Το διαζύγιο στην νησιώτικη Ελλάδα του 19ου αιώνα

Το διαζύγιο δεν είναι μια καινούρια συνήθεια. Πάντα οι άνθρωποι όταν δεν επιθυμούν να είναι για διάφορες αιτίες μαζί βρίσκουν τρόπο να διαλύσουν τον οικογενειακό δεσμό καταφεύγοντας στα δικαστήρια. Μελετώντας τις δικαστικές υποθέσεις στη Λέσβο του τέλους του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα η εργασια της Μ.Σταματογιαννοπούλου μας βοηθά να καταλάβουμε τις αιτίες που οδηγούν τα ζευγάρια να διαλύσουν τη συμβίωση περίπου μια εκατονταετία παλαιότερα και ως πιο βαθμό ήταν ανεκτική η κοινωνία σε καταστάσεις που σήμερα δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε οτι συνέβαιναν.

Γράφει η συγγραφέας: «Πίσω όμως από κάθε αγωγή ή ανταγωγή βρίσκονται οι πρωταγωνιστές: οι δύο αντίδικοι. Περιγράφουν τη συζυγική σχέση, την πορεία προς την κατά­σταση ρήξης ή την εγκατάλειψη, σκιαγραφούν τις αιτίες που τους οδηγούν στο αίτημα της ικανοποίησης τους, ή «ξαναγράφουν» μιαν άλλη ιστορία, πλάι σ’ αυτήν του αντίδικου μέρους. Έτσι, αφουγκραζόμαστε συνήθως δύο φωνές: αυτού που ενάγει και του άλλου που ενάγεται. Άλλοτε η μία εμφανίζεται να συμπληρώνει την εικόνα που δίνει η άλλη, άλλοτε διαγράφει την πρώτη εικόνα εμφανίζοντας μίαν άλλη.  Η αγωγή λύσης του γάμου αποτελεί συχνά την τελική φάση σε μια δια­δικασία ρήξης και χωρισμού του συζυγικού ζεύγους. Το Εκκλησιαστικό Δικα­στήριο εξαντλεί —όταν αυτό είναι δυνατό— το «πνευματικό μέρος)) της απο­στολής του που συνίσταται στην προσπάθεια συμφιλίωσης των συζύγων. Έχει επίσης τη δυνατότητα να επιβάλει «τοπική διάσταση», προσωρινό δηλαδή χωρισμό για ορισμένη περίοδο — για τρεις έως έξι συνήθως μήνες, ή και να υποχρεώσει το σύζυγο στην καταβολή ενός μηνιαίου ποσού για τη διατροφή της συζύγου. Κατά τα έτη 1884-1895 εγείρονται ενώπιον του Εκκλησιαστι­κού Δικαστηρίου Μυτιλήνης 25 αιτήσεις διατροφής και 28 κατά τα έτη 1908- 1910, 53 δηλαδή αγωγές για την περίοδο που εξετάζουμε. Η αγωγή διατροφής της συζύγου και των τέκνων, εφόσον υπάρχουν, εγεί­ρεται εναντίον του συζύγου που έχει εγκαταλείψει τη συζυγική οικία. Η εγκα­ταλελειμμένη σύζυγος ζητά να «υποχρεωθεί» ο σύζυγος να συμβιώσει μαζί της, «εν εναντία δε περιπτώσει» να τη διατρέφει. Στόχος της γυναίκας είναι η επιστροφή του άνδρα στη συζυγική οικία. Η διατροφή αποτελεί επομένως υποχρέωση του συζύγου προς τη σύζυγο, εφόσον υφίσταται ο συζυγικός δε­σμός. Δεν αποτελεί δηλαδή δικαίωμα της συζύγου μετά τη λύση του γάμου. Το διαζύγιο λύει την υποχρέωση του συζύγου, όπως λύει και οποιαδήποτε έννομη σχέση μεταξύ των συζύγων. Αφαιρεί εξάλλου από τον άνδρα τη δια­χείριση της προίκας της γυναίκας του, καθώς η προίκα επιστρέφει στη σύ­ζυγο . Το μέτρο της διατροφής δεν προϋποθέτει την ύπαρξη παιδιών. Έτσι, σε 15 από τις 25 αιτήσεις των ετών 1884-1895 και σε 15 από τις 28 αιτή­σεις των ετών 1908-1910 εμφανίζονται παιδιά.»

