών, στα οποία επρόσφεραν δώρα } και η τρίτη Χύτροι { ήταν η μέρα που αφιερώνοταν στους νεκρούς και γίνονταν οι χύτρινοι αγώνες }

Στη διάρκεια της δεύτερης ημέρας των Χοών λάβαινε χώρα η γιορτή της Αιώρας, που ονομαζόταν και Εύδειπνος από τα πλούσια δείπνα που παρατιθόταν στη διάρκεια της. Επίσης, οι παρθένες των αθηνών κρεμούσαν στα κλαδιά των δέντρων μικρές κούκλες, αποκερί ή απο άργιλο, τις γνωστές πλαγγόνες, οι οποίες παρίσταναν τα κορίτσια που είχαν απαγχονιστεί.

Όπως σημειώνει ο Σπεράντσας, «στη διάρκεια της γιορτής …; ετελούντο θυσίαι και δείπνα, εξ’ου και Εύδειπνος προσωνομάσθη, και καθ’ ην αι αττικαί παρθένοι ανεκινούντο είς αιώρας, προσάδουσαι ωδών της αλύτιν καλουμένων, ίσως ως εκ των περιπλανήσεων της Ηριγόνης, Αλήτις ονομάζετο και αυτή η εορτή, αγομένη κατ’έτος το θέρος, καθ’η των εποχών ήρχιζαν χρωματιζόμενοι και σταφυλά. Είς δε τα δείπνα παρεκάθωντο ιδίως πένητες, πρός σκοπόν να καθαγιασθεί η ευφορία του έτους.»

Οι νεαρές Αθηναίες κουνιόντουσαν στις αιώρες πάνω στα κλαδιά των δέντρων κρεμούσα τις πλαγγόνες και οι ίδιες τραγουδούσαν το τραγούδι αλήτις, τραγούδι λυπητερό, που αναφερόταν στις περιπλανήσεις της Ηριγόνης. Σύμφωνα με μαρτυρία του Πολυδεύκη τα λόγια του τραγουδιού είχαν γραφτεί από τον ποιητή Θεόδωρο τον Κολοφώνιο. {Πολυδεύκης, Ονομαστικόν, Δ, 7,55. Επίσης Αθηναίος, ΙΔ, 10 }

Η ονομασία του τραγουδιού προέρχεται πράγματι απο τη λέξη » αλήτις » που σημαίνει » η περιπλανώμενη «, εξαιτίας της Ηριγόνης που περιπλανιώνταν για να βρεί τον πατέρα της. Το τραγούδι εξιστορούσε τα βάσανα της κατά τη διάρκεια των αυτών των περιπλανήσεων. Να σημειωθεί ότι το έθιμο της γιορτής της αιώρας απλώθηκε σ’όλη την Ελλάδα, πέρασε τα σύνορα του Ελλαδικού χώρου και ρίζωσε στα ήθη και έθιμα των περισσοτέρων λαών της χερσονήσου του Αίμου, γεγονός που έγινε αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης. Αυτό αποδεικνύει την ευρύτερη αποδοχή της Διονυσιακής λατρείας στο χώρο των Βαλκανίων και στο σημείο αυτό να θυμίσω ότι η Θράκη θεωρήθηκε ως η κατ’εξοχή χώρα όπου ρίζωσε η λατρεία του Διονύσου. Κατά την άποψη μου ο μύθος της αιώρας υποδεικνύει την αρχική δυσκολία, τη δυσπιστία των Αθηναίων να αποδεχτούν και να εντάξουν στις καθημερινές διαιτητικές τους συνήθειες ένα άγνωστο εώς τότε ποτό, τον οίνο.

aiora

Την άμεση σχέση του παιχνιδιού με τη λατρεία του Διονύσου δηλώνει μια σκηνή σ’έναν ωραίο αττικό σκύφο, που βρέθηκε το 1846 στο Τσιούζι και σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Βερολίνου. Ένας στεφανωμένος Σάτυρος, πιστός ακόλουθος του Διονύσου, στέκεται πίσω απο μιάν αιώρα, στην οποία κάθεται μιά νέα και της δίνει ώθηση. Ο σάτυρος που σπρώχνει την κούνια, σημαδεύει το βακχικό χαρακτήρα της γιορτής, όπως σε πολλές άλλες ανάλογες παραστάσεις. Τα κορδονάκια που είναι τυλιγμένα στο κεφάλι του, καθώς και τα φύλλα που σχηματίζουν ακτινωτό στεφάνι είναι θρησκευτικά σύμβολα.

Πηγή: Αντιγραφή απο το σύνδεσμο http://titanis.pblogs.gr/aiwra-ena-arhaio-ellhniko-paihnidi.html