Για να δούμε τώρα τους κύριους λόγους που οδηγούσαν τα ζευγάρια στα δικαστήρια:

«Οι αγωγές διαζυγίου εμφανίζουν υπεύθυνο τον ένα από τους δύο συζύγους. Το μέρος που καταφεύγει στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο ζητώντας να διευθετηθεί το πρόβλημα του επικαλείται τον κύριο, αλλά και δευτερεύοντες λόγους, που το ωθούν στην κίνηση αυτή. Το άλλο μέρος απαντά, δίνοντας τη δική του εκδοχή »

1.  Η διαφωνία για τον τόπο διαμονής των συζύγων αποτελεί συχνή αιτία σύγ­κρουσης.

Η γυναίκα είναι συνδεδεμένη με την πατρώα οικία και δεν επιθυμεί εύκολα να φύγει απο αυτή. Πολλές φορές η άρνηση να ακολουθήσει η γυναίκα το σύζυγο την οδηγεί στο να δημιουργήσει νέα σχέση, κάτι που οδηγεί το δικαστήριο να εκδικάσει σε βάρος της την υπόθεση. Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής η γυναίκα πράγματι οφείλει να ακολουθεί το σύζυγο στον τόπο εργασίας του και επομένως και διαμονής του, αλλά όταν πρόκειται για σταθερή διαμονή. Όταν ο σύζυγος έχει διαρκώς διαφορετική κατοικία τότε το διαζύγιο βγαίνει εις βάρος του. Άλλη αιτία διαζυγίου είναι η επιμονή του συζύγου να πουλήσει η γυναίκα την πατρώα οικία και να μείνουν αλλού.  Ένας  αγωγιάτης από τον Άνω Χάλικα, παντρεύεται στην Αγία Μαρίνα, όπου βρίσκεται και η προικώα οικία. Ο ίδιος ισχυρίζεται, ένα χρόνο μετά το γάμο, όταν ενάγεται από τη σύζυγο του για εγκατάλειψη της συζυγικής οικίας, ότι κατά τη σύνταξη του προικοσυμφώνου είχε συμφωνηθεί να πωληθεί η προικώα οικία και να κτισθεί νέα, στον Άνω Χάλικα, όπου πρέπει να μένει για λόγους εργασίας. Στην επιμονή του να πωληθεί η προι­κώα οικία, η γυναίκα απαντά ότι «προς το παρόν ουδέν δύναται να πράξη, όμως άφου συνετισθη καί συζήση μετ’ αυτής επί τίνα χρόνον εν αρμονία δύναται κατόπιν καί αύτη να θυσιάση τι ύπερ αύτου» . Η θυσία λοιπόν της συζύγου προϋποθέτει εξετάσεις καλής διαγωγής από το σύζυγο και το δικα­στήριο συμφωνεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις διαφωνίας και σύγκρουσης των συζύγων ο κανόνας —η γυναίκα οφείλει να ακολουθεί τον άνδρα— αντιτίθεται στην πρακτι­κή: την κατοχή της συζυγικής οικίας από τη γυναίκα και την πρόσδεση της με αυτήν και το συγγενειακό της δίκτυο . Επομένως, όσες φορές εμφανίζεται ως αιτία σύγκρουσης ο τόπος διαμονής του συζυγικού ζεύγους, πρόκειται για άρνηση της γυναίκας να απομακρυνθεί από το χώρο που κοινωνικά και συμβολικά την προσδιορίζει στην τοπική κοινωνία, και αυτή είναι αποδεκτή από το δικαστήριο. Αρκετές είναι οι περιπτώσεις στις οποίες ο σύζυγος ισχυρίζεται ότι η γυναίκα του, τον «άπέβαλε», τον «έξεδίωξε» από την προικώα οικία.

Ένας γεωργός από το Πλωμάρι το 1890 καταφεύγει στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο και ζητά να υποχρεωθεί η γυναίκα του να τον δεχθεί στη συζυγική οικία, από όπου τον έδιωξε, μετά από δεκατρία έτη έγγαμης συμβίωσης. Εκείνη όμως απαντά ότι «μόνος εγκατέλειψε την οίκίαν του … επειδή [αύτη] δεν παρεδέχετο να εκποίηση τα κτήματα της και οίκίαν». Ακόμη και στην περίπτωση που η εκδίωξη επινοείται για να αποφύγει ο σύζυγος τις έννομες συνέπειες, η συχνή αναφορά της υποδηλώνει μία παγιωμένη πρακτική. Το προνόμιο της κατοικίας είναι στα χέρια της γυναίκας που το χρησιμοποιεί και το καθιστά αντικείμενο διαπραγμάτευσης της συζυγικής σχέσης. Το χρησιμοποιεί με την άρνηση της να ακολουθήσει τον σύζυγο σε άλλη κατοικία, με την άρνηση της να συμφωνήσει στην εκποίηση της προικώας οικίας, με την αποπομπή τέλος του συζύγου από το χώρο της. Και τα τρία αυτά παραδείγματα μαρτυρούν ότι η γυναίκα δεν προσκολλάται στο σύζυγο, αλλά στην προικώα οικία. Ο δε σύζυγος, από τη μητρική προικώα οικία, όπου έχει ήδη εσωτερικεύσει τις ενδοοικογενειακές ισορροπίες, μετακινείται, ενήλικας πια, στην προικώα οικία της συζύγου του.

2.  Εγκατάλειψη και συμβίωση με άλλη γυναίκα

Η εγκατάλειψη της συζυγικής οικίας αποτελεί το συχνότερο λόγο λύσης του γάμου εξ υπαιτιότητος του άνδρα. Η σύζυγος οφείλει να εξαντλήσει την τριετία που προβλέπεται, για να καταφύγει στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο, η δε εγκατάλειψη πρέπει να είναι συνεχής. Μπορούμε να διακρίνουμε δύο διαφο­ρετικές μορφές εγκατάλειψης: στη μία περίπτωση ο σύζυγος φεύγει αμέσως μετά το γάμο, «άνευ ουδεμίας προφάσεως και αφορμής»στην άλλη περί­πτωση έχει προηγηθεί, για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, έγγαμη συμβίωση, που χαρακτηριστικό της είναι οι συνεχείς συγκρούσεις Στην πρώτη περίπτωση λίγες ημέρες, λίγες εβδομάδες, λίγους μήνες μετά το γάμο, ο σύζυγος εγκαταλείπει τη συζυγική οικία. Πρόκειται συχνά για «εργάτες», που απασχολούνται στη Λέσβο, όσο και σε περιοχές της Μικράς Ασίας. Σε κάποια μετακίνηση τους στην «Ανατολή» παραμένουν εκεί και δεν ξαναγυρίζουν. Στην εκδίκαση της υπόθεσης ο εναγόμενος είναι απών και δεν υπάρχει απάντηση στις αιτιάσεις της συζύγου. Η εγκατάλειψη εμφανίζεται χωρίς κίνητρο καθώς η σύζυγος αναφέρει απλά ότι «άνευ νομίμου λόγου και αφορμής» εγκαταλείπεται.

Στη δεύτερη περίπτωση, η κατάσταση είναι διαφορετική. Η σύζυγος υπομένει συνήθως τη βάναυση ή ανοίκεια συμπεριφορά του συζύγου για αρ­κετά μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρις ότου ακριβώς την εγκαταλείψει. Τότε ζητά διατροφή ή διαζύγιο. Το ερώτημα που θέτουμε εδώ είναι το εξής: αν ο άνδρας δεν εγκατέλειπε την προικώα οικία, θα ζητούσε η γυναίκα τη λύση του γάμου (για βάναυση ή ανοίκεια συμπεριφορά του συζύγου); Δηλαδή, ποιο είναι το όριο ανοχής της συζύγου απέναντι στον ανάρμοστα συμπεριφερόμενο σύζυγο;  Από ό,τι φαίνεται, καθώς η πλειονότητα των αγωγών διαζυγίου που κατατίθενται από τις συζύγους ανα­φέρεται στην εγκατάλειψη της συζυγικής οικίας, το όριο ανοχής της συζύγου δεν εξαντλείται και δεν συνδέεται με την επαναλαμβανόμενη ανοίκεια συμπε­ριφορά, παρά όταν πλέον η σύζυγος εγκαταλείπεται.  Η βάναυση συμπεριφορά δεν αποτελεί τον κεντρικό λόγο πάνω στον οποίο στηρίζονται οι αγωγές. Η εξωσυζυγική ερωτική σχέση τιμωρείται παραδειγματικά στο πρόσωπο της συζύγου , ενώ από το σύζυγο απαιτείται η διόρθωση, με την επιστροφή στη συζυγική οικία. Τη διαφορετική αυτή αντιμετώπιση των «αθέμιτων» σχέσεων των συζύγων αποτυπώνει με σαφήνεια το 1894 ένας κρεοπώλης του Πλωμαρίου. Η σύζυγος του έχει επιτύχει την έκδοση απόφασης της δημογεροντίας, που επικυρώνει το Μητροπολιτικό Συμβούλιο Μυτιλήνης. Με αυτή την απόφαση, ο άνδρας της, που συζεί με «παλλακίδα» και έχει αποκτήσει μαζί της παιδιά, υπο­ χρεώνεται να καταβάλλει «σιτηρέσιον» (διατροφή) στη σύζυγο και τα παιδιά του που εγκατέλειψε. Εκείνος ισχυρίζεται ότι η γυναίκα του τον απέβαλε πριν από πέντε χρόνια από την προικώα οικία, «μεθ’ ολας δε τάς προτροπάς μου δεν εδέχθη έκτοτε να συζήσωμεν άρμονικώς». Και συνεχίζει: «Επειδή, και αν θεωρηθή αληθής ό ισχυρισμός αυτής δτι συζώ μεθ’ ετέρας γυναικός, τούτο δεν δικαιολογεί την άντίδικόν του να μή με παραδέχεται εις την οίκίαν της. Είναι δε μωρά καί παράλογος ή αιτιολογία … δτι δήθεν παρεβίασα την συζυγικήν πίστιν. Τήν παραβίασιν της συζυγικής πίστεως ό νόμος τιμωρεί αυστη­ρώς εις το πρόσωπον της γυναικός, ή δε κοινωνία θεωρεί την τιμήν του αν­δρός δεινώς προσβαλλομένην υπό τοιαύτης παραβιάσεως, ουδόλως δμως έγγίζουσι τήν τιμήν της γυναικός αϊ παρεκτροπαί του ανδρός». Το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο θα εκδώσει διαζύγιο σε βάρος του συζύγου, γιατί, όπως φαίνεται, η ρητορική του κειμένου απέχει από την πραγ­ματικότητα της εγκατάλειψης. Η νέα αθέμιτη σχέση του συζύγου συνάπτεται κάποτε με πρόσωπο του συγγενειακού δικτύου: ο σύζυγος συμβιώνει με τη νύφη του , ενώ προτιμάται επίσης η δεύτερη εξαδέλφη . Οι σχέσεις αυτές προϋπάρχουν κάποτε του γάμου, οπότε η εγκατάλειψη της συζύγου σημαίνει την επιστροφή στην προηγούμενη ερωτική σχέση, την οποία ο γάμος δεν αποδυναμώνει. Στην εγκαταλειμμένη σύζυγο προσφέρονται δύο δυνατότητες από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο: να απαιτήσει από το σύζυγο να τη διατρέφει μέχρις ότου επιστρέψει στη συζυγική οικία ή να ζητήσει λύση του γάμου μετά από τρία έτη συνεχούς απουσίας. Να συνδυάσει επίσης και τα δύο: διατροφή στην αρχή, διαζύγιο μετά από τρία έτη. Σε αρκετές περιπτώσεις διαζυγίων έχουν προηγηθεί αγωγές διατροφής, αλλά φαίνεται πως η απόφαση του δικαστηρίου για διατροφή δεν εκτελείται, ειδικά στις περιπτώσεις εγκατάλειψης της συζυγικής οικίας και συμβίωσης με άλλη γυναίκα.

3. Γυναικεία κινητικότητα και ανυπακοή

Η εγκατάλειψη του συζυγικού οίκου, αν και αποτελεί την κυρίαρχη στον ανδρικό πληθυσμό πρακτική, απαντάται και από την πλευρά των γυναικών. Είναι η περίπτωση της συζύγου που εγκαταλείπει τη συζυγική οικία «χωρίς την άδεια» του συζύγου. Η εγκατάλειψη της συζυγικής οικίας από τη γυναίκα συνδέεται βασικά με την αναζήτηση χρηματικών πόρων. Οι αγορές εργασίας που καθιστούν δυνατή την έξοδο από τη συζυγική οικία είναι δύο: μία τοπική και μία απομακρυσμένη. Στην τελευταία η γυναίκα ακολουθεί την κι­νητικότητα του ανδρικού πληθυσμού του νησιού προς τα μικρασιατικά παράλια. :Στη δεύτερη περίπτωση, οι ανάγκες της τοπικής κυρίαρχης ομάδας σε υπηρετικό προσωπικό διευρύνουν την τοπική αγορά εργασίας και επιτρέπουν στις γυναίκες των φτωχών στρωμάτων της πόλης και της κοντινής περιφέ­ρειας της να ανταποκριθούν θετικά σ’ αυτή την προσφορά εργασίας. Οι σύζυγοι διαμαρτύρονται ότι οι γυναίκες τους πηγαίνουν «εις ξένας εργασίας» χωρίς την έγκριση τους, ότι «αναχωρούν», «άνευ της θελήσεως τους» «εις ξένας οικίας». Άλλοτε ο σύζυγος κατηγορεί την σύζυγο για «ακόλαστο βίο» και ζητά διαζύγιο επί μοιχεία, ενώ εκείνη δηλώνει ότι απλώς εργάζεται «εις ξέ­νας εργασίας» καθώς δεν αρκούν όσα της στέλνει ο σύζυγος από την Αμερική προς διατροφή των παιδιών της. Πόσο «επικίνδυνες» απέναντι στους συζύ­γους καθιστά τις γυναίκες η απόκτηση χρηματικών εισοδημάτων και η καθη­μερινή επαφή με τις «αστές» κυρίες τους σε συνδυασμό με την ιδιοκτησία επί της συζυγικής οικίας; Υπάρχει ωστόσο και η περίπτωση της οργάνωσης από τον άνδρα της εξόδου της γυναίκας από τη συζυγική οικία. Μιας οργάνωσης της οικογενεια­κής ζωής και μιας επιδίωξης αύξησης του οικογενειακού εισοδήματος που συναντά την άρνηση της γυναίκας. Η πηγή μας εμφανίζει ένα γνωστό στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία παράδειγμα: η σύζυγος θα εργαστεί ως τροφός στην πόλη, ενώ το δικό της παιδί τοποθετείται επίσης σε τροφό, συνήθως όμως στην ενδοχώρα. Είναι προφανές ότι η οικονομική αποδοτικότητα αυτής της πρακτικής συνίσταται στην υψηλότερη αμοιβή της τροφού που τοποθετείται σε αστική οικογένεια. Αναφέρεται μάλιστα υψηλή θνησιμότητα στα βρέφη που τοποθετούνται σε τροφούς της υπαίθρου . Ανάλογη είναι η περίπτωση της Ζωγραφιάς: «άμα δε έγέννησα το πρώ­τον μου θυγάτριον με υποχρέωσε [ό σύζυγος] καί έμβήκα τροφός … το δέ τέκνον μου έδωκε να περιποιείται ξένη γυνή…». Το παιδί της πεθαίνει σε ηλικία τριών μηνών στα χέρια της τροφού του. Αποκτά ένα ακόμη «θυγά­τριον» και ο αγωγιάτης σύζυγος που μένει μαζί της στη Μυτιλήνη οργανώ­νει εκ νέου την οικογενειακή ζωή: «μέ βιάζει καί πάλιν να εμβω τροφός. Αλλ’ έγώ, αίσθανομένη εισέτι τον πόνον τουθανάτου του πρώτου μου τέκνου καί φοβούμενη μήπως αν το αφήσω εις ξένην γυναίκα χάσω καί τούτο, ου­ δόλως στέργω να υπακούσω τήν διαταγήν του συζύγου μου» , που γι’ αυτό το λόγο της φέρεται βάναυσα και στο τέλος την εγκαταλείπει. Η γυναίκα περιγράφει με σαφήνεια το όριο υπακοής απέναντι στο σύζυγο — όχι ανοχής, γιατί μετά την εγκατάλειψη της πηγαίνει να τον βρει στο σπίτι της αδελφής του. Ζητά διατροφή και όχι λύση του γάμου.

Χαρακτηριστικό είναι το γράμμα αδελφής προς αδελφή σε σχέση με το όριο ανοχής της γυναίκας στη συζυγική σχέση αυτή την εποχή. «…δεν θα το βαστάξω … δέν ημπόρεσες να πάς στα φισικά του άντρου σου … πώς αποφάσισες καί αφίσες τον άντρα σου … σε παρακαλώ να πάς στην πεθερά σου να φιλίσεις χέρια καί ποδάρια να μην τύχει καί πα ή δουλειά ως το τέλος … καί τί απόφαση έκανες καί έξεχώρισες τα παιδιά καί τον άντρα σου πόπρεπε να σε διώχνει από την πόρτα καί συ έπρεπε να μπαίνεις άπο το παραθύρι … μονής εφιγες άπο την ευχαρί­ στηση σου το ξύλο έφοβήθηκες ας σε σκότωνε εκεί κάτω κι οχι να σηκωθείς νά φύγεις … να αποχωριστώ το Γαμπρό μου μοί έρχεται θάνατος … εμάς αυτός ό Γαμπρός μας είναι ό πρώτος μας καί Άξιος … ολα τα σφάλματα Αδελφή είναι δικά σου ποτέ άνθρωπος χωρίς σφάλμα δέν δέρνεται ούτε μαλλώνεται…»

4. Η γυναικεία «παρεκτροπή»

Τα περισσότερα διαζύγια που εκδίδονται εξ υπαιτιότητος της συζύγου έχουν ως λόγο, όπως ήδη αναφέραμε, τη μοιχεία. Η τελευταία αποτελεί την κατε­ξοχήν παραβίαση των ορίων στη συζυγική σχέση; Ή , η «έξ ανάγκης», όπως διατείνονται οι παρεκτρεπόμενες σύζυγοι, συμβίωση με έναν άλλο άνδρα, τις καθιστά αποδεκτές μέσα στην κοινότητα; «Έξ ανάγκης» λοιπόν ισχυρίζεται ότι συμβιώνει με άλλον άνδρα μία γυναίκα από το Πλωμάρι, που το 1909 ζητά τη λύση του γάμου, σε βάρος του συζύγου, για εγκατάλειψη. Ο από εξαετίας σύζυγος της ισχυρίζεται κατά την εκδίκαση της αγωγής ότι ενώ αυτός «δέχεται να συμβίωση … αύτη αρ­νείται» γιατί έχει σχέσεις με άλλον. Η σύζυγος, στην επόμενη συνεδρίαση, «ομολογεί οτι πράγματι άγαπα άλλον τον όποιον προτίθεται να νυμφευθη … άλλα οτι την εγκατέλειψε [ό σύζυγος της]». Το διαζύγιο εκδίδεται εις βάρος της. Το 1891, ένας γεωργός από τον Παλαιόκηπο, ζητά να διαζευχθεί τη σύζυγο του. Στην αγωγή αναφέρει ότι μόλις είκοσι μέρες συμβίωσαν γιατί μετά τον έδιωξε από τη συζυγική εστία και «έκτοτε» συζεί με άλλον «μεθ’ οδ έτεκνοποίησε» . Στη συνεδρίαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εκείνη ισχυρίζεται ότι ο σύζυγος της την εγκατέλειψε, «άναγκασθείσα κατόπιν ένεκα ανέ­χειας να συζη μεθ’ ον διαβάλλεται εν παρανομία». Ο σύζυγος προτρέπεται να «παράβλεψη τα πάντα και να συζήση», αλλά η παραίνεση δεν γίνεται απο­ δεκτή

Η «έπ’ αυτοφώρω» σύλληψη της γυναίκας αποτελεί μίαν άλλη μορφή διασυρμού.. Λειτουργεί όμως και συμβολικά: η μοιχός ξεσκεπάζεται, εμφανίζεται «γυμνή», χάνει ό,τι τότε την προστάτευε, την εκάλυπτε. Ακριβώς όπως στην περίπτωση της συζύγου που συλλαμβά­νεται μία νύχτα στην παραλία της Μελίντας, κοντά στο Πλωμάρι, στο μαγαζί του εραστή της: «τυλιγμένη εντός έφαπλώματος έκοίτετο του μικρού σοφά. «Εσυρον το έφάπλωμα και ειδον δτι … ήτο με ανοικτά στήθη και με λυμένο βρακί» . Η μοιχεία αποτελεί ακόμη περισσότερο παραβίαση των ορίων της κοινότητας όταν η γυναίκα διατηρεί σχέσεις «ουχί μόνον μετά Χριστιανών, άλλα και μετ’ αυτών τών αλλοφύλων». Ίσως γι’ αυτό το λόγο αποτελεί τη μόνη από τις περιπτώσεις μοιχείας όπου ο σύζυγος πείθεται να δεχθεί τη γυναίκα του στη συζυγική οικία, έπειτα από προτροπές του Μητροπολιτικού Συμβου­λίου και τη διαβεβαίωση ότι η αίτηση διαζυγίου που έχει καταθέσει θα ενερ­γοποιηθεί, εάν η σύζυγος υποπέσει σε νέο παράπτωμα.

5. Η φυσική και κοινωνική ανικανότητα

Η αίτηση λύσης του γάμου από τη σύζυγο εμφανίζει σε ορισμένες περι­πτώσεις έναν ανίκανο — με την έννοια του μη χρήσιμου συζύγου. Πότε λοι­πόν ο σύζυγος είναι χρήσιμος στη σύζυγο και στην οικογένεια του και πότε γίνεται άχρηστος και ως εκ τούτου ανεπιθύμητος ως περιττός;. Η αποπομπή του συζύγου από τη συζυγική οικία συνδέεται και με την ικανότητα του να διατρέφει τη σύζυγο και τα υπόλοιπα μέλη του οίκου. Υπάρχει και η πλευρά της φυσικής ανικανότητας, η οποία καθιστά μεν το σύζυγο «κοίτης άπρακτουντα» , αλλά όχι υποχρεω­τικά κοινωνικά άχρηστο, όταν εξακολουθεί να φέρει το βάρος της «οικογε­νειακής ευθύνης». Όταν όμως η φυσική συνοδεύεται από κοινωνική ανικανό­τητα, τότε είναι συνολικά ανίκανος

Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις όπου ο σύζυγος καταθέτει αγωγή διαζυγίου λόγω ανίατης ασθένειας της συζύγου του που οδηγεί στην αδυναμία συνάφειας. Σε μία περίπτωση το διαζύγιο εκδίδεται προς αποφυγή «της δια της τεκνοποιήσεως διάδοσιν της νόσου»πρόκειται για «έλεφαντίαση» ή «σύφιλη» , σε άλλη ο σύζυγος ζητά τη λύση του γάμου λόγω αδυναμίας συνεύ­ρεσης των συζύγων: εδώ η σύζυγος συναινεί στο διαζύγιο, αν και αρνείται την κατηγορία, για να σταματήσει να προσφέρει το όνομα και την υπόληψη της «ως ύλην ομιλίας εις τους αργούς της πόλεως» .

6. Αστοί σύζυγοι και  εγκατάσταση στο σπίτι του συζυγου

Λίγες είναι οι υποθέσεις συζυγικών διαφορών που αφορούν σε μέλη αυτής της ομάδας. Εδώ εμφανίζονται αφενός σύζυγοι οικονομικά εύρωστοι, τους οποίους έρχεται να ενδυναμώσει και ενισχύσει μία αξιοσημείωτη σε κι­νητές και ακίνητες αξίες προίκα και αφετέρου θυγατέρες μορφωμένες που με­ταφέρουν αυτή την προίκα στον οίκο του συζύγου. Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι η γυναίκα εγκαθίσταται σε κατοικία του συζύγου της . Πώς εμφανίζεται η σύγκρουση και ρήξη του συζυγικού δεσμού σ’ αυτή την ομάδα; Οι αγωγές του συζύγου είναι επιθετικές και με έντονη την προσ­πάθεια εξευτελισμού του άλλου μέρους ενώ αυτές  της συζύγου είναι υπεροπτικές και περιφρονητικές προς το σύζυγο.Η αστή, καλλιεργημένη σύζυγος περιφρονεί βαθύτατα τον αστό, έμπορο σε όλα τα επίπεδα των σχέσεων του, σύζυγο.

Ο καθορισμός της υπαιτιότητας στην έκδοση διαζυγίου, ο προσδιορισμός δηλαδή του υπαίτιου της ρήξης της συζυγικής σχέσης, παράγει ορισμένα απο­τελέσματα: ο υπαίτιος δεν έχει συνήθως δικαίωμα να τελέσει δεύτερο γάμο . Μία άλλη συνέπεια της υπαιτιότητας αφορά στα περιουσιακά στοιχεία των συζύγων που συνδέθηκαν μέσω του γάμου: στο υπαίτιο μέρος δεν επιστρέφονται οι κινητές ή ακίνητες αξίες που έχει φέρει μαζί του στο γάμο.Στα 1887, ένας γιατρός της Μυτιλήνης που ζητά να λυθεί ο γάμος του λόγω ανικανότη­τας της γυναίκας προς συνάφεια, απαιτεί την —αξιόλογη— προίκα της συζύ­γου του. Στην αγωγή διαβάζουμε: «αν μεν ό άνήρ είναι αίτιος της διαζεύξεως υποβάλλεται αυτός εις την έπιστροφήν της προικός καί απώλειας της προγα­μιαίας δωρεάς, αν δε ή γυνή, εις την έπιστροφήν της προγαμιαίας δωρεάς καί την άπώλειαν της προικός της … ούτω δε ή προίξ καί ή προγαμιαία δωρεά άνήκουσιν εις την απόλυτον κυριότητα του αναίτιου» . Αγνοούμε ωστόσο αν αυτή η ρύθμιση εφαρμόζεται στην πράξη.

Το διαζύγιο ποτέ δεν ήταν απλή υπόθεση παρόλα αυτά διαπιστώνουμε οτι τα ήθη της κοινωνίας του τέλους του 19ου και αρχών του 20ου αιώνα  ήταν περισσότερο αυστηρά για τις γυναίκες από οτι για τους άνδρες ενώ η ανοχή της κοινωνίας αυξανόταν από τη στιγμή που ο άνδρας δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες του κοινωνικού του ρόλου. Η κοινωνική υπόσταση λοιπόν υπερείχε του ιδιωτικού βίου μέσα στον οποίο φαίνεται οτι σχεδόν όλα καλύπτονταν από το «τα εν οικω μη εν δήμω» εις βάρος συνήθως των γυναικών και των αναγκών τους.

Το άρθρο είναι επιλογή στοιχείων από την παρακάτω εργασία:

ΣΤΑΜΑΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΜΑΡΙΑ. ΜΑΚΡΑΝ ΚΟΙΤΗΣ ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΗΣ. ΟΙ ΣΥΖΥΓΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΣΤΗ ΛΕΣΒΟ ΤΟΥ 1900. Μνήμων, [S.l.], v. 16, p. 107-138, Ιαν. 1994. ISSN 2241-7524. Διαθέσιμο από http://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/article/view/8256/8328

Ημερομηνία πρόσβασης: 15 Νοέ. 2016 doi:http://dx.doi.org/10.12681/mnimon.562.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s